• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Αναμνήσεις από τη «Μεθυσμένη πολιτεία» μας όπου, όλα εκεί, ανιστορούν την ξυπολυσιά και τη φτώχεια μας (16o)

του Δημήτρη Κανελλόπουλου //

Η δεύτερη φιλοξενία που χαρίσαμε στο Σωτήρη μαζί του και στον «υπασπιστή» του τον Γιώργο

Για την πρώτη που μαζί με τον αδερφό του τον εδεχτήκαμε στο δωμάτιό μας στη Χρεμωνίδου, τα έχουμε όλα καταγραμμένα, όπου εκτός από φοιτητής εις τα γαλλικά και τη Νομική, μας επαρουσιάστηκε και ως υπαξιωματικός εις το Σώμα. Με τα ξυραφάκια και τα τσιγάρα τις κούτες όπως Άγιος Βασίλης με τα πολλά δώρα αλλά δίχως το έλκηθρο. Ενώ για μία τρίτη φορά και την πλέον φαρμακερή που μας αριβάρησε μετά την Βάρκιζα, δαρμένος και κυνηγημένος από τους «εθνικόφρονες» της Μεσσήνης, θα σας τα καταγράψω αργότερα, με την ώρα τους.

Τώρα μιλάμε για τις αρχές του ’44, όπου μας ήρθε και πάλι στη Χρεμωνίδου. Και εχαρήκαμε πολύ για τον ερχομό του, μαζί με τον αδερφό του και το Σταύρο τον Καλατζή τον φερόμενο κι ως «Βαγγέλη».

Κατά τα άλλα, την απόφαση που πήρανε εις το τμήμα τους να περάσουνε όλοι τους, με τον οπλισμό τους στο βουνό, στο αντάρτικο και για τον καινούργιο «καπετάνιο» που βρήκανε εκεί, το Λαδά από την Λιβαδειά, όλ’ αυτά, και για τα πάθη τους και την διάλυσή τους από τους Γερμανούς στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που κάνανε στην περιοχή τους, τα μαθαίναμε πιο καλύτερα από τον «υπασπιστή» του τον Γιώργο. Ένα χωροφύλακα κρητικό που δεν εχωριστήκανε ποτέ μεταξύ τους, από τον καιρό που είχανε βρεθεί μαζί, στρατονόμοι στα μέρη της Κορυτσάς, με τον πόλεμο.

Και ήτανε ένα χάρμα όπως τα ακούγαμε όλα αυτά με το κρητικό ιδίωμα που τα ομόρφαινε ο Γιώργος. Που κι αυτός ο καημένος δε μας εχάλαγε το χατίρι, να μας ανιστορεί από την αρχή ως το τέλος, το ένα ή το άλλο που του γυρεύαμε. Ενώ δυο πράγματα ήσαντε που τον εξαγριώνανε πολύ, έστω και ψεύτικα.

Οι δυο έξυπνες φάρσες που είχε σκαρώσει ο Σωτήρης στον «υπασπιστή» του το Γιώργο.

         Η πρώτη ήτανε πιό σκαμπρόζικη και μας την διηγήθηκε ο ίδιος ο Σωτήρης θέλοντας να πειράξει το Γιώργο για να γελάσουμε. Και σχετιζότανε μ’ ένα χουνέρι που είχε πάθει ο φίλος μας ο Κρητικός απ’ τον καπετάνιο του, ταξιδεύοντας για την Αλβανία. Σ’ ένα χωριό που τους εφιλοξενούσανε και τους δυο σαν ανθρώπους της εξουσίας. Και σας το αντιγράφω ακριβώς όπως το έχω καταχωρημένο σ’ ένα άλλο βιβλίο μου, στο «Βηματισμό της Ηλέκτρας». Ως πλέον αυθεντικό, γραμμένο στις φυλακές, από τότε, που όλα αυτά, τα θυμόμουνα ακόμα καλύτερα. Λοιπόν, διαβάστε το:

«…Στο σπίτι που μείνανε, όλοι της οικογένειας εξεχωρίζανε τους δυο μουσαφιραίους απ’ τα γαλόνια. Όλοι, εξόν από τη μοναχοκόρη του νοικοκύρη που δεν εξεκόλλαγε με τίποτα τα μάτια της απ’ το Γιώργη. Που η ομορφιά του εσκέπαζε χίλιες φορές τα γαλόνια του καπετάνιου του. Μαζί και την εξυπνάδα του, βέβαια. Και την μόρφωσή του, που όλα μαζί εμπαίνανε για το κορίτσι σε δεύτερη μοίρα.

Η κοπελιά δεν έφυγε από δίπλα τους παρά μόνο για να ετοίμαζε τα κρεβάτια τους. Στο μέσα δωματιάκι ο Γιώργος, εκεί που είχαν ακουμπήσει τα όπλα τους και τα πράγματά τους. Στη σάλα, στο σούμιε, ο κύριος νοματάρχης. Όπως το όριζε η ιεραρχία και ο πατέρας της.

Όπου πηγαίνοντας ο Σωτήρης για τα ξυριστικά του, επαρατήρησε ότι το ζεμπερέκι και η κλειδαριά, ήτουνε λαδωμένα. Όπως έτοιμα από κλέφτη για να μπει χωρίς να ξυπνήσουνε οι νοικοκυραίοι. Και δεν έκαμε φυσικά λάθος που επονήρεψε. Όχι μοναχά επειδή είχε μια τρομερή παρατηρητικότητα αλλά γιατί ήτανε και Μεσσήνιος.

Ενώ ο καημένος ο Γιώργος, σαν Κρητικός και σαν σεμνός άνθρωπος, του επαραχώρησε το δωμάτιό του και το κρεβάτι του, όταν ο καπετάνιος του επροφασίστηκε ότι τον επονούσε η μέση του και ότι ο σουμιές, τάχα, θα τον εσκότωνε. Κάτι που η κοπέλα δεν το εφαντάστηκε όταν εσηκώθηκε την νύχτα για να παραστήσει την υπνοβάτισα.

Το ωραίο ήτανε πως ο Γιώργος δεν εθύμωνε τόσο για την γκάφα που είχε πάθει, όσο γιατί ο Σωτήρης το εδιηγότανε σ’ όλο τον κόσμο και τον επείραζε. Αλλά και πάνω εις το θυμό του αυτός και πάλι εγελούσε. Ακόμα και όταν εσήκωνε ψηλά το Σωτήρη ως δήθεν έτοιμος να τόνε σκάσει στο πάτωμα σαν καρπούζι

– Άτιμε μοραίτη, εφώναζε, αν το εξαναπείς μωρέ συ, να μην με λένε Γιωργή α δε σε σφάξω.

Κι εγελούσαμε και οι άλλοι από μια στάλα, ξεχνώντας τα βάσανά μας που και τότε τα είχαμε μπόλικα…»

Σ’ ένα άλλο που ο Γιώργης ο κρητικός, εγινότανε με το Σωτήρη τάχατες έξαλλος, ήτανε που ανεβαίνοντας στο βουνό με το όπλο του, τον εφόρτωσε και τη γραφομηχανή τους.

Σηκώνοντας, τη φανέλλα του ο Γιώργης ως το λαιμό, μας έδειχνε μια πληγή που θα την είχε από παιδί, βέβαια, πίσω, εις την δεξιά πλάτη του.

– Ορίστε, μωρέ σεις, κοπέλια, εφώναζε βρίζοντας με τα χειρότερα λόγια τον καπετάνιο του. Ορίστε μωρέ σεις, τι μου έκαμε ο κερατάς με την διαταγή του να κουβαλάω αυτό το μαραφέτι 26 ώρες στις πλάτες μου. Λες και θα ανοίγαμε με τους Γερμανούς αλληλογραφία και όχι πόλεμο.

Και όσο εμείς επροσπαθούσαμε να δικαιολογήσουμε το Σωτήρη, αυτός τόσο και περισσότερο μας παρουσιαζότανε δύσπιστος.

– Και μου το έκαμε αυτό ο κερατάς, εφώναζε, μόνε και μόνε για να με γελοιοποιήσει εις τους αντάρτες και το Λαδά τον καινούργιο μας καπετάνιο…

Εμείς πάλι, τον εβάζαμε να μας ξαναδείξει την πληγή εις την πλάτη του και το παίζαμε νούμερο. Θαυμάζοντας αυτόν τον πανέμορφο άντρα που μας εμάγευε η αθωότητα και η ομορφάδα της ομιλίας του. Και η αφοσίωση του στο Σωτήρη που άντεχε όλες τις δυστυχίες του κόσμου, φτάνει να βρισκότανε δίπλα του. Κάτι που όμως δεν του έστερξε για πολύ του καημένου.

Στο όσο επαράμεινε εις την Χρεμωνίδου, δεν είχαμε πια οι δυό μας άλλο θέμα συζήτησης από την Αντίσταση. Για το στραπάτσο που έπαθε ο λόχος του Λαδά όπως και για την ταλαιπωρία που ετραβήξανε ώσπου να καταλήξουνε με κάτι ψεύτικα χαρτιά στην Αθήνα. Έχοντας στο μεταξύ ταχτικά μουσαφίρη μας και το Γιώργο που όπως εκατάλαβα, έμενε σ’ ένα συμπατριώτη του σχεδόν δίπλα μας, κοντά στην Ανάληψη.

Εκείνο τον καιρό, απ’ όσο θυμάμαι, κυκλοφορούσε στην Αθήνα από την Αντίσταση ένα βιβλιαράκι με τον τίτλο «Τι είναι και τι θέλει το Ε.Α.Μ» γραμμένο από τον Γληνό που μας κατατόπιζε με πολύ εκλαϊκευτικό τρόπο σ’ αυτό το θέμα που οι περισσότεροι είχαμε άγρια μεσάνυχτα. Λέγοντας ή κάνοντας κουταμάρες.

Και μου είχε κάμει μεγάλη εντύπωση που ο Σωτήρης παρ’ ότι, όπως εκατάλαβα, δεν είχε πέσει στα χέρια του αυτό το βιβλιαράκι, ήτανε σε πολλά απ’ αυτά τα προβλήματα αρκετά καλά κατατοπισμένος. Και τον εθαύμαζα, βέβαια.

Σ’ αυτό που λοιδορούσαμε ο ένας τον άλλονε και ο καθένας τον εαυτό του, ήτανε που εβρεθήκαμε και οι δυό μας αδιάβαστοι στα καθέκαστα με την Ελληνική Επανάσταση, αλλάζοντας με την σειρά από βράδυ σε βράδυ τις «Μορφές του 21» ενός Λαμπρινού. Που τις εξημερώναμε εις το μαξιλάρι μας, νοτισμένες από τα δάκρυά μας. Ανυποψίαστοι, βέβαια ότι ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου θα κατάληγε κάποτε μπατζανάκης του!

Στο μεταξύ, ξεθαρρεύοντας από λίγο, έκανε και τις επισκέψεις του εις τους φίλούς του, καταπρώτο λόγο στον Πέτρο το Τσώνη, εμποροϋπάλληλο, κάπου στο κέντρο. Και στον Τσερπέ, βέβαια, που ήτανε και  ο κολλητός του.

Όπου σε μια «βόλτα» του εσυνάντησε τυχαία ένα συνάδερφό του που υπηρετήσανε στην «Ανωτέρα» και μαζί με τα συχαρίκια που του επήρε τον έκαμε και μας ξανάρθε τσαλακωμένος, σωστό λείψανο. Καθώς τον επληροφόρησε ότι τον ίδιονε μαζί με δυό τρεις άλλους συναδέρφους του τον αναζητούσανε επειγόντως από το Σώμα για να τους δέσουνε και να τους δικάσουνε παραδειγματικά ως επίορκους και προδότες. Το Σωτήρη και ως «λιποτάχτη εν ώρα πολέμου…».

Όπου πια, άλλο χειρότερο καταφύγιο από το Παγκράτι και την Αθήνα δεν θα υπήρχε, βέβαια. Καθώς επληθαίνανε συνέχεια τα Γερμανικά και τα χίτικα μπλόκα στις ανατολικές συνοικίες. Όπου από εμπιστοσύνη δεν εγνώριζε πια το σκυλί τον αφέντη του εκείνο τον καιρό. Μπροστά οι Γερμανοί και δίπλα τους οι χαφιέδες κι οι καταδότες παρέα με τους Παπαγιώργηδες και το Γρίβα «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω».

Ο Σωτήρης εσήκωσε τα μαύρα πανιά και μεις το πρώτο που εκάμαμε ήτανε να παραγγείλουμε στον «υπασπιστή» του το Γιώργο να έκοβε για λίγο τις βίζιτες για να μην έπαιρνε ο ένας τον άλλονε στο λαιμό του. Από μιαν ατυχία ή ένα λάθος. Ούτε και ήτανε εύκολο να τον εφυγαδεύαμε στη λεγόμενη «Ελεύθερη Ελλάδα» δίχως ένα ψεύτικο φύλλο πορείας, ως τάχατες της υπηρεσίας του ή έστω, μια πλαστή ταυτότητα. Κάτι που το απόκλειε ακόμα και ο Καλατζής, που ως στέλεχος της «Επιμελητείας του αντάρτη», είχε επαφές με τον λεγόμενο «παράνομο μηχανισμό». Και την ύπαιθρο, όπου διοχέτευε γάζες και φάρμακα. Τα περισσότερα από τη «Σωτηρία» με «μεσάζοντα» το Σταμάτη το Ρούσσα που νοσηλευότανε εκεί με αιμόπτυση.

Για να βρίσκαμε λύση σ’ αυτό το πρόβλημα, ο Σωτήρης το επίστευε όχι δύσκολο αλλά σχεδόν αδύνατο, ως ένα πράγμα πολύ επικίνδυνο. Ενώ του λόγου μου τελικά εκρέμαγα την ελπίδα μου σ’ ένα φίλο μου νωματάρχη που υπηρετούσε τότες εις το Μεταγωγών της Αθήνας, στην οδό Νικοδήμου στην Πλάκα. Όπως μου είχε φέρει τα νέα του και τα χαιρετίσματα του ο Δημήτρης, ο αδερφός του Σωτήρη.

Και το πίστευα χίλιες φορές καλύτερα που ήτανε αυτός ο άνθρωπος φίλος μου παρά να ήτανε κοντινός συγγενής μου ο Διοικητής του. Και θα τον εγκρίνετε κι εσείς τον συλλογισμό μου αν μάθετε πως ο λόγος γίνεται για τον λοχία το Χαντρινό. Αυτόνε που στα Χανιά, εις το 14ο Σύνταγμα, μαζί με το Δημήτρη τον Πατσατζή μ’ εγλιτώσανε από την παγίδα που μου είχε στημένη στον ουλαμό, ο παπάς ο εξωμολόγος μας.

O Χαντρινός ερχότανε προς το φυσικό του Σωτήρη. Λίγο στο πιό κοντός και δίχως την ομορφάδα του. Αεικίνητος που εφοβόσουνα ότι θα σ’ έβλεπε αν βρισκόσουνα πίσω του κι εκορόιδευες το βηματισμό του. Εύστροφος και ετοιμόλογος, εύκαιρος στα ρητά του Ευαγγελίου και στις παροιμίες που τις πιο πολλές τις εσκάρωνε μόνος του.

Και είναι δικιά του, βέβαια, ευρεσιτεχνία, το ανέκδοτο που μου είχε ειπωμένο κάποτε, εις το Μέτωπο, τσαντισμένος από το πολύ «κυρελέησον» το δικό μου, ότι δεν θα γινότανε ποτέ αυτό που πρεσβεύανε μερικοί, μερικοί, σαν του λόγου μου. Αυτό που σας το γράφω κι αλλού αλλά το έχω βαλμένο και σ’ ένα βιβλίο μου ως υπότιτλο.

Από πριν ένα χρόνο από τον καιρό που μιλάμε, ο Χαντρινός είχε κατεβεί στο Νησί όπου τον εκρατήσαμε φιλοξενούμενο για κοντά ένα μήνα στο σπίτι μας και στις Κουμαριές εις το χτήμα μας. Δυναμώνοντας ακόμα περισσότερο την φιλία μας. Δίχως να έχει ακόμα, όπως πιστεύω, την ιδέα να καταταγεί εις την Χωροφυλακή. Επειδή αλλιώτικα θα μου τόλεγε, γιατί αυτός εδιάλεγε ο ίδιος τον δρόμο του. Ως άνθρωπος που απόφευγε τις πρωτιές αλλά που δεν του πήγαινε και για δεύτερος.

Γυρίζοντας αργότερα σ’ όλα αυτά, το εσκέφτηκα πως μπορεί να πέρασε απ’ τα μέρη μας για να έβλεπε αν εχωρούσε κάπου κοντά μου. Είτε ως ψάλτης εις το Νησί, είτε σώγαμπρος. Αλλά θα εντράπηκε να μου το εμπιστευθεί και έτσι με άφησε να αισθάνομαι σ’ όλη μου την ζωή ένοχος που δεν το κατάλαβα.

Εσμίξαμε, τότε, πολλές φορές και με το Δημήτρη τον Πατσατζή, αλλά όχι ως «τρίο» στην πρέφα που θα περίμενε του λόγου του, αλλά μοναχά για τις βόλτες μας. Με επίκεντρο στις κουβέντες μας τις γκάφες μου εις το στράτευμα. Όπου ως διαβασμένος, όπως ενόμιζα, το βρήκα ως ευκαιρία να του έπαιρνα του Χαντρινού τη ρεβάνς για το ανέκδοτο που μου είχε πετάξει στο Μέτωπο. Φέρνοντας επίτηδες την κουβέντα στη Σοβιετική Ένωση για να του εθύμιζα πως υπήρχε, τέλοσπαντων και κάποιο μέρος σ’ αυτόν τον παλιόκοσμο, όπου τα είχανε καταφέρει οι αδύναμοι και οι φτωχοί να ζωντανέψουνε αυτά που θέλανε και αυτά που πρεσβεύανε. Παρουσιάζοντας ως παράδεισο τον τόπο τους που τον επαίνεψα αλλά μου το χάλασε και πάλι ο άτιμος με μια παροιμία δική του που και βέβαια θα την είχε δουλέψει πολύν καιρό στο μυαλό του.

Χαμηλώνοντας τη φωνή του και γέρνοντας προς το μέρος μου όπως για να μου εμπιστευθεί τη γνώμη του και το «μυστικό» του, μ’ επληροφόρησε πως ο «παράδεισος» δεν είναι κανένα άγνωστο ή μακρινό μέρος, αλλά ο κόσμος που ζούμε, με τις ομορφιές του και τις χαρές του. Αλλά που τόνε κάνει ο ίδιος ο άνθρωπος κόλαση όπου πατάει το πόδι του. Κουβαλώντας μαζί του την απληστία και την κακία του. Προφητεύοντας ότι ούτε κι εκεί θα αλλάζανε οι άνθρωποι εύκολα για να γίνουνε οι ίδιοι και να κάμουνε τον κόσμο καλύτερο.

– Επειδή, εσυνέχισε, και οι φίλοι σου, όπως όλοι μας, κουβαλάνε και λόγου τους σαν και τις μύγες μαζί τους, τον πισινό τους.

Και να μου το θυμάσαι, κατάληξε, χαμηλώνοντας περισσότερο την φωνή του, ότι οι σύντροφοί σου, εκεί, το ίδιο όπως και οι μύγες, θα τονε μαγαρίσουνε και θα τον κάμουνε κόλαση τον παράδεισο που ονειρεύεσαι…

Δεν τον αντίκρουσα στο συλλογισμό του, θαυμάζοντας τις στροφές που έπαιρνε το μυαλό του. Δίνοντας του έτσι την ευκαιρία να μου εξηγήσει ότι «ούτε εκεί ψηλά θα άλλαζε το ανθρώπινα είδος για χάρη μου. Επειδή θα του έβανανε μερικές ταμπέλες στο δρόμο του με τις δέκα εντολές του Λένιν ή του Μπουχάριν. Για να γίνει ένα πράγμα που ούτε ο ίδιος ο Ιησούς δεν το μπόρεσε…». Και τόνε θαυμάζω περισσότερο γι’ αυτό το ανέκδοτο με τις μύγες που το εδιάβασα και στις «Λευκές Νύχτες» του Γκόργκι που ο Χανδρινός δεν τις είχε πιάσει ποτέ εις τα χέρια του. Αποδείκνοντας έτσι πως είχε πολύ δικό του μυαλό στο κεφάλι του.

Τέλοσπάντων, αυτός ήτανε ο λοχίας ο Χαντρινός από το Κακόβατο που σας εκατάγραψα το ποιόν του για να καταλάβουτε κι εσείς για ποιο λόγο εκρέμαγα απάνω του τις ελπίδες μου για να φυγαδευότανε «εκτός Αθηνών» ο Σωτήρης. Και το έβρισκα ως καλύτερο, όπως σας είπα, που είχα αυτόνε φίλο μου κι όχι τον Διοικητή του.

 

Τα προηγούμενα ΕΔΩ