• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ – ΤΕΧΝΗ – ΗΘΙΚΗ. Μια μαρξιστική προσέγγιση (Δεύτερο μέρος)

Γράφει η Άννεκε Ιωαννάτου //

Στο πρώτο μέρος είδαμε κάποιες γενικές σκέψεις γύρω από το θέμα. Στο δεύτερο μέρος θα σταθούμε στην υλιστική-μαρξιστική προσέγγιση. Γενικά για τους υλιστές οι αντικειμενικές αισθητικές νομοτέλειες πρέπει να αναζητούνται στο Είναι, δηλαδή στην ίδια την πραγματικότητα γύρω μας. Η πραγματικότητα αυτή πρέπει να αναπαριστάνεται στην τέχνη με αληθοφάνεια χωρίς, ωστόσο, να είναι μια πιστή αντανάκλασή της, κάτι σαν φωτογραφία, αλλά η αναπαράσταση αυτή παίρνει μια ποικιλία μορφών που δεν πρέπει να αυτονομούνται από το (κοινωνικό) περιεχόμενο. Η τέχνη οφείλει να παίρνει ενεργό μέρος στους κοινωνικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς αγώνες της κοινωνίας. Η προμαρξιστική υλιστική αισθητική που την ανέπτυξαν κυρίως οι Ρώσοι επαναστάτες δημοκράτες Μπελίνσκι (1811-1848), Τσερνισέφσκι (1828-1889) και Ντομπρολιούμποφ (1836-1861),  δεν είχε αναπτυχθεί ολοκληρωμένα, έπρεπε για να γίνει αυτό, να συνενωθεί με τη διαλεκτική μέθοδο. Έτσι, η υλιστική προσέγγιση της τέχνης τότε δεν είχε ακόμα απαλλαχθεί από ιδεαλιστικά χαρακτηριστικά. Ο Γερμανός φιλόσοφος Λούντβιχ Φόϋρμπαχ (1804-1872) έλεγε, για παράδειγμα, ότι το ωραίο βγαίνει άμεσα από τις φυσικές ιδιότητες των φαινομένων και τα αισθητικά αισθήματα, το «γούστο» δε, βγαίνει από τη φύση του ανθρώπου. Η άποψη  ότι ο καθένας  «έχει το γούστο του» σ’ ό, τι αφορά τα προϊόντα πλατιάς κατανάλωσης, τη μόδα, αλλά και την τέχνη,  που σήμερα είναι πλατιά διαδεδομένη, είναι στην ουσία η επικράτηση του ιδεαλισμού στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία. Το γούστο μάλιστα θεωρείται κάτι το έμφυτο στον άνθρωπο. Δηλαδή αυτή τη στιγμή και πάλι επικρατούν και καλλιεργούνται έντονα οι βιολογικές νομοτέλειες σαν αντίδραση ενάντια στην κοινωνική προσέγγιση που είχε αρχίσει να επικρατεί στις δεκαετίες στις οποίες το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και μαζί μ’ αυτό οι προοδευτικές ιδέες σε όλα τα επίπεδα, είχε εξαπλωθεί αισθητά. Μαζί με την παγκόσμια αντιδραστική στροφή στην οικονομική και πολιτική ζωή έρχεται από τη δεκαετία του ’90 του περασμένου αιώνα και το βήμα πίσω στο ιδεολογικό εποικοδόμημα με τις βιολογικές και όχι τις κοινωνικές εξηγήσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς: «βιολογισμός» ενάντια στον «κοινωνισμό». Βρισκόμαστε σε ένα παγκόσμιο αντιδραστικό πισωγύρισμα στο οικονομικό, άρα και πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορούσε παρά να φέρει συνέπειες και στο συνειδησιακό-ηθικό επίπεδο. Οι παλαιές «νέες» θεωρίες πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους στην ανθρώπινη συνείδηση σαν αναπόφευκτες «εκ φύσεως» δεδομένες, ώστε να δεχθεί παθητικά τις ολέθριες εξελίξεις ή να ξεσπάσει στα τυφλά, ενδεχομένως να βρει παρηγοριά σε ανώδυνη για το σύστημα κατεύθυνση μέσω όλων των ειδών των «εργαλείων» που ναρκώνουν τη συνείδηση.

H μαρξιστική αντίληψη για την αισθητική

Για το μαρξισμό η δημιουργική, πρακτική και σκόπιμη ενέργεια των ανθρώπων για τη μεταμόρφωση της φύσης και της κοινωνίας αποτελεί την αντικειμενική βάση της αισθητικής θεώρησης του κόσμου. Το αντικείμενό της εμπεριέχει το αισθητικό στην αντικειμενική πραγματικότητα, στην υποκειμενική του υπόσταση (αισθητική συνείδηση) και στην τέχνη (ενότητα του υποκειμενικού και αντικειμενικού αισθητικού). Η αισθητική μελετάει τη νομοτέλεια, την ουσία και τις συγκεκριμένες εκδηλώσεις αυτών των στοιχείων σε διαλεκτική ενότητα. Βασικές αισθητικές κατηγορίες είναι το ωραίο και το άσχημο, το υψηλό και το ευτελές, το τραγικό και το κωμικό, η δραματικότητα και το ηρωϊκό. Η αισθητική θεώρηση εκδηλώνεται στον κάθε τομέα του κοινωνικού Είναι και της ζωής του ανθρώπου. Το υποκειμενικό στοιχείο στην αισθητική θεώρηση είναι τα αισθητικά αισθήματα, το γούστο, η αξιολόγηση, τα βιώματα, οι ιδέες, τα ιδανικά. Αυτές είναι οι ειδικές μορφές στις οποίες αντικαθρεφτίζονται οι αντικειμενικές αισθητικές σχέσεις. Με την αισθητική αίσθηση συνδέονται ο ρυθμός, η μελωδία, η αρμονία στη μουσική και στο χορό, τα σχέδια στη ζωγραφική και τη γλυπτική, ο ρυθμός στην ποίηση και την πεζογραφία. Η τέχνη, η καλλιτεχνική δημιουργία είναι αντικείμενα της αισθητικής, η οποία εξετάζει την ουσία της τέχνης.

Η αισθητική, τέλος, είναι φιλοσοφική επιστήμη και εξετάζει τους γενικούς νόμους που διέπουν τις αισθητικές σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και την αντικειμενική πραγματικότητα. Μελετάει τις σχέσεις αισθητικής συνείδησης, τέχνης και κοινωνικού Είναι. Αυτό που είναι αισθητικό το θεωρεί ταυτόχρονα και ηθικό.

Η τέχνη ως «αντανάκλαση» της ταξικής πραγματικότητας

Για τη μαρξιστική-λενινιστική αισθητική η σχέση τέχνης-αντικειμενικής πραγματικότητας βασίζεται στη θεωρία της αντανάκλασης. Η τέχνη αντανακλά την πραγματικότητα με καλλιτεχνικά μέσα, με εικόνες, με παραστάσεις. Η αντανάκλαση, όπως είπαμε και στο πρώτο μέρος, δεν είναι μια πιστή παθητική φωτογραφία της πραγματικότητας, αλλά ποικίλλουν οι μορφές και οι διαβαθμίσεις της ανάλογα με την κοινωνική και ιδεολογική συγκρότηση του καλλιτέχνη, το σκοπό που θέλει να υπηρετήσει, τις κοινωνικές ομάδες ή στρώματα στα οποία απευθύνεται, την αγωνιστική του διάθεση, δηλαδή τη στράτευσή του. Υπάρχει τέχνη που είναι πιστότερη αντανάκλαση μιας συγκεκριμένης πραγματικότητας, όπως ο (σοσιαλιστικός) ρεαλισμός, και υπάρχει τέχνη που δίνει σε πιο αφηρημένες μορφές τη βιωμένη πραγματικότητα. Τα στρώματα και οι τάξεις στην κοινωνία που δεν έχουν άμεση σχέση με την παραγωγική εργασία, δεν παράγουν τέχνη που είναι άμεση, δηλαδή, πιστή αντανάκλαση της πραγματικότητας, αλλά που δίνει μια πιο αφηρημένη μορφή έκφρασής της πολλές φορές δυσνόητη και απρόσιτη για το ευρύτερο κοινό.  Επομένως, στις μη παραγωγικές τάξεις διαπιστώνουμε περισσότερη προτίμηση για τις αφηρημένες μορφές τέχνης, μια άλλη αισθητική αίσθηση, ένα άλλο «γούστο» απ’ ό,  τι στα στρώματα που είναι πιο κοντά στην παραγωγή. Συνήθως τα πρώτα απολαμβάνουν και περισσότερη παιδεία. Οι άνθρωποι στα εργοστάσια, στα χωράφια που έχουν μια άμεση σχέση με την παραγωγική διαδικασία και αντιμετωπίζουν από νωρίς τη σκληρή πραγματικότητα της βιοπάλης, συνήθως δεν θέλουν αφηρημένες μορφές τέχνης που όχι σπάνια τους φαίνονται γελοίες και ακατανόητες, αλλά συγκινούνται και ψυχαγωγούνται περισσότερο από τις ρεαλιστικές μορφές τέχνης που πιστά αναπαρασταίνουν τη ζωή τους…αν υπάρχει επαφή με την τέχνη. Η αστική τέχνη, συνεπώς και αισθητική, δεν συνδέεται άμεσα με την παραγωγή. Ο καλλιτέχνης αναπαράγει τα φαινόμενα της πραγματικότητας στο φως των ταξικών του αντιλήψεων. Γι’ αυτό το λόγο η αντίληψη της λεγόμενης «καθαρής» τέχνης ή του μη στρατευμένου καλλιτέχνη, τόσο διαδεδομένη στις αστικές κοινωνίες, είναι αστήρικτη.  Ακόμα και ο καλλιτέχνης που υποστηρίζει, ότι η τέχνη του δεν επηρεάζεται καθόλου από οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές καταστάσεις, παραδόσεις κλπ. και ότι η τέχνη του είναι «καθαρή» απ’ αυτή την άποψη, εκφράζει μ’ αυτό τον τρόπο μια ιδεολογία, την ιδεαλιστική. Το να μην παίρνει θέση απέναντι στα κοινωνικά δρώμενα και γεγονότα, είναι θέση. Φιλοσοφικά ουσιαστικά υιοθετεί την αντίληψη, ότι η συνείδηση δημιουργεί το Είναι, αν και στο θέμα αυτό υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις. Δεν τοποθετεί τον εαυτό του έξω και πάνω από την κοινωνία (που μερικοί αυτό νομίζουν), αλλά τοποθετείται στο αστικό ιδεολογικό σύστημα απόψεων.

Εργατική τάξη, διανόηση και τέχνη

Να κλείσουμε αυτό το δεύτερο μέρος με τα λόγια που απεύθυνε ο Γ.Β. Πλεχάνοφ (1856-1918) στους εργάτες αναγνώστες. Τα έγραψε τον Απρίλη του 1885 στη Γενεύη σαν πρόλογο στη συλλογή ποιημάτων Τα τραγούδια της δουλειάς που θα εξέδιδε η ομάδα «Απελευθέρωση της Δουλειάς». Η συλλογή αυτή δεν κυκλοφόρησε και το άρθρο δημοσιεύθηκε το 1928 στα «Χρονικά του Μαρξισμού» δέκα χρόνια μετά το θάνατό του. Η παρούσα παράθεση πάρθηκε από την έκδοση «Γ.Β. Πλεχάνοφ, Αισθητική,1. Η τέχνη και η λογοτεχνία σαν κοινωνικά Φαινόμενα, 2. Κριτικές μελέτες και φιλολογικά άρθρα» από τις εκδόσεις «Αναγνωστίδης» σε μετάφραση του Τάσου Βουρνά:

«Η ιντελλιγκέντσιά μας, όπως τη λένε, αγαπάει πολύ τους στίχους του Ν.Α. Νεκράσωφ. Οι στίχοι αυτοί, εδώ που τα λέμε, δεν είναι και πολύ κακοί, αν κι’ ο Νεκράσωφ δεν είχε μεγάλο ταλέντο. Και πάλι εσείς που ζείτε απ’ τη δουλειά των χεριών σας δεν θα καταλάβετε πολλά απ’ τα ποιήματα του Νεκράσωφ. Δεν θα τα καταλάβετε, όχι γιατί είστε λιγότερο μορφωμένοι απ’ την ιντελλιγκέντσια. Όχι, η διαφορά προέρχεται απ’ τις ιδιοτυπίες της κοινωνικής θέσης σας. Στα έργα του ο Νεκράσωφ περιγράφει συχνά τις τύψεις του «διανοούμενου» που παίρνει συνείδηση του «σφάλματός του απέναντι στο λαό». Από πού όμως βγήκαν αυτή η συνείδηση κι αυτές οι τύψεις; Είναι φανερό: επί αιώνες ολάκερους οι ανώτερες κι οι μεσαίες τάξεις –υπάλληλοι, αριστοκρατία, κλήρος, έμποροι – δεν έκαναν τίποτ’ άλλο απ’ το να καταπιέζουν το λαό, χωρίς ποτέ η δυστυχία του λαού να τους γεννήσει την παραμικρή συμπόνια. Με την ανάπτυξη όμως της μόρφωσης – και για λόγους που δεν υπάρχει χώρος ν’ αναφέρουμε εδώ – ορισμένοι πιο τίμιοι άνθρωποι άρχισαν να νοιώθουν ντροπή για τη διαγωγή των πατεράδων τους, δεν μπορούσαν πια να υποφέρουν την κοινωνία των καταπιεστών του λαού, αυτό το περιβάλλον

       …των αιωνίων γιορταστών, των αργόσχολων φλυάρων
       που πότιζαν τα χέρια τους στο αίμα…

Κατάλαβαν πως όλη η αφθονία τους στηριζόταν στη δυστυχία και στη φτώχεια του λαού. Υπόφεραν γι’ αυτό κι’ αγάπησαν τα ποιήματα όπου εκφραζόταν ο πόνος τους. Το διάβασμα τέτοιων στίχων ήταν γι’ αυτούς μια εγκατάλειψη στα χέρια ενός πνευματικού φίλου. Σεις όμως εργάτες, γιοι εργατών, μπρος σε ποιο «λαό» και σε τί είσαστ’ «ένοχοι»; Είσαστ’ εσείς οι ίδιοι ο «λαός», ανήκετε σεις οι ίδιοι στους «πονεμένους, τους ταπεινωμένους και καταφρονεμένους» και δεν θάστε υπεύθυνοι παρά μονάχα απέναντι στα παιδιά σας αν δεν καταχτήσετε γι’ αυτά ένα καλύτερο μέλλον. Να γιατί δεν θα συγκινηθείτε από πολλά απ’ αυτά τα ποιήματα που αγγίζουν τόσο βαθιά τους διανοούμενούς μας. Δεν είστε σαν τους διανοούμενους αθέλητα ανεύθυνοι, και δεν γνωρίζετε τα βάσανα της μετάνοιάς τους. Κι αφού δεν γνωρίζετε αυτά τα βάσανα δεν μπορείτε να εκστασιαστείτε μπρος στα ποιήματα που τα εκφράζουν.

Πρέπει νάχετε της ποίησή σας, τα τραγούδια σας, τα ποιήματά σας. Πρέπει να ζητάτε σ’ αυτά την έκφραση του πόνου σας, των ελπίδων σας, και των βαθύτερων πόθων σας. Όσο περισσότερο παίρνετε συνείδηση της θέσης σας, όσο περισσότερο η τωρινή σας τύχη θα ξυπνάει μέσα σας μεγαλύτερην οργή, τόσο πιο πεισματικά θα ζητάτε να εκφραστούν αυτά σας τα αισθήματα και τόσο πιο πλούσια θάναι η ποίησή σας» (σελ. 107/108).

(Συνεχίζεται

Το Α’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ

 

(Ο πίνακας «Μάστορας και βοηθός» είναι του Τάκη Βαρελά)