• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Γιαννάκης Δαμίγος, ένας μικρός καπετάνιος

"Τ' αετόπουλά μας στο Βόλο παρουσιάζουν όπλα".

“Τ’ αετόπουλά μας στο Βόλο παρουσιάζουν όπλα”.

Επιμέλεια: Οικοδόμος //

Στις 12 Οκτώβρη του 1944, πριν καλά-καλά οι Γερμανοί ναζήδες απαλλάξουν την Αθήνα από τη βρωμερή παρουσία τους, ποτάμια λαού ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης. Γυναίκες και άντρες κάθε ηλικίας, μαζί με τη νέα γενιά, κρατώντας γαλανόλευκες και κόκκινες σημαίες και πλακάτ του ΕΑΜ και του ΚΚΕ τραγουδούν τραγούδια της λευτεριάς και βροντοφωνάζουν συνθήματα για μια νέα Ελλάδα με λαοκρατία και προκοπή. Στο βράχο της Ακρόπολης ΕΛΑΣίτες μαχητές κατεβάζουν τη γερμανική σημαία και υψώνουν στη θέση της την γαλανόλευκη. Η Αθήνα γιορτάζει τη Λευτεριά.

Χιλιάδες αγωνιστές μάτωσαν γι’ αυτή τη Λευτεριά· σκοτώθηκαν στη μάχη, εκτελέστηκαν από τους καταχτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους, σακατεύτηκαν και σημαδεύτηκαν για πάντα στο κορμί και στην ψυχή. Χιλιάδες μεγάλοι και μικρότεροι σε ηλικία ―ανάμεσά τους και μικρά παιδιά― ήρωες πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της Λευτεριάς.

Σε ένα από αυτά τα αμούστακα παλικάρια του λαού μας, τον «μικρό» καπετάνιο της Αντίστασης Γιαννάκη Δαμίγο αναφέρεται η ιστορία που παρουσιάζουμε σήμερα και διαδραματίζεται τις μέρες που οι Γερμανοί εγκατέλειπαν ηττημένοι και ντροπιασμένοι την Αθήνα.

Ο μικρός Γιαννάκης Δαμίγος, μικρός στα χρόνια και στο δέμας μα με γιγάντια ψυχή, ήταν ένα από τα χιλιάδες Αετόπουλα που δίπλα στην ΕΠΟΝ βοήθησαν με τις δυνάμεις και τον ενθουσιασμό της παιδικής τους ηλικίας στον απελευθερωτικό αγώνα και δεν ήταν λίγες οι φορές που έγραψαν με τη δράση τους ηρωικές σελίδες στο βιβλίο της Λευτεριάς.

Το ―ανυπόγραφο― κείμενο μεταφέρουμε στο διαδίκτυο από το περιοδικό της ΕΠΟΝ «Νέα Γενιά» (αρ. φύλλου 47, 25/3/1945, έκδοση της Σύγχρονης Εποχής για τα 90χρονα του ΚΚΕ)), διατηρώντας την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ

Τι ’ναι αυτοί οι αντάρτες μας! Σεμνοί σαν κοπέλλες και σιωπηλοί σαν το θάνατο. Λέξη δε λένε για τον εαυτό τους. Τα κατορθώματά τους μόνο απ’ άλλους μπορείς να τα μάθεις. Γιατί αλήθεια για τις παλληκαριές των συναγωνιστών τους δεν έχουν τελειωμό. Μόνο σαν είνε να φέρουνε λίγο, σα δε μπορεί να γίνει αλλοιώς, και τη δική τους κουβέντα, γίνουντε παπαρούνες.

Την ιστορία του Γιαννάκη μου τη διηγήθηκε ένα βράδυ ο Δημήτρης ο Ελασίτης.

«Καθόταν στη γειτονιά μου στα Πετράλωνα. Γιαννάκη Δαμίγο τον λέγανε. Ο πατέρας του πουλούσε μπαχαρικά. Ένα βράδυ ήρθε και με βρήκε. Πιτσιρίκος 12 χρονών.

― Δημήτρη, διάβασα στους τοίχους πως όλοι οι τίμιοι Έλληνες πρέπει να μπουν στο ΕΑΜ, να παλέψουνε για τη λευτεριά μας. Έμαθα πως ανακατεύεσαι κι εσύ. Γράψε με κι εμένα.

Σαν του ’πα πως είναι μικρός διαμαρτυρήθηκε.

― Του χρόνου μου ’πε ο πατέρας μου πως θα βάλω μακριά πανταλόνια.

Και βιάστηκε να προστέσει σχεδόν θυμωμένος:

― Τι, μόνο εσείς μπορείτε να γράφετε στους τοίχους; Εγώ έφερα βουρτσάκι.

Είχε πάρει απ’ τον πατέρα του το βουρτσάκι που ξυριζόταν.

Έγραψα το Γιαννάκη στην ΕΠΟΝ κι ο Γιαννάκης άρχισε τη δράση του. Έγραφε στους τοίχους, μοίραζε προκηρύξεις, κουβαλούσε υλικό, έβγαζε χωνί, πήγαινε μηνύματα. Ήταν το δεξί χέρι των μεγάλων. Τα μαντάτα του τα μάθαινα πια από άλλα παλληκάρια της γειτονιάς μας που ερχόντουσαν στην ελεύθερη Ελλάδα να καταταχτούν στον ΕΛΑΣ.

Μια μέρα είδα μπροστά μου και το Γιαννάκη.

― Ήρθα σε σένα πάλι Δημητράκη, να με βοηθήσεις. Θέλω να γίνω αντάρτης.

― Γιατί έφυγες απ’ την Αθήνα Γιαννάκη;

― Με κυνηγούσε ο Μπιτούνης, ο υπαστυνόμος της γειτονιάς κι αναγκάστηκα να βγω στην παρανομία. Δούλεψα σ’ άλλες γειτονιές μα τώρα… θέλω να γίνω αντάρτης.

Πήγα να πω πάλι πως ήταν μικρός, μα σαν πρόσεξα καλλίτερα το Γιαννάκη είδα πως θα ’λεγα ψέματα, είχε μεγαλώσει. Μπορεί να μην είχε κλείσει τα 14 χρόνια, μα στην όψη του διάβαζες την ώριμη σκέψη και τη γιγάντια ψυχή. Τ’ αετόπουλο ήταν άντρας πια. Τον μεγάλωσε ο αγώνας.

Κι ο Γιαννάκης μπήκε στο λόχο, μάζεψε κι άλλους εννιά μικρούς, λίγο μεγαλύτερούς του, κι έφτιασε μια πρωτότυπη παιδική ανταρτοομάδα. Τον κάναμε καπετάνιο της.

Ε, τότε πια να τον έβλεπες το Γιαννάκη. Είχε βαλθεί να κάμει τ’ αετόπουλά του ξεφτέρια στη μόρφωση και στη δράση. Τους έκανε 3-4 συνεδριάσεις τη μέρα, τους ξηγούσε τον τύπο, τις διαταγές, τους μάθαινε πειθαρχία. Και όταν δεν είχαν άλλη δουλειά τους έβαζε να γυαλίζουν τα όπλα τους, να μπαλώνουνται, να πλένουνται, να μαθαίνουν τραγούδια. Ήθελε την ομάδα του πρότυπο στο λόχο. Κι είναι τρανή αλήθεια πως το κατάφερε.

Όμως στο κέφι έμενε πάντα παιδί ο Γιαννάκης. Γέμιζε με την παρουσία του το λόχο.

Είχε πάρει μέρος σε πολλές μάχες κι η ομάδα του στάθηκε πρότυπο στη λεβεντιά.

Τις τελευταίες μέρες που οι Γερμανοί έφευγαν από την Αθήνα, ο λόχος μας κινήθηκε κι έπιασε θέσεις ανάμεσα στη Μαλακάσα και στο Κακοσάλεσι. Οι Γερμανοί έπεσαν στην ενέδρα και τα ομαδικά μας πυρά ξεκαθάρισαν τους μισούς. Καλέσαμε τους άλλους να παραδοθούν. Μα αυτοί ταμπουρώθηκαν κι άρχισε η μάχη. Ο Γιαννάκης κάλυψε με την ομάδα του τ’ αριστερά μας. Την ακροβόλισε κανονικά μέσα στη μικρή χαράδρα. Η επίθεση τέλειωσε. Είχαμε πιάσει 28 αιχμαλώτους και 200 είχαν πέσει νεκροί. Γύρισα μα δεν είδα πουθενά το Γιαννάκη. Άξαφνα, κάτω απ’ τη γέφυρα της χαράδρας είδα να προχωρούν κατά πάνω μας ένας ένας εφτά μαντράχαλοι Γερμανοί με τα χέρια ψηλά.

― Που βρεθήκανε τούτοι;

Τελευταίος ξεπρόβαλε ο Γιαννάκης. Κρατούσε στην αγκαλιά του τα εφτά όπλα των αιχμαλώτων και με την αραβίδα του στο δεξί χέρι τους ξολαλούσε.

Μείναμε όλοι εκστατικοί. Ρίχτηκα στο Γιαννάκη και τον φίλησα.

― Πώς τα κατάφερες να ξαρματώσεις εφτά Γερμανούς;

― Τους πήρε το μάτι μου να σέρνονται με την κοιλιά πίσω από κάτι πουρνάρια.

― Αλτ καμαράντ! φώναξα. Αυτοί τα ’χασαν και σήκωσαν ψηλά τα χέρια πετώντας τα όπλα τους. Τα μάζεψα και τους έφερα. Τι, σπουδαίο είναι;

Και βέβαια δεν ήταν σπουδαίο. Για τ’ αληθινό παλληκάρι όλα είναι απλά, φυσικά, σαν τη ζωή».

Κι ο Δημήτρης τέλειωσε συγκινημένος.

«Ύστερα πήραμε άδειες, κατεβήκαμε στην Αθήνα και τον έχασα το Γιαννάκη. Μεσολάβησε ο αγώνας του Δεκέμβρη. Να ζει τάχα τ’ αετόπουλό μου;»

Ελπίζουμε να ζει ο Γιαννάκης και να διαβάσει την ιστορία του στη «Νέα Γενιά», που ’ναι περήφανη για τα ηρωικά παιδιά της ΕΠΟΝ, τ’ αετόπουλά μας.

 

Η φωτογραφία (με τη λεζάντα)  συνόδευε το  πρωτότυπο κείμενο.