• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Γιώργος Δ. Μπίμης: «Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής» (προδημοσίευση από την ποιητική συλλογή)

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης //

Σήμερα το Ατέχνως έχει την ιδιαίτερη τιμή και χαρά να παρουσιάσει στους αναγνώστες και στους φίλους του ένα μικρό δείγμα από την πρώτη ποιητική δουλειά του Γιώργου Δ. Μπίμη «Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής». Ένα μικρό δείγμα, με μια μικρή παρουσίαση της ποιητικής συλλογής και του ίδιου του ποιητή, λίγο πριν το βιβλίο ξεκινήσει για το τυπογραφείο.

Ο ποιητής

Ο Γιώργος Δ. Μπίμης γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Βοιωτίας, ζει στη Λιβαδειά κι εργάζεται στην Τεχνική και ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΜΠΙΜΗΣΕπαγγελματική Εκπαίδευση ως εκπαιδευτικός. Έχει φοιτήσει στην Πρότυπη Σχολή Εργοδηγών Μηχανολόγων της ΣΕΛΕΤΕ, στα ΤΕΙ του Πειραιά, στην Παιδαγωγική Σχολή της ΣΕΛΕΤΕ, σε Σχολή Ταχύρρυθμης εκπαίδευσης της ΔΕΗ στη Φλώρινα. Διαβάζει, μελετάει και γράφει ποίηση από την εφηβική του ηλικία. Εκδίδει για πρώτη φορά, όμως έχει δημοσιεύει ποίηση στον τοπικό τύπο και σε περιοδικά. Έχει διακριθεί σε αρκετούς ποιητικούς διαγωνισμούς Πανελλαδικούς και Διεθνείς. Δύο ποιήματά του με τίτλους: «Καράβια» και «Σ’ είδε απόψε το φεγγάρι» έχουν μελοποιηθεί από τον συνθέτη και τραγουδιστή Παντελή Θαλασσινό και τα οποία κυκλοφορούν στο καινούργιο CD του Παντελή Θαλασσινού με τον τίτλο «Χίλια καραβάκια». Για το ποίημα «Ένα κόκκινο φεγγάρι» έχει γράψει μουσική ο συνθέτης Δημήτρης Κογιάννης.

Επίσης, ο ποιητής συμμετέχει στο οδοιπορικό της «Μετ’ άλλων ανθρώπων έργο» του ζωγράφου Παναγιώτη (Τάκη) Βαρελά με τα ποιήματα, εμπνεόμενος από το κοινωνικό πλαίσιο και απ’ το περιεχόμενο που πραγματεύεται το εικαστικό έργο. Ποιήματα του συνοδεύουν την έκδοση του μονογράμματος. Μέσα από την διαδικασία αυτή το έργο του συναντιέται με την διεθνούς φήμης σολίστ της κιθάρας Εύα Φάμπα, η οποία βρήκε στην ποίηση του Γιώργου Μπίμη, την κοινωνική φόρμα της συλλειτουργίας της ποίησης και της μουσικής με την ιδιαιτερότητα της κοινωνικής προσέγγισης της ανθρώπινης υπόστασης, αποφασίζοντας να μελοποιήσει ποιήματα του.

Η ποιητική συλλογή

Ποιο είναι το χρέος της ζωής για τον άνθρωπο; Ποιο είναι το κόστος της λευτεριάς γι’ αυτούς που είναι ζωντανοί στο χώμα; Τι συμβαίνει όταν ανάβουν τα φώτα και χάνονται οι σκιές; Ποιος είναι ο ρόλος του ανθρώπου και ποιο είναι το μέτρο της αληθινής ζωής; Αυτά είναι κάποια από τα ζητήματα που διαπραγματεύεται ο Γιώργος Δ. Μπίμης στην πρώτη του ποιητική συλλογή.

Ο λόγος του ποιητή, μια φωτεινή γραμμή, που αναδεικνύει την αξία της ζωής και της δράσης, ένα παράδειγμα για τους ποιητές και για τους καθημερινούς ανθρώπους που ματώνουν και που ψάχνουν να βρουν τον τρόπο να αναστηθούν μέσα από τα προβλήματα. Και που πάει ο άνθρωπος, που πάει η κοινωνία; Να άλλο ένα από τα σοβαρά ερωτήματα που θέτει ο ποιητής τόσο στη δική του συνείδηση, όσο και στον αναγνώστη. Ερωτήματα που ο ποιητής διεκδικεί και καλεί τους αναγνώστες να δώσουν τις δικές τους απαντήσεις, χωρίς να περιορίζονται από τις απαντήσεις που δίνει ο ίδιος. Στο τέλος, είναι βέβαιο, θα αναγνωρίσουν ότι ο άνθρωπος υπάρχει και ζει για τον άλλον και μέσα από αυτή την σχέση ανοίγει η δυνατότητα το μέλλον να έρθει πιο κοντά, η ζωή να πυκνώσει το φως στον άσπιλο ουρανό και να οδηγήσει να ανατέλλουν και να ριζώσουν σε νέα και πιο γερά θεμέλια η άφθαρτη αλήθεια, ο ευφρόσυνος λόγος, το τραγούδι, το αναστάσιμο συναίσθημα. Από αυτή την οπτική τα ποιήματα του Γιώργου Δ. Μπίμη αναδεικνύονται ότι είναι πλέρια πολιτικά, σε άμεση σύνδεση με την κοινωνική πραγματικότητα, λυρικά και αψεγάδιαστα.

Όσοι διαβάσουν αυτό το βιβλίο έχουν να μάθουν ή και να θυμηθούν ότι άνθρωπος και η αδάμαστη ψυχή του, ο ποιητής και οι φίλοι του, σύμφωνα με τον Γιώργο Δ. Μπίμη, έχουν να πορευτούν κάτω απ’ τη βαθιά σκιά των δέντρων του μέλλοντος ώστε να σηκώσουν για μια ακόμα φορά ψηλά το φλάμπουρο της δικής μας αλήθειας, της δικής μας ελπίδας που μπορεί ν’ ανθίσει σ’ όλες τις καρδιές.

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ

Στα μάτια σου γεννήθηκε της λευτεριάς το βλέμμα
κι ένας θυμός για τ’ άδικο,
το ξοδεμένο αίμα…

Νιάτα στο κύμα κι άνεμος τα ζωντανά σου στήθια,
κάμπος που θάλλει ο έρωτας,
χώμα που ανθεί η αλήθεια…

Στην παιδεμένο σου λαό το κήρυγμά σου μπόρα:
φτάνει στη γη η λευτεριά
με του Χριστού τα δώρα!…

Σε μιαν αθέατη γιορτή σπονδή του εργάτη το αίμα,
νιόβγαλτο αστέρι, νέα γη,
παραδεισένιο στέμμα…

Λάμπει το βλέμμα σου ουρανός και πελαγίσιο κύμα,
λόγχη στην πλάτη του φονιά
κι ελπίδα για το θύμα…

…………………………………………………….

Ήλιε, η δικαιοσύνη σου πέτρα πικρή που καίει…
Αυγή που δεν ξημέρωσε
κι από μαράζι κλαίει…

ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ…

Μέσα στη μάχη, στον καπνό και στη φωτιά
μεταξωτό μου χάρισες μαντίλι

κι εγώ σ’ ένα χαράκωμα μ’ ένα σουγιά,
στην πέτρα χάραξα τα κόκκινά σου χείλη…

Ξανθό φεγγάρι που ξυπνάς την ξαστεριά
φέξε στη στράτα μου τον πόνο να νικήσω,

να πολεμήσω με της νύχτας τα θεριά,
μια λευτεριά στον κόσμο να χαρίσω…

Τρύπιες σημαίες χαμηλώνουνε στη γη
όταν νυχτώνει στ’ άδεια σπίτια, τα καμένα,

κι ένα μαχαίρι που ματώνει την πληγή
κείνο το γράμμα που ‘γραψες για μένα…

Χορεύει ο θάνατος ζεϊμπέκικο βαρύ
ματώνει τ’ όνειρο στης γης τη βλεφαρίδα,

κύμα ο κόσμος σε μια θάλασσα πικρή,
κι ο έρωτάς σου μία λεύτερη πατρίδα…

Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Ήσουνα ο γιος της άνοιξης κι αρχάγγελος του Απρίλη
και φυλαχτό σου κρέμασα
μια Κυριακή το δείλη….

Νιότη λιτή κι απέριττη, μ’ οράματα και πάθος,
ποιος ρήγας σου ‘δειξε το φως
ποια μάγισσα το λάθος…

Η ψυχή ξυπνά τη λευτεριά, κι ο νους την περηφάνια,
νους και ψυχή σου χάρισαν
της δόξας τα στεφάνια…

Πνοή, του ήλιου απάνθισμα και τρυφερό κλωνάρι,
η νύχτα σ’ ερωτεύτηκε
κι ήρθε για να σε πάρει…

Το φως ζητώ π’ αναγεννά τον ουρανό στα μάτια,
γυαλί ο κόσμος, ράγισε,
κι ο ήλιος σου κομμάτια…

Κι εγώ που πύργους έχτισα, της μοναξιάς μου αστέρι,
στη νύχτα κάνω τάματα
πίσω για να σε φέρει…

Στη μνήμη του αδικοχαμένου Παύλου Φύσσα

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

(Απλώνω τα χέρια
κι απελευθερώνω το διάστημα…)

Κοχύλια, κύματα, φτερά του αφρού,
δέντρα αμίλητα και βράχια όλο φως,
μέσα στο ζεστό σου γέλιο, καλοκαίρι!…
Φωνές, κραυγές, ανασασμοί,
κρυφά χαμόγελα στον πιο ψηλό σου βράχο,
όταν τα χέρια γνέφουνε στα σύννεφα,
όταν τα φύλλα τρέμουνε
στην πιο ψηλή φωτιά!…

Ήχοι που θρέψανε τη νοσταλγία,
Μάτια που ξόδεψαν το δάκρυ!…

………………………………………………..

Κάτω από τους ίσκιους
των κυπαρισσιών αποκοιμήθηκα…
Κι ήταν ο ύπνος μου σαν πέλαγο βαθύς…

Και σε γύρεψα!…

Κι ήμουν εγώ το χρυσοπράσινο φύλλο
που ταξίδευε στις φλόγες του μεσημεριού
κι εσύ ψηλά στον ουρανό το ασημένιο σύννεφο…

Κι ανάμεσά μας το όνειρο!…

 

(Ο Πίνακας«Μάζεμα ελιάς» είναι του Τάκη Βαρελά)