• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Γιατί δεν ξεσηκώνεται ο κόσμος;

Γράφει ο Cogito ergo sum //

Έχετε παρατηρήσει ποια είναι η κυριώτερη αποστροφή των συνομιλητών σας όταν η κουβέντα στρέφεται γύρω από τα κυβερνητικά μέτρα και την εξαθλίωση στην οποία αυτά τα μέτρα οδηγούν τις λαϊκές μάζες; Διορθώστε με αν κάνω λάθος αλλά, προσωπικά, παρατηρώ ένα κοινό μοτίβο απορίας: «γιατί δεν ξεσηκώνεται ο κόσμος;»

«Γιατί δεν ξεσηκώνεται ο κόσμος», λοιπόν; Το καλοκαίρι του 2011 είχαν βουλιάξει οι πλατείες με απλούς πολίτες που φώναζαν, μούντζωναν, πετούσαν ντομάτες κι αβγά, απειλούσαν θεούς και δαίμονες, ενώ με στεντόρεια φωνή διατείνονταν ότι «η χούντα δεν τελείωσε το ’73». Το περίφημο «κίνημα των αγαναχτισμένων» είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό νότο και οι έντρομοι -και καλά!- αναλυτές προειδοποιούσαν την εξουσία πως θα κινδύνευε η υπόστασή της αν δεν έδινε την πρέπουσα προσοχή σ’ αυτές τις φωνές. Παράλληλα, εκείνο το «κίνημα» έδειχνε πως είχε συνενώσει τις λαϊκές μάζες σε μια ενιαία αντικαπιταλιστική διαμαρτυρία, πέρα και πάνω από κάθε επί μέρους κομματική τοποθέτηση. Ακόμη κι εκείνοι που δεν τόλμησαν (ή δεν θέλησαν) εκείνη την εποχή να κατεβούν στις πλατείες, στην συντριπτική τους πλειοψηφία αντιμετώπισαν το φαινόμενο ως ένδειξη πως κάτι ουσιαστικό θα αλλάξει.

Κι όμως, δεν χρειάστηκε να περάσουν παρά λίγοι μονάχα μήνες για να αποδειχτεί πώς είχαμε δίκιο όσοι αντιμετωπίζαμε εκείνο το φαινόμενο με σκεπτικισμό. Σ’ ένα κείμενο με τίτλο Πάμε πλατεία (ακομμάτιστα), έγραφα τότε στο ιστολόγιό μου:

«Τι παναπεί ότι είναι καλό που το “κίνημα των αγανακτισμένων” είναι ακομμάτιστο; Γιατί αυτό είναι απαραιτήτως καλό, δηλαδή; Αν εννοούμε ότι αρκεί μια διαμαρτυρία να γίνεται έτσι, για την διαμαρτυρία, πάει καλά. Αν βλέπουμε την “αγανάκτηση της πλατείας” ως αυτοσκοπό, ας μη συνεχίσουμε. Όμως, αν θέλουμε να μιλήσουμε για το απλό “και μετά, τί;”, μάλλον πρέπει να προβληματιστούμε. Πώς θα εκφραστεί αυτό το “μετά”; Με εναλλαγή προσώπων στην εξουσία, σε στυλ Μανωλιού που αλλάζει βρακί; Ή με ανατροπή του σάπιου συστήματος, πράξη βαθειά πολιτική η οποία απαιτεί και θεωρητικό υπόβαθρο και εκφραστή;»

Τώρα πια, την παρωδιακή κατάληξη εκείνου του φαινομένου την ξέρουμε. Η ουρανομήκης κραυγή «να καεί, να καεί το μπουρδέλο η βουλή» ξεφούσκωσε σαν ανακουφιστική κλανιά και, λίγους μήνες αργότερα, νομιμοποίησε εκλογικά την παρά φύση (;) τρικομματική «κυβέρνηση του μαύρου μετώπου» ΠαΣοΚ-ΝΔ-ΛαΟΣ σε νόμιμη τρικομματική κυβέρνηση ΝΔ-ΠαΣοΚ-ΔημΑρ, ενισχύοντας παράλληλα το ζοφερό φασιστικό χρυσαυγήτικο μόρφωμα. Ο «αγαναχτισμένος» πλην απαίδευτος (άρα, ανερμάτιστος) λαός κατάφερε το ακατόρθωτο: να διευκολύνει εκείνους εναντίον των οποίων αγανάχτησε, να σφίξουν περισσότερο την θηλειά στον λαιμό του.

Τον περασμένο Γενάρη φάνηκε ότι ο λαός έκανε την υπέρβαση ψηφίζοντας «πρώτη φορά αριστερά». Οι ελπίδες αναζωπυρώθηκαν και, λίγους μήνες μετά, φούντωσαν χάρη σ’ εκείνο το επιβλητικό Όχι του δημοψηφίσματος. Σύντομα, όμως, οι φλόγες ξαναθάφτηκαν στην χόβολη και η ελπίδα για την αλλαγή έγινε πικρή σιγουριά πως τίποτε δεν αλλάζει και είμαστε καταδικασμένοι. Αντί να καταργηθούν τα παλιά μνημόνια «με έναν νόμο, με ένα άρθρο», υποδεχτήκαμε ένα καινούργιο, σκληρότερο από τα προηγούμενα μιας και τα δικά του «προαπαιτούμενα» φορτώνονται στα μέτρα των προηγουμένων. Κι όμως, ο κόσμος όχι απλώς δεν ξεσηκώθηκε αλλά στις πρόσφατες εκλογές επικρότησε τους δημίους του, είτε διά της ψήφου του είτε διά της αποχής του. Και το ερώτημα επανήλθε, ακόμη πιο έντονο: «γιατί δεν ξεσηκώνεται ο κόσμος;»

Ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι η πλειοψηφία όσων διατυπώνουν αυτό το ερώτημα περιμένουν από κάποιους άλλους (ποιούς, αλήθεια;) να ξεσηκωθούν (λες κι αυτοί δεν είναι «κόσμος») κι ας δούμε ένα απόσπασμα από την Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού (25. Η Αργεντινή ξεπουλιέται):

«Παράλληλα, το ξεπούλημα της δημόσιας υπηρεσίας από τον Καβάγιο πήρε τέτοια έκταση ώστε ξεπέρασε και όσα είχε διαπράξει ο Πινοτσέτ στην Χιλή. Μέχρι το 1994, οι 9 στις 10 δημόσιες επιχειρήσεις είχαν παραδοθεί στα μεγάλα μονοπώλια (Citibank, Vivendi, Repsol, Telefonica κλπ). Βέβαια, η κυβέρνηση Μένεμ είχε φροντίσει να μην επιβαρύνει τους νέους ιδιοκτήτες, απολύοντας πάνω από 700.000 εργαζόμενους πριν προχωρήσει στο ξεπούλημα.
Ο Καβάγιο εφάρμοζε μια πολιτική “αλα Σακς” και ο Μένεμ χειροκροτούσε. Το “Time” χαρακτήρισε την πολιτική αυτή ως “το θαύμα του Μένεμ”. Όμως, το πραγματικό θαύμα ήταν άλλο: η κυβέρνηση ξεπουλούσε τον τόπο κι οι εργαζόμενοι βυθίζονταν στην φτώχεια αλλά δεν σημειώθηκε καμμία λαϊκή εξέγερση! Περίεργο φαινόμενο μεν, εξηγήσιμο δε. Ας δούμε πώς:
Σε περιόδους έκρηξης του πληθωρισμού, οι χαμηλόμισθοι πολίτες τρέμουν καθώς βλέπουν να εξανεμίζεται ταχύτατα η αξία των λιγοστών χρημάτων που διαθέτουν. Όταν αυτός ο φόβος φωλιάσει στις λαϊκές μάζες, τότε όποια μέτρα κι αν πάρει η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό αλλά με μια κρυφή ελπίδα πως τα πράγματα θα καλυτερεύσουν. Έτσι, από την στιγμή που η σύνδεση του πέσο με το δολλάριο έρριξε τον πληθωρισμό, οι λαϊκές μάζες είναι έτοιμες πλέον να δεχτούν ορυμαγδό νέων μέτρων, με την σκέψη ότι και αυτά θα βγουν σε καλό.»

Τότε, στην Αργεντινή, το «λουκουμάκι» ήταν η συγκράτηση του πληθωρισμού. Τώρα, στην Ελλάδα, είναι η αποφυγή του Grexit, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών για να μη χαθούν οι καταθέσεις, η εκταμίευση της δόσης, οι ξένες επενδύσεις κλπ. Κοινός παρονομαστής είναι ένας λαός σε κατάσταση σοκ, ο οποίος έχει βουλιάξει στον φόβο και ζει με την ελπίδα πως η κάθε κατακεφαλιά που δέχεται θα είναι η τελευταία. Κι επειδή η κάθε εξουσία γνωρίζει ότι ένας φοβισμένος λαός δεν ξεσηκώνεται ποτέ, κάνει ό,τι μπορεί για να τον εκφοβίζει όλο και περισσότερο.

cogito24b

Νομίζω ότι, τώρα πια, η απάντηση στο ερώτημα «γιατί δεν ξεσηκώνεται ο κόσμος;» είναι σαφής: επειδή αυτός ο κόσμος είναι φοβισμένος. Έτσι, λοιπόν, είναι σαφής και η απάντηση στο εύλογο ερώτημα «τί πρέπει να γίνει για να ξεσηκωθεί ο κόσμος, τελικά;» που ακολουθεί: να πάψει αυτός ο κόσμος να φοβάται και να πιστέψει στην δύναμή του!