• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Αναμνήσεις από τη «Μεθυσμένη πολιτεία» μας όπου, όλα εκεί, ανιστορούν την ξυπολυσιά και τη φτώχεια μας (7o): Η γνωριμία μου με τους «Βουρκόλους»

του Δημήτρη Κανελλόπουλου //

Η γνωριμία μου με τον γαμπρό τους τον Ζέπο. Με την μοχθηρία και την κακία των Νησιωτών που γι΄αυτό μας έχουν κολλήσει το παρατσούκλι «Βουρκόλοι».

Οι Πατσατζέοι είχανε και μια μεγαλύτερη αδερφή, την Καλλιόπη που την εθυμόμουνα μοναχά με την φαντασία μου. Επειδή την είχα ιδεί δυό, τρεις, φορές όλες κι όλες, αλλά ως παιδί μικρό του Δημοτικού κι από πριν να μπαινοβγαίνω τόσο συχνά, πυκνά εις το σπίτι τους.

Τήνε φέρνω πάντοτε εις το νου μου μελαγχολική εις το βλέμμα και μιά κοπέλα στεγνή και λεπτή αλλά ψηλόσωμη και πολύ όμορφη. Που θα ήτανε κιόλας γιατί την ερωτεύτηκε ο Παναγιώτης ο Ζέπος, φοιτητής εις την Νομική και δημόσιος υπάλληλος, αστυνομικός που υπηρετούσε «εις τας Αθήνας». Και την εστεφάνωσε, άρον άρον, και για έναν πρόσθετο λόγο που του έτυχε του καημένου αλλά που, όπως και του λόγου μου, έτσι και εσείς θα τον μάθετε με μια μικρή καθυστέρηση.

Κι όχι βέβαια ότι θα ανεχότανε και η Θεία Όλγα τις «εργολαβίες», είτε «να δώσουμε ένα λόγο ώσπου να πάρει το παιδί το χαρτί του»και κάτι τέτοια «νησιώτικα» που θα της προτείνανε οι δικοί του που ήσαντε ευκατάστατοι και γεροί χτηματίες. Και όπως ενόμιζα θα είχανε ανοίξει στον γιό τους τον τρωικό πόλεμο, ένας μέλλοντας δικηγόρος αυτός και να έπαιρνε μια «ξεβράκωτη».

Επειδή, ξέραμε το τι εγινότανε και το τι γίνεται ακόμα στα μέρη μας με τα σόγια και με τις προίκες. Και αυτή θα ήτανε, όπως πίστευα, και η αιτία που στο σπίτι τους ή στο τραπέζι τους δεν αναφέρανε τίποτα για την Καλλιόπη και το γαμπρό τους ή τους Ζεπέους. Αποφεύγοντας, καθώς έβλεπα, να περνάνε από τους συμπεθέρους τους όπως τους το πρόσταζε αυτό η μεγάλη τους περηφάνια. Τόσο που ο Δημήτρης, άλλαζε δρόμο βλέποντας από μακριά τον υποψήφιο γαμπρό του. Δασκαλεμένος από τη μάνα του, βέβαια, για να μην τον έφερνε τον άνθρωπο σε δύσκολή θέση με τους δικούς του. Τουλάχιστο, έτσι τα εσκεφτόμουνα τότε, επηρεασμένος από τα λεγόμενα στο Νησί που αυτά εταιριάζανε με τα ήθη μας και τα έθιμά μας. Το ίδιο, όπως ψιθυριζότανε και αργότερα ότι, τάχα, μονάχα στα κρυφά επηγαίνανε από μιά, δυό φορές την εβδομάδα στη γιαγιά τους τα δύο πρώτα της εγγονάκια. Επειδή σχετικά με την Καλλιόπη, ο λόγος εδώ γίνεται για την περίοδο από πριν το ’34 γιατί στο μετέπειτα διάστημα που έλειπε και ο Σωτήρης είναι ζήτημα αν είδα καμιά φορά αυτή την κοπέλα στο πατρικό της.

 

Τον Παναγιώτη τον Ζέπο, στο λίγο που εμφανιζότανε στο Νησί μόνο «εξ όψεως» τον εγνώριζα και τόνε θυμάμαι.

Μέτριος στο ανάστημα αλλά όμορφος άντρας με όλα τα δεσίματά του σωστά, πάντοτε κοστουμαρισμένος και τις Κυριακές με γραβάτα. Δύσκολος, όπως έδειχνε, στις παρέες του, σιγανομίλητος και ήμερος στην περπατησιά του και στις κουβέντες του. Λιγάκι μονόχτωτος και πιο βαρύς από το συνηθισμένο.

Ωστόσο, την καλύτερη γνωριμία μαζί του προθυμοποιήθηκε να μου την κάνει ο ξάδερφός μου ο Μάκ. Πολύ αργότερα στα μέσα του Γυμνασίου, καλοκαίρι με φθινόπωρο του ’35 όπως νομίζω, στην Κάτω Πλατεία, περιμένοντας οι δυό μας να αδειάσει ο τόπος από γνωστούς για να του αγόραζα «χονδρικώς» από το περίπτερο του Διαμαντάκου τα δυό τσιγάρα τα χύμα που αναλογούσανε εις τους παράδες που διάθετα.

Εστεκόμασταν δίπλα εις την βρυσούλα που υπήρχε τότε σ’ αυτό το μέρος, ότι τάχα εξεδιψούσαμε τρομπάροντας πότε ο ένας πότε ο άλλος μας, όταν παρουσιάστηκε απέναντι μας ο Παναγιώτης ο Ζέπος. Προσπερνώντας το μαγεριό του Ηλιόπουλου, ανηφορίζοντας τον δρόμο για τα Τσερπέϊκα.

– Ο Παναγιώτης ο Ζέπος, μου εψιθύρισε, τραβώντας με από το μανίκι ο Μάκ, αλλά λιγάκι πιο δυνατούτσικα που εμένα όμως μου φάνηκε πως θα τον είχε ακούσει ο άνθρωπος και ντροπιάστηκα. Όπου, όμως, πριν να προλάβω να ειπώ στον ξάδερφό μου τα «χίλια ευχαριστώ» για τις συστάσεις που μού ’κανε, αυτός εμάζεψε όλη του την κακία να μου τον παρουσιάσει και ως πιωμένο.

– Βρίσκεται συνέχεια με ένα ποτήρι ρακί εις το χέρι του, εσυμπλήρωσε με πολλή κακεντρέχεια. Όπως σα να είχαμε βάλει πάνω σ’ αυτό στοίχημα τα δυό τσιγάρα και να τα κέρδιζε!

Η αλήθεια είναι ότι, πονηρεμένος μ’ αυτό που άκουσα, κατάλαβα και το λόγο που εβάδιζε με τα πόδια του ανοιχτά και ως λίγο σερνάμενα όπως οι σουρωμένοι. Αλλά και πάλι εδίσταζα να το πιστέψω αυτό που διατεινότανε ο ξάδερφος μου. Παρότι ακουγότανε πολλά εις το μεταξύ στο Νησί για τον Παναγιώτη το Ζέπο. Επειδή είχε παρατήσει από μια και καλή, όπως λέγανε, τις σπουδές του και τη δουλειά του, παρασταίνοντας εις τον κάμπο μας τον αγρότη. Που οι περισσότεροι το αποδίνανε αυτό στο αίσθημά του και το σεβντά του με τη Καλλιόπη. Κάτι το αδικαιολόγητο αφού βρισκόμασταν στον καιρό που αν δεν ήσαντε παντρεμένοι, θα πρέπει οι δυό νέοι να ετοιμαζόντανε για το γάμο τους.

Λίγο αργότερα, ερχόμενη η Δικτατορία του Μεταξά, οι Νησιώτες εβγάλανε το φουντούκι ότι το Ζέπο θα τόνε διώξανε από το Πανεπιστήμιο κι από τη δουλειά του για τα πολιτικά, ως αριστερό, εις αυτό που εκατάληγε και η γνώμη μου. Επειδή τους φοιτητές τους ενόμιζα, τότες, όλους επαναστάτες. Παραδειγματιζόμενος από το Γρηγόρη τον Αγγελόπουλο και από τον ψηλέα τον γείτονα μας τον Κώστα το Σπηλιώπουλο που στο Νησί τους λογαρίαζαμε «αγνοούμενους». Κι εκρατούσα σ’ αυτό την γνώμη μου, τουλάχιστον μέχρι τελειώνοντας το ’41, βλέποντας και το ζήλο που είχε δείξει ο Παναγιώτης για την Αντίσταση.

Μονάχα πολύ αργότερα, από τον κουνιάδο του το Δημήτρη, έμαθα πως άλλο ήτανε το σαράκι που εκατάτρωγε τότε τους Ζεπέους και κατά πρώτο λόγο το παλικάρι τους. Όπως και το Πατσατζέϊκο, βέβαια, τουλάχιστο τις τρεις γυναίκες. Ή μπορεί και το Σωτήρη, ως μεγαλύτερο. Που όλοι τους, και οι δυό φαμελιές, εκρατήσανε μυστική την πίκρα και το φαρμάκι τους. Όπως άρμοζε και στη «Μεθυσμένη Πολιτεία» που ζούσαμε.

Που όλα αυτά, βέβαια, θα τα βρείτε κι εσείς καταγραμμένα σ’ ένα άλλο μέρος αυτού του βιβλίου.

Τέλοσπάντων, η φτώχεια και η ανέχεια δεν ήτανε τότε «προνόμιο των ολίγων» για να λέμε, όπως σήμερα, ότι έφτανε στο τόσο ή στο τόσο τα εκατό, για να εξεχώριζες σ’ αυτό τη φαμελιά του Σωτήρη. Επειδή σχεδόν όλες οι οικογένειες στο ίδιο καζάνι εβράζαμε. Κι ίσως γι’ αυτό κιόλας, όλα τα σπίτια εβάζαμε ως στόχο τουλάχιστο να ετελείωνε κάποιο αρσενικό τους παιδί το Γυμνάσιο. Ελπίζοντας με κανένα διορισμό του εις το Δημόσιο, να εγλύτωνε το ίδιο απ’ αυτή τη σκυλοζωή και να βοηθούσε εις ότι δυνότανε, τις αδερφάδες και τα μικρότερα αδέρφια του.

Μάλιστα εκυκλοφορούσε στα μέρη μας κι ένα ανέκδοτο, ότι οι πολιτευτές μας σημειώνανε στο τεφτέρι τους τα ονόματα των παιδιών μας κι αντίς άλλο ρουσφέτι ρωτούσαν τους πατεράδες μας πότε λόγου χάρη, θα ετελείωνε το σχολείο του ο Δημητράκης ή ο Σωτήρης ας πούμε, για να του ετοιμάζανε το διορισμό του στο Κράτος. Ή, πότε, έστω, θα «περνούσανε το περιοδεύον» για να προλαβαίνανε να τους διορίζανε χωροφύλακες. Ένα πράγμα που όχι μονάχα το επρόλαβα και ο ίδιος αλλά το επλήρωσα κιόλας.

Στο μεροκάματο, απ’ όσο θυμάμαι, έβγαινε και η θεία Όλγα, όταν το έβρισκε. Επειδή ούτε ο Κρέπαπας ούτε ο Παπαδόπουλος και οι Γαλανάκηδες την εμπιστευόντανε στα χωράφια τους, όπως την εβλέπανε κακοζάκανη, πετσί και κόκαλο που ούτε οι βδέλλες δεν θα την καταδέχονταν. Πολύ φαρμακωμένη, ως αμάθητη από δυστυχία στο πατρικό της. Κόρη μαμής με το όνομα κι από οικογένεια ευκατάστατη.

Όμως αυτή δεν έμενε άπραγη με το φιλότιμο και την αξιοπρέπεια που εδιάθετε. Και ξωμαχούσε στα χτήματα και στα περιβόλια. Έστω και ως μαζώχτρα, όπως το βλέπαμε από τα φρούτα και τα λαχανικά που κουβαλούσε στο σπιτικό της, γυρνώντας με γεμάτη την μπόλια ή το καλάθι της.

Αλλά το βάρος στη φαμελιά τους, όπως θα το σπουδάσουμε και σε κανένα άλλο μέρος του γραφτού μας, το εσήκωνε η Ελένη. Χειμώνα καλοκαίρι μέσα στα βαλτονέρια. Ένα πράγμα που περισσότερο από τον Δημήτρη το είχε συνειδητοποιήσει, ο μεγαλύτερος, ο Σωτήρης, που μέχρι και τελειώνοντας έλεγε το όνομα της και δάκρυζε…

 

(Τη φωτογραφία του Κωνσταντίνου Μάνου τη βρήκαμε στο διαδίκτυο)