• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Αχιλλέας Παράσχος

Επιμέλεια Ηρακλής Κακαβάνης //

Ο Αχιλλέας Παράσχος (25/9/1838-26/1/1895) ήταν ο δημοφιλέστερος ποιητής στην εποχή του, θεωρούνταν εθνικός ποιητής. Στις φιλολογικές εσπερίδες της εποχής η αίθουσα του Παρνασσού πλημμύριζε κόσμο.

«Γιατί λοιπόν οι συγκαιρινοί του Παράσχου τον καταλαβαίνανε: Γιατί κι ο ίδιος ο ποιητής ήτανε λαός, μα όχι με την καλύτερη σημασία της λέξης. Δεν πήγαινε στα βάθη της λαϊκής ψυχής για να βρει τους κρυμμένους θησαυρούς που υπήρχαν εκεί μέσα, ούτε έμπαινε μέσα στο νου των πολλών να σκορπίσει το σκοτάδι και να φέρει το φως. Δε φρόντισε ν’ ανεβάσει τα πλήθη στην αλήθεια· κατέβαινε ο ίδιος στις αδυναμίες, στα ελαττώ­ματα, στις πλάνες, στο εσωτερικό χάος, στην άγνοια και την αμορ­φωσιά των πολλών. Δεν τους έλεγε τίποτε διαφορετικό απ’ ό,τι λέγανε και θέλανε οι Ίδιοι. Επαιρνε το ακατέργαστο ψυχικό υλικό τους και έφκιανε ρητορικές «κορώνες» στη διαπασών. Γι’ αυτό τον καταλαβαίνανε. Κι επειδή τον καταλαβαίνανε, τον αγαπούσαν· Κι αφού τον αγαπούσον τον διαβάζανε και τον δοξάζανε και τους ήτανε ο πνευματικός πατέρας, ο κακός πατέρας, που όχι μονάχα αφήνει τα «παιδιά» του να κάνουν όλες τις αταξίες που τους αρέσουν παρά και τα παροτρύνει να τις κάνουν» (Κ. Βάρναλης).

Η ποίησή του δε συγκινούσε μόνο τα πλήθη μα και τους ειδικούς. Στο γνωστό φιλολογικό καυγά Εμμ. Ροΐδη – Αγγ. Βλάχου στα 1877, ο Ροΐδης διατύπωσε την άποψη ότι στην Ελλάδα μόνο δύο αληθινοί ποιητές υπάρχουν ο Βαλαωρίτης και ο Παράσχος. Βέβαια για την άποψη αυτή από τότε υπήρχαν πολλές ενστάσεις.

«Το 1881 τύπωσε για πρώτη φορά σε τρεις τόμους τα ποιήματάτου (σύγχρονα στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη), που έγιναν ανάρπαστα, γιατί ήταν γνωστά στον κόσμο από προηγούμενες δημοσιεύσεις σε περιοδικά και απαγγελίες και ο Π. λογαριαζόταν κιόλας τότε ως ο μεγαλύτερος ‘’ποιητής του Ελληνισμού’’. Πραγματικά ο Αχιλλέας Παράσχος απηχούσε στο έργο του τις απόψεις του απλού, μέσου αστού, που, κατά βάθος, προτιμά τη συντήρηση του παλιού, ανήμπορος να βαστάξει τις βαθιές αναστατώσεις, που φέρνουν οι μεγάλες αλλαγές. (Όσο για την Ελλάδα, η νοοτροπία αύτη είχε και το δικαιολογητικό, ότι η πρόοδος της Ιστορίας, στο ποσοστό που ήταν και εδώ μια πραγματικότητα, παραγνώριζε τη δικαίωση και την ανταμοιβή όλων εκείνων πού είχαν σηκώσει το έργο του Αγώνα, δίνοντας τα πρωτεία και τα προνόμια σε ξενόφερτους πολιτικάντηδες και ανθρώπους που δεν μπορούσαν να συλλάβουν τα προβλήματα της χώρας.) Οπωσδήποτε ο Παράσχος, πάντα ευμετάβολος, ενώ έκανε βίαιη επίθεση εναντίον του ευρωπαϊκού πολιτισμού, που απειλούσε να παρασύρει στην ορμή της προόδου του ‘’Θεόν και οικογένειαν, πατρίδα’’, δε δίσταζε να αποκαλέσει, σε άλλη στιγμή, το Παρίσι ‘’Βηθλεέμ της γης’’.

Παρ’ όλη την αστασία και επιπολαιότητά του, δεν έπαψε νά παίρνει, ποιητικά, ενεργό μέρος στη δημόσια ζωή της Ελλάδας. Όλες τις επίσημες στιγμές και τις πολιτικές κινήσεις τις έκανε ποιήματα, με τη μορφή προπόσεων, ανοιχτών, όπως θα λέγαμε σήμερα, επιστολών σε πολιτικούς και βασιλιάδες, καθώς επίσης ποιήματα έκανε τις γεννήσεις ή τις γιορτές των παιδιών του, γενέθλια, θανάτους και πλήθος περιστατικών της δικής του ιδιωτικής ζωής ή των φίλων του.

Ως ποιητής, με τα σημερινά μέτρα, δεν μπορεί παρά να κριθή πολύ αυστηρά. Δεν έχει φαντασία και επαναλαμβάνει τις ίδιες ποιητικές ιδέες, τα ιδία θέματα. Μια στατιστική εργασία πάνω στο έργο του θα απόδειχνε την τρομερή φτώχεια του. Εχει όμως μια μεγάλη στιχουργική ικανότητα και μια ρητορική επιδεξιότητα, έτσι ώστε να μπορεί να ικανοποίηση ένα αισθητικά ακαλλιέργητο πλήθος» («Η ελληνική ποίηση», εκδόσεις ΣΟΚΟΛΗ).

Ανήκει στους ποιητές οι οποίοι έγραφαν και κατά παραγγελία κερδίζοντας χρήματα από την τέχνη τους. Η γλώσσα του είναι άλλοτε καθαρεύουσα και άλλοτε μεικτή.

 

Ε, και να ήμην βασιλεύς

Ε, και να ήμην βασιλεύς· πλην, των Ελλήνων μόνον·
πρώτην φοράν αντήλλαζα την δάφνην με τον θρόνον.
Έφιππος θα διέτρεχα με ξίφος εις την χείρα
έχων ηνία τον βορράν, το θάρρος πτερνιστήρα.

……….

Ε, και να ήμην βασιλεύς· η γη των Μακεδόνων,
αυτήν την ώραν, προ πολλού Ελλάς θ’ απεκαλείτο.
Τσαρούχια θα εμύρωνεν ο θύμος της Ευζώνων
και κάτωθεν του ξίφους μου ο Βούλγαρος θα ήτο.
Πυρίτις θα κατέκλυζε την χώραν της Ηπείρου,
θ’ ανέζη ο Αλέξανδρος και το σπαθί του Πύρρου!

Ε, και να ήμην βασιλεύς· θα είχον είπει ήδη,
όχι πολλά· λακωνικώς· «Εμπρός!». Αυτό και μόνον·
και η Ευρώπη ήθελεν εκπεπληγμένη ίδει
να μεταφέρω πτερωτόν εις Βόσπορον τον θρόνον!
Το ξίφος μου θα έκοπτε τον Γόρδιον… κι η Δύσις
«Τετελεσμένον» ήθελεν αναφωνή επίσης…

Ε, και να ήμην Βασιλεύς· αντί τού Βασιλέως,
την θύελλαν θα ίππευον, τα νέφη του βορέως·
τα πέταλα του ίππου μου θα ήσαν φως Ελλήνων,
και θα μ’ εκάλουν, η νεκρόν ή ζώντα…, Κωνσταντίνον!
Επί του ίππου, Βασιλεύ, μετάφερε τον θρόνον
εις μίαν ιππασίαν σου το μέλλον είναι μόνον.
(Απαντα, σ. 171-172)

Μεγαλοϊδεάτικο ποίημα στρεφόμενο κατά του Όθωνα