• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Ένα ποίημα του Β. Ουγκώ για τη σφαγή της Χίου (Σαν σήμερα 11 Μαρτίου 1822)

Κηρύσσεται η επανάσταση στη Χίο. Ο Λυκούργος Λογοθέτης με 2.500 Σαμιώτες και ο Μπουρνιάς με 150 Χιώτες που ήταν στη Σάμο, αποβιβάζονται στη Χίο και πολιορκούν την εντός του φρουρίου τουρκική φρουρά. Είκοσι μέρες αργότερα η Σφαγή της Χίου θα συγκλονίσει τον κόσμο.

Συγκίνησε καλλιτέχνες και αποτυπώθηκε αποτυπώθηκε στο έργο τους. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά και το ποίημα του Βίκτωρ Ουγκώ.

dekacrouaΟ πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά φυλάσσεται στο Μουσείο του Λούβρου. Πρόκειται για ελαιογραφία διαστάσεων 4,19 × 3,54 μ., με τίτλο «Σκηνή από τις σφαγές της Χίου» (Scène des massacres de Scio), ο οποίος παρουσιάστηκε στο κοινό το 1824, προκαλώντας  αίσθηση τόσο για την καλλιτεχνική αξία όσο και για το θέμα.

Ο Βί­κτωρ Ουγκώ,  (ύμνησε τον Κα­νάρη σε αρ­κετά ποι­ή­ματά του), το 1828 συ­νέ­θεσε το ποί­ημα με τίτλο «Το ελ­λη­νόπουλο» (με­τά­φραση Κω­στή Πα­λαμά):

Το ελ­λη­νόπουλο

Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τα’ όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ’ αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ’ τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ’ την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τ’ ήθελες τάχα να ‘χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν’ αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξης ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ` το Ιράν, που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ’ το δεντρί
που μεσ’ στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κ’ έν’ άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, Δεν σώνει
μεσ’ απ’ τον ίσκιο του να βγει;

Μη το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύκτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ’ όλα τα αγαθά
τούτα; Πες. Τα` άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
-Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να.