• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Βαγγέλης Κακατσάκης: «Κάζοβαρ»

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης //

«Μη φοβηθείτε,/ όσοι ξέρετε από δάκρυα»
(Θα ’ρθει καιρός)

 

marakis21Ο Βαγγέλης Κακατσάκης είναι ο ποιητής που παρουσιάζουμε σήμερα στο Ατέχνως. Ο ποιητής γεννήθηκε στο Νίππος Χανίων από γονείς αγρότες το 1948. Είναι απόφοιτος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας, σπούδασε στην Πάντειο Σχολή (σημερινό Πάντειο Πανεπιστήμιο) και μετεκπαιδεύτηκε στις Επιστήμες της Αγωγής. Εργάστηκε για 36 χρόνια ως δάσκαλος. Έχει ασχοληθεί ενεργά, για μια 20ετία περίπου, με το συνδικαλισμό και συνεχίζει ν’ ασχολείται εδώ και 45 χρόνια με τον πολιτισμό και την παράδοση. Είναι συνεργάτης, απ’ τα μέσα της 10ετίας του 1970, της εφημερίδας “Χανιώτικα νέα”. Εκτός των άλλων δημοσιευμάτων του (ποιήματα, διηγήματα, επιφυλλίδες, χρονογραφήματα, άρθρα, μελέτες κ.λπ.) έχουν κυκλοφορηθεί σε βιβλία άλλες δύο ποιητικές του συλλογές: “Τα άλογα του χρόνου” (1973), “ΚΑΖΟΒΑΡ” (εκδ. “Φιλιππότη”, 1987) και “Όταν γίνεις ποίημα” (εκδ. “Πολιτιστική Εταιρεία Κρήτης – Πυξίδα της Πόλης”, 2013) και το πεζό “Τα γράμματα της Παναγίας” (Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Κισάμου και Σελίνου, 2013).

Ξεκινάμε με μια παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «ΚΑΖΟΒΑΡ» (40 ποιήματα συν ακόμα 3 που λειτουργούν ως πρόλογος κι επίλογος αντίστοιχα) η οποία περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα πριν από 30 χρόνια και κυκλοφόρησε σαν βιβλίο το 1987 κάνοντας δύο εκδόσεις από τον «Φιλιππότη». Ο τίτλος της συλλογής αποτελεί μια λεκτική κατασκευή του  ίδιου του ποιητή. Σύμφωνα μες τον ίδιο την εποχή που αποφάσισε να εκδόσει την «ΚΑΖΟΒΑΡ» διάβαζε τον «Μπολιβάρ» του Νίκου Εγγονόπουλου. Η κατάληξη, -βαρ, του άρεσε και του θύμιζε επανάσταση. Έτσι επινόησε αυτή τη λέξη, που μάλλον δεν υπάρχει πουθενά αλλού. Η Κάζοβαρ δεν είναι όμως μόνο ο τίτλος ενός βιβλίου αλλά μια ολόκληρη πολιτεία, μια πόλη-χώρα όπου συνυπάρχουν οι «χυδαίοι», οι «αδύνατ(μ)οι» και οι «φαέθοντες» και όπου ο Ποιητής ως ο «έσχατος άνθρωπος» προσεγγίζει τα γεγονότα προσπαθώντας να ερμηνεύσει κάποιες από τις ανθρώπινες συμπεριφορές αλλά και τις διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες.

Ο ίδιος ο ποιητής σε συνέντευξη σε τοπική εφημερίδα των Χανίων (Χανιώτικα Νέα, 27/6/2014, ρεπορτάζ: Δημήτρης Μαριδάκης), δήλωσε ότι στην Κάζοβαρ συνυπάρχουν όλων των ειδών οι άνθρωποι. «Οι “χυδαίοι” που θέλουν να επιβάλουν το κακό, οι “αδύναμοι” που θέλουν να κάνουν το καλό, αλλά κάνουν ελάχιστες προσπάθειες για να το πετύχουν και υπάρχουν και οι “φαέθοντες”, οι οποίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να κάνουν τη δική τους επανάσταση. Αυτή η πόλη βέβαια μπορεί να βρίσκεται σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, αλλά και μέσα στην καρδιά μας. Ο καθένας μέσα στην καρδιά του μπορεί να έχει μια Κάζοβαρ». Όπως θα αντιληφθεί κι ο αναγνώστης η Κάζοβαρ δεν είναι απλώς ένα δημιούργημα της ποιητικής φαντασίας και ευφυίας του Βαγγέλη Κακατσάκη αλλά μία πολιτεία-αντανάκλαση της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Κι αυτό ισχύει τόσο στα χρόνια που εκδόθηκε το βιβλίο (1987) αλλά και σήμερα. Μπορούμε μάλιστα να υποθέοσυμε με μεγάλη ακρίβεια ότι στα ποιήματα αυτά φαίνεται η επιρροή των πρόσφατων (για τότε) κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων με πρώτο γεγονός στη σειρά την ελληνική Χούντα αλλά και τη διεθνή συγκυρία της εποχής. Έντονο είναι και το θρησκευτικό στοιχείο στην «Κάζοβαρ».

Στα πρόσωπα των «χυδαίων» θα αναγνωρίσουμε τους εξουσιαστές της καθημερινότητάς μας, στους «αδύνατους» μια πλευρά της κοινωνίας που ζει, εργάζεται και σκέφτεται σε μια κατάσταση όπου οι «χυδαίοι» έχουν τον πρώτο λόγο και στους «φαέθοντες» εκείνη τη μικρή ή μεγάλη πλειοψηφία που αγωνίζεται με όλες της τις δυνλαμεις για να ερμηνεύσει τις εξελίξεις αλλά και για να χτίσει μια κοινωνία όπου οι «χυδαίοι» δεν θα έχουν λόγο. Η ίδια η «Κάζοβαρ» αποτελεί το κοινωνικό, ηθικό και αισθητικό όραμα του δημιουργού της, ο οποίος ήταν μόλις 39 χρονών όταν την συνέθεσε. Και σίγουρα είναι το όραμά του ακόμα και σήμερα – τρεις εκδόσεις έχουν πραγματοποιηθεί ως τώρα του βιβλίου παράλληλα με την νεότερη ποιητική παραγωγή του Βαγγέλη Κακατσάκη.

Η ποίηση του Βαγγέλη Κακατσάκη (κι όχι μόνο στην «Κάζοβαρ») είναι μία ποιήση που συγκινεί αλλά και μια ποίηση που δεν κάνει εκπτώσεις σε όσα θέλει ννα πει ή και, ίσως, να καταγγείλει. Αλλά πάνω απ’ όλα θέλει και διεκδικεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να σταθεί γενναίος και ελεύθερος απέναντι στις δυσκολίες και τα εμπόδια. Όπως έχει δηλώσει «Δεν αλλάζει τον κόσμο η ποίηση. Μπορεί όμως κατά κάποιο τρόπο να βοηθήσει τους ανθρώπους να γίνουν καλύτεροι για να αλλάξουν στη συνέχεια τον κόσμο. Με την έννοια αυτή ο ποιητής οφείλει να είναι “παρών”, ιδίως στην εποχή μας που είναι μια εποχή ηθικής κρίσης», μπορεί όμως ως κοινωνικό γεγονός που είναι να επικοινωνήσει με τους συνανθρώπους της και να εκφράσει τις βαθύτερες ανησυχίες της.

Κοινός τόπος της «Κάζοβαρ» είναι, σύμφωνα με τον ποιητή, η άποψή του ότι το καλό και το κακό συνυπάρχουν και το θέμα είναι ποιο απ’ τα δυο υπερασπιζόμαστε τόσο στην ιδιωτική μας οδό όσο και στον δημόσιο βίο μας. Από τη δική μας πλευρά μάλλον εντοπίζουμε κάτι περισσότερο πέρα πό τη μάχη καλού και κακού, μια έστω απροσδιόριστη και ασυναίσθητη ταξική, υλιστική διαμάχη κι όχι αποκλειστικά ηθική και ιδεολογική όπως είναι η στάση του ποιητή. Είναι ένα βιβλίο γεμάτο ελπίδα, ένα θεατρικό αναλόγιο που επιλέγει να βαδίσει τον Ανήφορο ενάντια σε κάθε εμπόδιο. Αλλά πέρα από τις προσωπικές αναγνώσεις, έχουμε να δηλώσουμε ότι στα χέςρια μας έχει παραδοθεί ένα ποιητικό έργο υψηλής επιδραστικότητας που χρειάζεται να ανακαλύψουμε και να μελετήσουμε.

Τα εικαστικά έργα της τρίτης έκδοσης του βιβλίου, που συνομιλούν με τα ποιήματα αλλά και που αποτελούν μια ξεχωριστή, αυθύπαρκτη ποιητική-εικαστική δημιουργία είναι του Χανιώτη εικαστικού Γιάννη Μαρκαντωνάκη.

Εδώ κλείνει αυτή η παρουσίαση, με την πρώτη ευκαιρία θα ξανασχοληθούμε με την ποίηση του Βαγγέλη Κακατσάκη κι ιδιαίτερα με τις πρόσφατες εκδόσεις του. Ακολουθούν κάποια ποιήματα από την «Κάζοβαρ».

ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Μπήκαν στην πόλη
η αγορά γέμισε μάσκες.
Ο ήλιος μαζεύτηκε
πάνω στην ξεμοναχιασμένη παπαρούνα.
Οι πολλοί κρύφτηκαν στα σπίτια τους
και στόμωσαν με τα μάτια τους τις κλειδαρότρυπες.

Ο φόβος κραυγάζει στους σάπιους μελντεσέδες
δένεται φιόγκος στα μαλλιά των κοριτσιών.
Ουά ο καταλύων τον ναόν!
Η μέρα σπαρταρά
πνιγμένη απ’ τα «γιούχα».

ΒΕΒΑΙΩΣΗ

Ο γιατρός βεβαίωσε τον θάνατο.
Κάποιος περαστικός μίλησε για ζωή.
Ανάμεσα στις δυο αυτές λέξεις
κατασκήνωσαν του κόσμου οι αμφιβολίες.
Τα τρωκτικά, ωστόσο,
ροκάνισαν την ιδέα
της ζωής.

Ξεγνοιάσαμε! Τώρα πια,
δεν υπάρχει χώρος για αμφιβολίες…

ΘΑ ‘ΡΘΕΙ ΚΑΙΡΟΣ

Όσοι ξέρετε από δάκρυα,
μη φοβηθείτε για την όποια άλωση.
Μην τρομάξετε με την απουσία των χελιδονιών.
Μην κλέψετε για τα πένθιμα φακιόλια των τραγουδιών.
Θα ‘ρθει η άνοιξη
και θα επιστρέψουν τα χελιδόνια.
Θα ΄ρθει καιρός,
που τα τραγούδια θα γίνουν αναστάσιμα.

Μη φοβηθείτε,
όσοι ξέρετε από δάκρυα.

ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ

Μια σταγόνα ξεχασμένη
απ’ τη χθεσινή θύελλα
στο φτερό της ,αργαρίτας,
πρόφτασε τα χαιρετίσματα
στον ήλιο…
Έτσι μπόρεσα να μπω
στον ναό του αγώνα.
Ένας λαός ολ’ακερος με περίμενε:
«Είσαι μαζί μας!»

Λέω «καλημέρα» στον ήλιο,
άρα υπάρχω
Όχι! Δεν μπορούν
πια να με σκοτώσουν
αφού το χέρι μου
βαφτίστηκε
στην κολυμπήθρα των ματιών σας…
Όχι! δεν μπορούν
πια να με σκοτώσουν,
αφού το χέρι μου
έμεινε μέσα στο δικό σας.
«Είμαι μαζί σας!»

Τροπαιοφόρος άνεμος
μπήκε απ’ τα παράθυρα.
Οι μαργαρίτες έγιναν τραγούδια.
Το κρασί και το ψωμί
σώμα και αίμα.
Τώρα πια ο ναός
Αντηχεί απ’ τ’ «αλληλούια!»