• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ – ΤΕΧΝΗ – ΗΘΙΚΗ. Μια μαρξιστική προσέγγιση (Πρώτο μέρος)

Γράφει η Άννεκε Ιωαννάτου //

Τι είναι η αισθητική;

Στο ερώτημα αυτό έχουν δοθεί στη διάρκεια των αιώνων και των πολιτισμών πολλές και διάφορες απαντήσεις από φιλόσοφους και στοχαστές. Σε λεξικά διαβάζουμε ότι η αισθητική είναι η αντίληψη για το ωραίο, είναι η επιστήμη ή ακόμα και η φιλοσοφία της τέχνης. Τα αισθητικά αισθήματα είναι η συγκινησιακή κατάσταση που δημιουργείται όταν έχουμε αισθητικές παραστάσεις από φαινόμενα στην αντικειμενική πραγματικότητα ή από τα έργα τέχνης. Είναι βίωμα του ωραίου, του υψηλού, αλλά και του κωμικού ή του τραγικού. Πρόκειται λοιπόν για μια σχέση πνευματική και συγκινησιακή μαζί που φέρνουν ευχαρίστηση στον άνθρωπο.

Τα έργα τέχνης υλοποιούν τα αισθητικά συναισθήματα, τα κάνουν εικόνες και γι’ αυτό το λόγο τα έργα αυτά είναι τόσο κατάλληλα για την αισθητική καλλιέργεια, για την αισθητική αγωγή του ανθρώπου. Επομένως τα έργα τέχνης είναι πηγή έμπνευσης για τον άνθρωπο. Βέβαια, οι δυνατότητες έμπνευσης έχουν στενή σχέση με την ταξική προέλευση του κάθε ανθρώπου, με τη θέση του στην κοινωνία, στην όλη διαδικασία της παραγωγής, τη μόρφωση και την αισθητική του καλλιέργεια. Επομένως, το λεγόμενο  «γούστο» δεν είναι κάτι άσχετο από τη γενικότερη καλλιέργεια του ανθρώπου, παρ’ όλο την πολλαπλά διαδεδομένη άποψη ότι πρόκειται για κάτι το τυχαίο ατομικό.

Η ιδεαλιστική αταξική αισθητική

Η αισθητική σαν επιστήμη ερευνά τις νομοτέλειες της αισθητικής θεώρησης του κόσμου. Εξετάζει την ουσία, αλλά και τις μορφές των έργων τέχνης κι αυτό, μάλιστα, σύμφωνα με τους νόμους του ωραίου. Ίσως ακούγεται λίγο περίεργο. Οι «νόμοι του ωραίου;» Δηλαδή και το ωραίο υπακούει σε νόμους; Στις καπιταλιστικές κοινωνίες δεν μας παρουσιάζουν έτσι τα πράγματα, ούτε στα σχολεία, ούτε στα ευρύτερα δημοσιεύματα σχετικά με το θέμα. Γενικά, η αισθητική παρουσιάζεται σαν κάτι το οποίο υπάρχει στον άνθρωπο αυθόρμητα, οφείλεται στην προσωπική του κλίση να συλλαμβάνει αισθητικά μηνύματα. Η αντίληψη αυτή θέλει να μας πείσει για άλλη μια φορά, ότι η ικανότητα αισθητικής συγκίνησης φωλιάζει στη φύση του ανθρώπου. Μ’ άλλα λόγια, από τη φύση των πραγμάτων άλλοι είναι πιο κοντά στα ζώα, άλλοι είναι πιο εκλεπτυσμένοι, πιο ανεβασμένοι. Ανάμεσα στους τελευταίους ξεχωρίζει πάλι ο καλλιτέχνης που δεν μοιράζεται τις ευθύνες του κοινωνικού γίγνεσθαι και που σύμφωνα με τις αστικές αντιλήψεις δημιουργεί «από το μηδέν», από μια –θεία και μη – έμπνευση ανεξάρτητος από την πραγματικότητα. Τουλάχιστον αυτή η ιδέα καλλιεργείται πότε εντονότερα, πότε ασθενέστερα, πάντως σε διάφορες παραλλαγές και διαβαθμίσεις. Η εικόνα του καλλιτέχνη που έχει καλλιεργηθεί κατ’ εξοχήν στον αναπτυγμένο (καπιταλιστικό) κόσμο είναι η εικόνα του ανθρώπου πάνω και έξω από τον κόσμο, αρκετά αποξενωμένου από την (χυδαία) πραγματικότητα γύρω του. Οι κοινωνικές και ψυχολογικές καταστάσεις και διαθέσεις δεν θεωρούνται γέννημα συγκεκριμένων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, αλλά πηγάζουν γενικά και αόριστα από τη φύση του ανθρώπου. Σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις, ο καλλιτέχνης αισθάνεται ένας μοναχικός, ξεχωριστός στην ανωτερότητά του απέναντι στη χυδαία καθημερινότητα της κοινωνίας και των κατώτερων πλασμάτων που την κατοικούν δημιουργώντας ολομόναχος «το ωραίο» σε αντιπαράθεση με την πεζή πραγματικότητα. Αυτό το όμορφο που δημιουργεί απευθύνεται σε κάποιες λίγες εκλεκτές ψυχές με ξεχωριστή ευαισθησία, εκλεπτυσμένοι δέκτες του απόλυτου ωραίου, ανεβασμένοι πάνω από τον όχλο που είναι πολύ χοντροκομμένος για να συλλάβει ανώτερα αισθητικά μηνύματα. Ο διαχωρισμός αυτός σε μάζα και ελίτ είναι πιο επεξεργασμένη στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, προσπαθώντας να αντικαταστήσει τον ταξικό διαχωρισμό και να τον κάνει πιο ανώδυνο. Η τέχνη αυτονομείται κατά κάποιο τρόπο, ανορθολογικοποιείται σαν αντίδραση του ορθολογισμού μιας «τεχνοκρατικής» κοινωνίας. Η αντίληψη αυτή έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα όπου ήταν πολύ πιο περιορισμένη κι αυτό οφείλεται στην ύπαρξη ενός ισχυρού λαϊκού προοδευτικού κινήματος, σε μια ισχυρή κληρονομιά από το ΕΑΜ, καθώς και σε μια εν μέρει ξενόφερτη και ετερόφωτη αστική τάξη που δεν μπορούσε να ήταν ο φορέας ενός δικού της πολιτισμού όπως η αστική τάξη στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, την οποία αντέγραφε. Ωστόσο, οι προσπάθειες αστικοποίησης της κουλτούρας, των αντιλήψεων γύρω από την τέχνη και την αισθητική, οι προσπάθειες ενός αστικού «εκπολιτισμού» από μια ετερόφωτη αστική τάξη, άφησαν τα σημάδια τους και ενισχύθηκαν από το ανήκειν σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση («ανήκουμε στη Δύση!») που μέσα από μια μονοπωλιοποίηση της τέχνης προσπαθεί να ομογενειοποιήσει «τα προϊόντα» της τέχνης.

Πότε εμφανίστηκε η αισθητική;

Πρωτοεμφανίστηκε στην αρχαία Ανατολή, αλλά αναπτύχθηκε σε μεγάλο και επιστημονικό βαθμό στην ελληνική Αρχαιότητα. Στον Μεσαίωνα επικράτησε η ιδέα του «θείου κάλλους», ενώ στην Αναγέννηση βλέπουμε μια ανάπτυξη των ουμανιστικών, ρεαλιστικών τάσεων όχι άσχετη από τις νέες δυνάμεις στην εξουσία. Στη Γερμανία αργότερα οι ποιητές-στοχαστές Σίλλερ (1759-1805) και  Γκαίτε (1749-1832) ξεκαθάρισαν με την αντιδραστική, αριστοκρατική αισθητική υποστηρίζοντας ότι τέχνη και κοινωνική ζωή έχουν στενή σχέση μεταξύ τους. Η κλασική γερμανική φιλοσοφία έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη της αισθητικής σαν επιστήμη. Έτσι ο φιλόσοφος Χέγκελ (1770-1831) έφερε τον ιστορισμό στη μελέτη της τέχνης, τη διαλεκτική ανάλυση των μορφών και των κατηγοριών της, καθώς και την αντίληψη ότι η σχέση ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη είναι ουσιαστική. Ωστόσο, η αισθητική των κλασικών Γερμανών παρέμεινε βασικά ιδεαλιστική. Δηλαδή, το καθοριστικό στοιχείο παρέμεινε το πνεύμα και δεύτερο ερχόταν η αντικειμενική, υλική πραγματικότητα. Επομένως και τα αισθητικά φαινόμενα θεωρούνταν καρπός  του πνεύματος. Επομένως και στην αισθητική βρίσκουμε την πανάρχαια διαπάλη του υλισμού  με τον ιδεαλισμό. Δηλαδή, διαπάλη για το ποιο είναι το πρωταρχικό, η υλική πραγματικότητα ή το πνεύμα, η συνείδηση; Που σε τελευταία ανάλυση είναι έκφραση της πάλης των κοινωνικών τάξεων, όπως θα δούμε παρακάτω. Κάποια παραδείγματα στο πέρασμα των χρόνων: ο Πλάτωνας (428/27 ή 424/23 – 384/47 πΧ) θεωρούσε το ωραίο μια απόλυτη, αιώνια, υπεραισθητή ιδέα, στο Μεσαίωνα θεωρούσαν το Θεό πηγή του κάθε ωραίου, το ωραίο ήταν η ενσάρκωση του θεού, ενώ ο Γερμανός φιλόσοφος Καντ (1724-1804) θεωρούσε την αισθητική κρίση «ανιδιοτελή».

Όλες αυτές οι απόψεις συγκλίνουν σε μία: η αισθητική είναι αφηρημένη, δεν συνδέεται με συγκεκριμένες καταστάσεις. Αυτή η στάση οδήγησε σε αντινομίες που στην ουσία δεν είναι αντινομίες. Αντιπαρατίθεται το ωραίο με το ωφέλιμο, τη μορφή με το περιεχόμενο. Δηλαδή τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας  αισθητικής που έχει χωρίσει τη μορφή από το περιεχόμενο, τη φορμαλιστική αισθητική.

Συνεχίζεται.