• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Αφιέρωμα στην Οχτωβριανή Επανάσταση: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος

Η Οχτωβριανή Επανάσταση είχε μεγάλη η επίδραση στον πνευματικό κόσμο της Ελλάδας, ιδιαίτερα δε στους οπαδούς του μαχόμενου δημοτικισμού που συσπειρώνονταν στο περιοδικό «Νουμάς» του Δ. Ταγκόπουλου. Ηταν τέτοια η επίδραση που αργότερα ο δημοτικιστής ταυτιζόταν με τον κομμουνιστή, εξ ου και το μαλλιοροκομμουνιστής. 

Τιμώντας την Οχτωβριανή Επανάσταση θα αναπτύξουμε ένα αφιέρωμα για την επίδραση που είχε στο λογοτεχνικό κόσμο και στη διανόηση της εποχής.

Αναφερθήκαμε ήδη στους Δημήτρη ΤαγκόπουλοΡήγα ΓκόλφηΜένο Φιλήντα και συνεχίζουμε με τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο.

Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης //

Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1869 και πέθανε σε ηλικία 52 χρόνων στις 22 Ιούλη 1920. Διαλεχτή μορφή των ελληνικών Γραμμάτων και της σοσιαλιστικής ιδεολογίας.

XatzopoylosΣτα 1898 εξέδωσε το περιοδικό «Τέχνη» το οποίο γραφόταν αποκλειστικά στη δημοτική (κυκλοφόρησαν 12 τεύχη για ένα χρόνο) και αργότερα με την έκδοση του «Νουμά» ήταν από τους στενότερους συνεργάτες του περιοδικού. Όταν ξεκίνησε η συζήτηση στο «Νουμά» για το σοσιαλισμό με αφορμή το βιβλιαράκι του Γ. Σκληρού «Το κοινωνικό μας ζήτημα», ο Κ. Χατζόπουλος ήταν από τους ηγέτες των σοσιαλιστών. Τα άρθρα του Κ. Χατζόπουλου αυτή την περίοδο (1906-1909) για τη γλώσσα, την Τέχνη, το λαϊκό θέατρο αποτυπώνουν τη σοσιαλιστική σκέψη της εποχής.

Σπούδασε στην Γερμανία όπου ήρθε σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες (Ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος). Ιδρυσε, μόλις το 1909, στο Μόναχο της Γερμανίας τη Σοσιαλιστική Δημοτικιστική Ενωση για να ενωθούν σε αυτή οι σοσιαλιστές δημοτικιστές «για να προπαγαντίσουμε κι άλλους και να πετάξουμε τη γλωσσική ιδέα σε πλατύτερο γλωσσικό κύκλο». «Κανείς βέβαια δε θα θαρέψει πως ο Χατζόπουλος έβαζε για σκοπό του σοσιαλισμου΄το δημοτικισμό. Ητανε εκείνη την εποχή στην Ελλάδα η δρακουλική καθαρευουσιάνικη περίοδο του σοσιαλισμού. Κι ο Χατζόπουλος έβλεπε πως πρέπει να αντιδράσουμε στις καθαρευουσιάνικες ιδέες των σοσιαλιστών, που θέλουν να οργανώσουν τους εργάτες… Σοσιαλιστική κίνηση – μου έγραψε – δίχως τη γλώσσα του λαού, είναι κοπανιστός αέρας. Όταν πάρουμε και το σοσιαλισμό και τη δημοτική γλώσσα για πολιτικές ανάγκες του τόπου μας, θάμαστε ασυνεπείς και φοβητσιάρηδες αν τις χωρίσουμε (…) Ετσι χάρη στην επιμονή του Χατζόπουλου, χωρίς να λοξοδρομήσουμε, η δημοτική γλώσσα και μαζί της η δημοτικιστική ιδεολογία, μπήκαν στα σωματεία των εργατών και είναι σήμερα σημαίες στα προγράμματα όλων των σοσιαλιστικών οργανώσεων» (Ν. Γιαννιός).

Xatzopoulos2Προπαγάνδιζε την ιδέα του σοσιαλισμού και την ανάγκη οργάνωσης του ελληνικού προλεταριάτου. Μετέφρασε πρώτος στα ελληνικά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το δημοσίευσε πρώτα στην εφημερίδα «Εργάτης» του Βόλου (1909)  και αργότερα, στα 1913 ως Κοινωνιστικό Μανιφέστο σε μπροσούρα. Στο περιοδικό «Σοσιαλισμός» (1915) δημοσίευσε μελέτη με τίτλο «Τι θέλει και τι είναι ο σοσιαλισμός» και μετέφρασε «Το κεφάλαιο και μισθωτή εργασία» του Μαρξ το οποίο όμως δεν τυπώθηκε.

Στα 1914 επέστρεψε στην Ελλάδα θεωρώντας τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι ότι θα μπορούσε να παίξει ρόλο αρχηγού στη εν εξελίξει σοσιαλιστική δραστηριότητα, όμως, γρήγορα απογοητεύτηκε και αποτραβήχτηκε. Ο Γιάννης Κορδάτος το αποδίδει στο χαρακτήρα του. Αρνητικές αναφορές στο χαρακτήρα του Κ. Χατζόπουλου έχει και ο Ταγκόπουλος στο αφιέρωμα που έκανε ο «Νουμάς» μετά το θάνατο του ποιητή.

«Πραγματικά ο Χατζόπουλος  ήρθε μα γρήγορα απογοητεύτηκε, γιατί ήταν νευροπαθής κι εγωιστής. Ήθελε να πέσουν οι εργάτες να τον προσκυνήσουν και να τον αναγνωρίσουν ασύδοτο αρχηγό. Επασχε κι αυτός από την ίδια αρρώστια του Δρακούλη. Ηθελε καλά και σώνει να δέχονται οι άλλοι τις γνώμες του, χωρίς να τις κρίνουν και να τις συζητούν. Γι’ αυτό, όταν κάποτε βρέθηκε σε μια μεγάλη σοσιαλιστική συγκέντρωση και πολλοί δε δέχτηκαν τις γνώμες του, αλλά του κάνανε κριτική, θύμωσε, πείσμωσε και γύρισε για πάντα τις πλάτες του στο σοσιαλισμό.

Σ’ ένα γράμμα του στο Γιαννιό, σταλμένο από την Αθήνα (1914), ξεσκεπάζει ο ίδιος τον εαυτό του :

‘’Αγαπητέ φίλε,

Σκέφτηκα το πράμα καλύτερα. Ο σεβασμός στον εαυτό μου δεν μου επιτρέπει να ανακατευτώ πια με τους παλιανθρώπους του Σ.Τ.Ε.Τ.Ε., έστω και πολεμώντας τους. Μου φαίνουνται όλα αυτά ματαιοπονίες. Το κήρυγμα του σοσιαλισμού κατά ξένα πρότυπα είναι πρόωρο ακόμη για το ρωμιό εργάτη. Το πρώτο πού του χρειάζεται είναι να μάθει να διαβάζει και να γράφει και να πάρει μερικά ηθικά μαθήματα. Είναι η πίστη που σχημάτισα τώρα που γνώρισα από κοντά την πραγματικότητα. Με την πεποίθηση μου αύτη εννοώ να μείνω, χωρίς να θέλω, να επηρεάσω ούτε σένα, ούτε κανέναν άλλο.

Ετσι νομίζω είμεθα εξηγημένοι.

Σε ασπάζομαι δικός σου πάντα Κων. Χατζόπουλος’’

Ο Χατζόπουλος δεν ήταν καμωμένος για αρχηγός. Πρώτα πρώτα ήταν εγωιστής κι ύστερα, παρ’ όλη τη θεωρητική σοσιαλιστική κατάρτισή του, δεν παρουσίασε καμιά δράση στην Ελλάδα. Η ηγεσία όμως, εξόν από τη μόρφωση, απαιτεί θυσίες και αγώνες».

Τη δική του εξήγηση δίνει ο φίλος του Ν. Γιαννιός: «Τονε φέραμε στα 1914, μέσα σε ένα περιβάλλο πρωτόγονο, μέσα στις μικροπονηριές, στις προστυχιές, στις καχυποψίες, στους ψωροεγωισμούς και τους σαλιάρικυος φαφλατισμούς του αμόρφωτου Ελληνα εργάτη.. από τις πρώτες μέρες ο Χατζόπουλος είχε χάσει τα νερά του.(…)

Ετσι όταν μαζεφτήκαμε όλοι οι σοσιαλιστές στην «αίθουσα Δρακούλη» και είχε δοθεί η προεδρεία στο Χατζόπουλο για να μας ενώσει, η ψυχή του Κώστα πέρασε από ένα αληθινό μαρτύριο. Στη φιλοσοφημένη του λογική άκουε ναπαντούν τα ηλίθια επιχειρήματα των άξεστων, ακόμη κι εν΄ςο μεθυσμένου! Ως που ένας από τον όχλο έθιξε εκείνο που ο Κώστας είχε για το πιο ιερό, τη σοσιαλιστική ηθική του, και μ’ αυτή τη νευροπάθειά του. Αλλοίμονο!  Από τότες έφυγε και μας παράτησε».

Μετά συνεργάστηκε με τους Κοινωνιολόγους, και στη συνέχεια πέρασε στο Κόμμα του Βενιζέλου. Για να χτυπηθεί ο Κωνσταντινισμός. Υπηρετεί το βενιζελισμό ως διευθυντής της λογοκρισίας. «Εν ονόματι» των εθνικών ζητημάτων βρίσκεται απέναντι στους σοσιαλιστές. Έδωσε την εντύπωση ότι γύρισε οριστικά την πλάτη στις σοσιαλιστικές ιδέες.

Με την Οχτωβριανή Επανάσταση όμως ξαναβρίσκει τον παλιό του επαναστατικό ενθουσιασμό και με το ποίημα «Παραμύθι» που έγραψε καλεί το λαό να ξεσηκωθεί και να γκρεμίσει τους καταπιεστές του:

Ξύπνα μονάχα απ το αποκοίμισμά σου,
μη σκύβεις, λεημοσύνες μη ζητάς,
τρίζε τα δόντια, αγρίεψε, ανταριάσου,
σπάσε όποιο εμπρός σου εμπόδιο απαντάς.

Ρίχνε ό τι κόβει την ορμή σου, χίμα
σαν ακράτητη θάλασσα πλατειά·
κάθε άλλο μεγαλείο μπροστά σου τρίμμα
ας πέσει απ τη γερή σου τη γροθιά.

Αιώνες δεν απόστασες να γέρνεις
σαν το νωθρό το βόδι στο ζυγό,
να σου θερίζουν άλλοι ό τι εσύ σπέρνεις,
αργούς να τρέφεις στάζοντας ιδρό;

Να χύνης αίμα αυτούς για να πλουταίνεις,
να τους υψώνης σκύβοντας στη γη,
και συ να λαχταράς, να μη χορταίνεις
και το πικρό σου, το ξερό ψωμί!»

Αργότερα το ποίημα αυτό το απάγγελναν στις εργατικές συγκεντρώσεις όπου σκορπούσε συγκίνηση και ενθουσιασμό.

Η Οχτωβριανή Επανάσταση τον ενθουσίασε μα δεν έζησε για να δει τα επιτεύγματά της.

Ο Κ. Χατζόπουλος ως διηγηματογράφος να βρίσκεται σε μια μεταβατική εποχή χωρίς να μπορεί να γίνει ο πατέρας του κοινωνιστικού διηγήματος, στάθηκε άτολμος. Εμεινε μακριά από τη ζωή και τους αγώνες των εργατών. Ομως ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος είναι από τους πρωτεργάτες των σοσιαλιστικών ιδεών στον τόπο μας και αυτό αποτυπώθηκε κυρίως στο μεταφραστικό του έργο και στις μπροσούρες του.

Το βιογραφικό του Κ. Χατζόπουλου όπως δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του στο «Νουμά» στο τεύχος που του αφιέρωσε το περιοδικό,

Το βιογραφικό του Κ. Χατζόπουλου όπως δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του στο «Νουμά» στο τεύχος που του αφιέρωσε το περιοδικό,

 

«Ητανε από το σκαρί των ανθρώπων, που γλήγορα παίρνουνε φωτιά για μια ιδέα και γλήγορα ξεθυμαίνουνε. Από το Μόναχο προσπαθεί να μας μυήσει σ’ ένα σοσιαλιστικό δημοτικιστικό σύνδεσμο για να καταντήσει στο τέλος αρνητής του σοσιαλισμού και να μας ξαναδώσει πάλε, με κάτι τελευταία ποιητικά του δημιουργήματα την ελπίδα κάποιας επιστροφής στους παλιούς  του έρωτες. Το ίδιο και με τη γλώσσα.  Δημοτικιστής με απόλυτη πίστη, συγκεντρώνει στο περιοδικό η ‘’Τέχνη’’ (1898), όλο το μαλλιαρισμό πούκανε τότε την πρώτη εμφάνισή του, για να καταντήσει με τις τελευταίες αμφιβολίες του, στη δεύτερη έκδοση της ‘’Ιφιγένειας’’, μια έκδοση γεμάτη από γλωσσικό συντηρητισμό. Σε αυτό, μεγάλο μέρος από την ευτύνη πέφτει πιθανότατα στον Εκπαιδευτικό Ομιλο. Η προσέγγισή του στον Ομιλο του στάθηκε ολέθρια, κι αυτή του δυνάμωσε και του καλλιέργησε όλες τις αμφιβολίες, που του είχανε γεννηθεί τώρα τελευταία ως προς το ζήτημα της γλώσσας. Λίγο ακόμα και θα τον οδηγούσε στον πνευματικό τάφο. Γιατί, όπως παραπονιότανε, δεν μπορούσε πια να εκδηλωθεί με τη δημοτική, και πότε φοβέριζε πως θα ξαναγυρίσει στην καθαρεύουσα, πότε έλεγε πως το ζήτημα της γλώσσας του έστεκε αδιάφορο γιατί αυτός για ένα μόνο είχε να φροντίσει πια, πώς να δημιουργήσει στυλ. Πώς το εννοούσε αυτό το στυλ, δε μας άφησε δυστυχώς ο θάνατος να το κρίνουμε σε νεότερα έργα του» (Κώστας Παρορίτης).

 

(Ο ίδιος έγραφε το όνομα του χωρίς -ν Κωσταντίνος)