• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Γιώργος Φαρσακίδης, συνάντηση δυο νέων καλλιτέχνιδων μ’ έναν παλαίμαχο της τέχνης

Με χαρά φιλοξενούμε τη συνέντευξη που πήραν δύο νέα παιδιά, οι Ε. Μνατσακανιάν – Ε. Μπαντάζου, από τον Γιώργο Φαρσακίδη.

***

FARSAKIDIS5

Θέλεις να χαρακτηρίσεις το εικαστικό σου έργο ονοματίζοντάς το με κάποια τεχνοτροπία ή να το κατατάξεις σε κάποιο εικαστικό κίνημα ή χώρο;

Οι χαρακτηρισμοί δίνονται εκ των υστέρων. Εμένα απλώς μου άρεσε να ζωγραφίζω, από μικρό παιδί. Αργότερα το πήρα λίγο πιο σοβαρά, κι αποτέλεσμα τελικά αυτής της προσπάθειας, είναι ότι έργο αφήνω πίσω μου. Είτε σε βιβλία, είτε σε σκίτσα. Μέχρι τώρα έχω βγάλει γύρω στα τριάντα βιβλία και τα θεωρώ παιδιά μου. Είναι μεγάλη παρηγοριά, φεύγοντας κάποιος από τη ζωή να ξέρει ότι θα αφήσει κάτι που θα είναι ωφέλιμο στους ανθρώπους.

 Η δουλειά σου αποτελεί μια ξεχωριστή πρόταση στην περίοδο που διανύουμε;

Μεγάλωσα σε ένα χώρο πνευματικά ενεργό. Η κάθε δουλειά με το νοητικό περιεχόμενό της αποτελεί μια πρόταση και μια συμβολή στην όλη δραστηριότητα των ανθρώπων. Ναι, πιστεύω ότι αποτελεί μια πρόταση. Όσο μικρή, όσο ασήμαντη και να είναι, αποτελεί μια συμβολή. Κι από κει και πέρα είναι πως ο αποδέκτης θα αξιολογήσει και πως θα   χρησιμοποιήσει αυτά που λέγονται ή αυτά που δίνονται με ένα έργο.

File1362

 Το χαρακτικό σου έργο έχει ολοκληρώσει τον ερευνητικό του κύκλο;

Πως απέκτησα σχέση με την χαρακτική.. Στο σύρμα της Μακρονήσου. Σε συνθήκες μεγάλης τρομοκρατίας, έχει πέσει μια φιλολογική πρωτοχρονιά. Ήταν η πρώτη μου γνωριμία με έργα Ελλήνων χαρακτών της εποχής εκείνης. Η πρώτη μου επαφή και το πρώτο ενδιαφέρον που έδειξα. Από κει και πέρα, επειδή σε άμεση σχέση με την χαρακτική ήταν το σκίτσο, σαν το πιο   βολικό είδος, γιατί το να καταπιαστείς με ζωγραφική και με λάδια ήταν αδύνατο. Ένα σκίτσο μπορούσε πολύ πιο εύκολα να γίνει χαρακτικό. Κι ένα χαρακτικό στις συνθήκες εκείνες, βρίσκαμε τρόπο να το πραγματώσουμε. Κι έτσι μέσω της χαρακτικής προέκυψε η ενασχόληση με την ζωγραφική.  Αυτό ήταν το ιστορικό με λίγα λόγια.

Τεχνικά πως γινόταν η χαρακτική μέσα στην εξορία;

Μετά τη Μακρόνησο, που ήταν ένα καθεστώς ωμής τρομοκρατίας, με τις έρευνες που γινόταν, με την κατάσχεση, με την έλλειψη υλικού και τα λοιπά, δεν υπήρχε η δυνατότητα ανάπτυξης και η ενασχόληση με την τέχνη. Όταν γυρίσαμε όμως πίσω στο στρατόπεδο, μπορούσαμε να αγοράσουμε απ’ έξω υλικό, οι μαραγκοί μας μπορούσαν να φτιάξουν συνεργεία μέσα στο στρατόπεδο, οι ξυλουργοί μας μπορούσαν να κόψουν ξύλα, να τα πλανίσουν, γιατί για να χαράξεις ένα ξύλο χρειάζεται προετοιμασία από κάποιους άλλους. Χρειάζεται να το λειάνουν για να μπορείς να χαράξεις, να έχεις τη δυνατότητα του μελανώματος, της επίστρωσης της επιφάνειας. Όλα αυτά είναι τεχνικές δυνατότητες, οι οποίες μόνο στο στρατόπεδο των κρατουμένων, της μετέπειτα εξορίας στον Αη Στρατή πραγματώθηκαν. Κι από κει και πέρα δόθηκαν οι δυνατότητες, επιλέχθηκαν τα θέματα που ταιριάζανε να τα διαμορφώσεις σε κάρτες με τις οποίες επικοινωνούσες με τον κόσμο.

img187

Γιατί υπήρχε η ανάγκη να το κάνετε αυτό μέσα στην εξορία; Όχι μόνο στην ζωγραφική και στην χαρακτική αλλά και στο θέατρο με το οποίο ασχολήθηκες.

Καταρχήν ήταν το κατεξοχήν στοιχείο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Να μάθουν οι έξω ότι υπάρχουμε, ότι κρατάμε το αγωνιστικό μας χαράκωμα, ότι είμαστε ζωντανοί μέσα στις αντίξοες συνθήκες. Και το ότι ήμασταν ζωντανοί σ’ αυτές τις συνθήκες έδινε κουράγιο στον κόσμο, έδινε πνοή, κι αντλούσαμε κι εμείς κουράγιο από την επαφή μας με τον κόσμο. Μέσα στις δραστηριότητες που είχαν σχέση με την ζωγραφική ήταν και το θέατρο, ήταν τα σκηνικά. Πέρα από την προσωπική ενασχόληση με την ζωγραφική, υπηρετούσαμε μια συλλογική προσπάθεια που γινόταν  κι από άλλους φορείς. Από την χορωδία μας,  από τον θεατρικό μας όμιλο. Το ευτύχημα είναι ότι στο στρατόπεδο υπήρχε μια αξιότιμη και μεγάλη ελίτ πνευματική. Υπήρχε ένας Κατράκης, ένας Καρούζος, ένας Ρίτσος, ένας Λουντέμης, ένας Κορνάρος. Άνθρωποι με υψηλή προσφορά στην τέχνη, από τους οποίους μόνο με την επαφή μαζί τους αντλούσαμε γνώσεις και συνεργαζόμασταν και μείς με το δικό μας έργο κι έτσι συμβάλλαμε. Υπήρχε μια ζύμωση των παλιών της τέχνης, των αγωνιστών,  με την  καινούρια γενιά, την υπό διαμόρφωση. Η οποία γενιά αποκτούσε την δική της αυτοτέλεια. Δηλαδή, κάποια φορά κάναμε εμείς τα δικά μας σκηνικά, συμβάλλαμε στο θέατρο.

FARSAKIDIS1

 Τι σε ελκύει περισσότερο στην χαρακτική;

Όταν είδα τα πρώτα μου χαρακτικά εκείνη την πρωτοχρονιά, σε ένα λεύκωμα, εκείνο με εντυπωσίασε. Η αμεσότητα της, η θεματολογία  της. Το ότι τα θέματα της είναι πιο φιλολαϊκά, πιο αγωνιστικά. Με ένα περιεχόμενο που μιλούσε στην καρδιά μας. Μας κέρδισε η χαρακτική γιατί είχαμε χαράκτες στην εξορία. Είχαμε τον δάσκαλό μας, τον  Χρίστο Δαγκλή που ήταν ζωγράφος και χαράκτης, είχαμε τον Ρίτσο που ασχολούνταν ζωγραφίζοντας κάποια βότσαλα με σινική μελάνη, μετά ήρθε η Κατράκη, με το δικό της έργο. Όλα αυτά τελικά, σαν ένα σύνολο, διαμόρφωσαν ένα κλίμα μέσα στο οποίο εμείς συμβάλλαμε με το δικό μας έργο σαν μια κηλίδα στην όλη προσπάθεια.

Πιστεύεις  ότι η χαρακτική μπορεί και σήμερα να διαδραματίσει ρόλο παρέμβασης στην κοινωνία; Κάθε μορφή τέχνης διαδραματίζει το ρόλο της και διαμορφώνεται ανάλογα με τις συνθήκες της δοσμένης εποχής. Και έτσι την εκφράζει.  Για μένα το λεύκωμα ‘’Μακρόνησος’’ μπόρεσε και καταχώρησε μια σειρά χαρακτικά που είναι η αντανάκλαση μιας ζωής με αγωνιστικό περιεχόμενο.

File0552

 Ποιοι Έλληνες καλλιτέχνες  νομίζεις ότι δούλεψαν την χαρακτική με τρόπο που τροφοδότησαν το εικαστικό πεδίο;

Υπάρχουν μια σειρά Έλληνες που ήταν συνδεδεμένοι και  με το κίνημα. Δεν χρειάζεται να απαριθμήσω ονόματα. Στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ, έγινε μια μεγάλη έκθεση για μένα και τον Στεφανίδη. Χάρηκα πάρα πολύ γιατί με περιτριγυρίζανε περίπου εκατό νέοι, χωρίς να με υποβάλλουνε σε διανοουμενίστικες ερωτήσεις. Με ρωτούσαν τι είναι αυτό που απεικονίζει το έργο, στο οποίο περιγράφονταν η ζωή στις συνθήκες εκείνες, που ήταν οδυνηρές και βασανιστικές. Τα έργα δημιουργούν ένα κλίμα, μια ατμόσφαιρα που επηρεάζει τον θεατή και τον διδάσκει για το τι συνέβη σε κάποιες εποχές και χρόνους. Και τους έλεγα τελικά τι σημαίνει αυτή η φιγούρα, αυτή η απεικόνιση κι εκεί μπορούσα να τα συνδέσω με τα γεγονότα εκείνης της εποχής κι όλο αυτό δημιουργούσε μια επικοινωνία με τους νέους που με έκανε και χαιρόμουνα.  Χάρηκα γιατί υπήρχαν ένα σωρό πιτσιρικάδες οι οποίοι με ρωτάγανε πράγματα προς διευκρίνιση κι εγώ προσπαθούσα να τα εξηγήσω αναπλάθοντας μια εποχή, κι αυτό δημιουργούσε μια ωραία ατμόσφαιρα. Το ζητούμενο της τέχνης είναι να επηρεάσει, να διδάξει, να διαιωνίσει κάποιες ιδέες μέσα από τα γεγονότα

 Το δικό σου αγαπημένο έργο ποιο είναι;

Έχεις ρωτήσει ποτέ μια μάνα με πολλά παιδιά, ποιο είναι το αγαπημένο της; Θα δυσκολευτεί πολύ να το πει. Το πώς θα κρίνουν οι άλλοι τα παιδιά της, γιατί η μάνα έχει την δική της αντίληψη που μπορεί να μην είναι κι αντικειμενική. Το ίδιο είναι κι ένα έργο τέχνης. Άλλη η ματιά του καλλιτέχνη, άλλη η πρόθεσή του, κι αλλιώς τελικά το αντιλαμβάνεται ο κόσμος. Είναι φυσικό αυτό.

FARSAKIDIS2

Ο Φασιανός θεωρούσε ότι οι μορφές που κάνει είναι κάθε φορά διαφορετικές και ποτέ ίδιες. Κάποιοι θεωρούν ότι το πιο σημαντικό σε ένα έργο είναι να βρει ένας καλλιτέχνης την δική του γραφή.

Έκανα πάρα πολύ παρέα με τον Ρίτσο, ο ίδιος είχε πολλή παιδεία και μπορούσε να διδάξει. Θυμάμαι ότι κάθε φορά που πηγαίναμε ήταν ένα μάθημα τέχνης. Θυμάμαι που έλεγε ότι το γνώρισμα ενός πραγματικού καλλιτέχνη, είναι τι θα κληρονομήσει στους άλλους. Κάτι προσωπικά δικό του. Να μπορούμε δηλαδή να πούμε ότι βλέποντας μια ψάθινη καρέκλα του Van Gogh και βλέποντας μια ψάθινη καρέκλα στη ζωή να παρομοιάσουμε αυτή την καρέκλα με την καρέκλα του Van Gogh.  Να μη πούμε ότι ο πίνακας είναι σαν μια πραγματική καρέκλα, αλλά να πούμε ότι η πραγματική καρέκλα είναι σαν ένας ζωγραφικός πίνακας κάποιου. Ο ναύτης με την κτηνωδία την ζωική και με όλα τα θετικά ή τα αρνητικά της εμφάνισής του είναι απεικόνιση μιας πραγματικότητας. Βλέποντάς τον να λες, είναι σαν τον ναύτη του Τσαρούχη. Με την κτηνωδία του, με την ωμότητα του και τις ιδιορρυθμίες του. Είναι ένα αποτύπωμα. Καλό είναι ένας καλλιτέχνης να αφήσει πίσω του το προσωπικό γνώρισμα της τέχνης του.

 Άρα πιστεύεις ότι ένας καλλιτέχνης μέχρι το πέρας της πορείας του πρέπει να έχει βρει μια γραφή, ένα μοναδικό του χαρακτηριστικό;

Αλληλομίμηση υπάρχει. Δεν μπορούν να μην υπάρξουν τα υπολείμματα μιας κληρονομιάς. Από την κλασσική αρχαιότητα μέχρι την μοντέρνα έκφρασή της. Αλλά ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να διαμορφώσει ένα δικό του ύφος και να αφήσει κάτι προσωπικά δικό του, δηλαδή να μπολιάσει την τέχνη με μορφές ζωής και με μορφές ζωής να μπολιάσει την τέχνη. Θετικό ή αρνητικό, ας το κρίνουν οι άλλοι, αλλά ο καλλιτέχνης πρέπει να αφήσει πίσω του κάτι προσωπικά δικό του.

 Προτιμάς περισσότερο την χαρακτική από την ζωγραφική;

Η χαρακτική με ένα λιτό τρόπο, για μένα προσφέρεται να δώσει πολύ έντονα  -με το παιγνίδι του άσπρου – μαύρου-  τον χαρακτήρα μιας εποχής, χωρίς να χρειάζεται να έχεις πινέλα, χρώματα, όλη αυτή την πολυμορφία της ζωγραφικής. Η λιτότητα, το ασκητικό περιεχόμενο,  η ωμή σαφήνεια που προβάλλεται στο άσπρο – μαύρο έχει μια μαγεία δικιά του. Έχω ένα φίλο που συλλέγει έργα ζωγραφικής. Η γυναίκα του και τα παιδιά του διαμόρφωσαν το ίδιο γούστο. Η διαμόρφωση του άσπρου-μαύρου με έχει κερδίσει.

FARSAKIDIS4

 Τι κάνει έναν άνθρωπο, στην προκειμένη περίπτωση εσένα, να αφήσει την ασφάλεια του και να βγει στο βουνό;

Είναι ένα κλίμα που διαμορφώνεται, μια αγωνιστική ατμόσφαιρα. Που από πολλές πλευρές, οι τόποι δουλειάς, η οικογένεια, το περιβάλλον σου κλπ, όλα διέπονται από αυτό το κλίμα. Θέλοντας και μη εντάσσεσαι μέσα. Όταν δίνεσαι στον αγώνα, είναι ήδη μια προσφορά. Το ότι έχεις απέναντί σου ένα στρατόπεδο και περιμένεις να πέσει το σύνθημα, να βλέπεις τον σκοπό να πηγαινοέρχεται, να μιλά με κάποιον άλλο, να ρωτά τι ώρα είναι, να είναι εχθρός σου, να ξέρεις ότι θα αλληλοσκοτωθείτε σε λίγο, αλλά ότι κι αυτός είναι άνθρωπος, κι αυτός έχει μάνα, αδελφή, φίλους, ότι κι αυτός έχει μια ζωή. Την οποία πας να του στερήσεις, επειδή δυστυχώς, είναι εχθρός σου. Όλα αυτά είναι αντιφάσεις. Εμένα μου δίνεται η δυνατότητα να περιγράψω με λόγια πολλά περισσότερα από ότι νιώθει κανένας εκείνη τη στιγμή. Σύνθετες καταστάσεις. Πριν τραυματιστώ, χτύπησα ένα γερμανό. Πολλές φορές, εκ των υστέρων, σκεφτόμουν, ‘’τον σκότωσα;’’, ‘’έπεσε κάτω τραυματίας, τον σκότωσα;’’, κι ύστερα ανακάλυπτα ότι δεν ήθελα να τον σκοτώσω. Έχω ένα φίλο, ο οποίος το αποδίδει σε μια παιδεία με ρωσικό υπόστρωμα, ότι και στον εχθρό ακόμα, υπάρχει το στοιχείο του σεβασμού, της ανθρωπιάς. Γράφω κάπου ‘’ Θα γυρίσω στο σπίτι,  η μάνα μου κάθεται στην πολυθρόνα της και ράβει, με ρωτάει επίμονα  –‘’σκότωσες;’’, το ξέρω ότι δεν θέλει να ξέρει αν ήταν έλληνας, αν ήταν βούλγαρος, αν ήταν γερμανός ή οτιδήποτε. Αν σκότωσα άνθρωπο. Κι απαντάω πως, ναι, αναγκάστηκα να σκοτώσω. Δεν σε ρωτάει αν σκότωσες για να υπερασπίσεις τα ιδανικά σου. Μόνο αν σκότωσες άνθρωπο. Κι απαντάω ναι, κι η μάνα ξανασκύβει και δεν λέει κουβέντα. Εκείνη η σιωπή με καταλύει. Αυτό σκεφτόμουν σε ώρα μάχης. ‘’

Θέλω να αναφερθώ σε κάτι που δεν έχει σχέση με την ζωγραφική. Μου συνέβη το εξής παράξενο. Ανεβαίνοντας στο βουνό, κρατούσα ημερολόγιο, μέρα προς μέρα, γραφτό με μικρά γράμματα, με συνθηματικές απεικονίσεις, έτσι που αν έπεφτε σε χέρια εχθρού να μην μπορεί να πάρει πληροφορίες. Κατά παράβαση των συνωμοτικών κανόνων, κρατούσα ημερολόγιο, κρυφά από τους άλλους.  Κι έλεγα, αν βρεθώ σε κατάσταση ανάγκης, έτσι όπως πέταξα τα σκίτσα θα πετούσα και το ημερολόγιο, θα το έκαιγα ή θα το έτρωγα. Κάποια στιγμή το κατέγραψα σε βιβλίο. Όταν έγραψα την Μακρόνησο, τα σκίτσα τα είχα, αλλά το να τα καταγράψεις και να τα εμπλουτίσεις με λόγο, ήταν μια άλλη διαδικασία. Διαπίστωνα ότι είμαι απόφοιτος του Δημοτικού. Ότι δεν είχα καθόλου παιδεία γραφής.  Πως θα γινόταν να τα καταγράψω όλα αυτά; Έγραφα 3-4 σειρές και έσβηνα τις 2. Κάποια φορά το πήγα στο Ρίτσο, να του το δείξω και μου λέει ‘’μην αλλάζεις τίποτα’’. Ο Θέμος Κορνάρος, ο πνευματικός μου πατέρας, μου έδωσε την μόνη συμβουλή. Να μην κάνω χρήση επιθέτων. Με δικά μου λόγια να περιγράψω μια κατάσταση και να μην κάνω χρήση λογοτεχνικών επιθέτων. Το βιβλίο μου ‘’ Η πρώτη πατρίδα’’ πήρε το πρώτο βραβείο της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και  γω προβληματίστηκα πολύ γιατι . Αργότερα ανακάλυψα γιατί. Από τη Ρωσία φέραμε μια μεγάλη βιβλιοθήκη με ρώσικα λογοτεχνικά βιβλία, η δομή και ο τρόπος γραφής αυτών των βιβλίων αποτυπώθηκε μέσα μου, χωρίς να το υποπτεύομαι.

 Πέρα από τη βράβευση της ΕΕΛ, είσαι ένας από τους 7 με το Χρυσό Μετάλλιο της Σοβιετικής Ένωσης.

Ε, εντάξει.

 Είναι λίγο;

Όχι, είναι πάρα πολύ. Τα μετάλλια μου τα έδωσα όλα στο ΚΚΕ.

 Τι σημαίνει να είσαι ένας από τους 7;

Το βιβλίο του Ιουλίου Φούτσικ ‘’Κάτω από την κρεμάλα’’, είναι γραμμένο μέσα στην φυλακή στην οποία γνώρισε και την γυναίκα του. Ένα από τα 7 μετάλλια δόθηκε στην γυναίκα του. Το βιβλίο είναι γραμμένο με την θηλιά στο λαιμό, περιμένοντας την εκτέλεση του ως ήρωας της Τσεχοσλοβάκικης αντίστασης.

Στην Σοβιετική Ένωση όταν γίνεται γιορτή, καλούνε κάποιους μεγαλόσχημους, συνήθως τους γραμματείς ΚΟ, στελέχη κλπ, για να παρευρεθούνε. Και συνέβη το εξής οξύμωρο με την περίπτωσή μου. Έρχεται ένας δημοσιογράφος μαζί με τον επικεφαλής του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου και με καλούνε στην ΣΕ για να παρευρεθώ στην μεγάλη παρέλαση που γίνεται στην Κόκκινη Πλατεία, μαζί με τα στελέχη. Εγώ, ένα απλό μέλος. Πολέμησα σαν αντάρτης, τραυματίστηκα, πέρασα κατοχή, μπήκα στο σύρμα κλπ. Αλλά υπήρξα ένα απλό μέλος του Κόμματος, χωρίς καμιά επωμίδα στελέχους. Και ξαφνικά να σου λένε ότι είσαι καλεσμένος στην μεγάλη, παγκόσμια γιορτή της Πρωτομαγιάς. Να έρχεται ο δημοσιογράφος από την Pravda, το επίσημο όργανο του Κόμματος, για να σε καλέσει  ακούγεται παρανοϊκό, ενώ υπήρχαν ο τότε γραμματέας ο Φαράκος, ο Χαρίλαος, και οι δύο μεγάλοι στρατηλάτες, και να μην καλούν κανέναν από τους δυο.

Ο επικεφαλής του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου λέει στον δημοσιογράφο. ‘’ Μέλος του Πολιτικού Γραφείου. ‘’ Πετιέμαι εγώ και τους λέω, πως δεν είμαι μέλος του ΠΓ. Ξαναρωτάει ο δημοσιογράφος τι είμαι, ‘’Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής’’. Και τους ξαναλέω πως είμαι ένα απλό μέλος. Και σκαν ένα χαμόγελο αμηχανίας ο ένας στον άλλο. Πως γίνεται για πρώτη φορά, να εκλεγώ εγώ, ένα απλό ανταρτάκι, όταν υπήρχε ο Χαρίλαος ή ο Φαράκος, πριν τα κάνει μούσκεμα; Διαβάζω στους Times της Νέας Υόρκης, σε ένα πεντάφυλλο αφιέρωμα του πατριάρχη των Ρώσων δημοσιογράφων, ο οποίος είχε έρθει στην Θεσσαλονίκη και συνταξιδέψαμε ως την Κύπρο, όταν γινόταν τα επεισόδια με την ΕΟΚΑ Β’ για να πάρουμε ανταποκρίσεις. Με δική του εισήγηση ζήτησε να πάρει εκτίμηση για τις κινήσεις μου, για τη στάση μου. Κι έτσι για πρώτη φορά διαλέχτηκα εγώ κι όχι κάποιο στέλεχος για να τιμήσουνε και να του δώσουν το χρυσό μετάλλιο.

FARSAKIDIS3

 Τι σε κέρδισε στην χαρακτική;

Με εντυπωσίαζε ότι το ασπρόμαυρο σου παρέχει δυνατότητες έκφρασης. Με ένα μαχαιράκι και με μια πλάκα μπορείς να κάνεις ένα έργο που μπορείς  να το αναπαραγάγεις και να θεωρηθεί έργο τέχνης. Δεν είναι ένα έργο που θα το βάλεις στο σπίτι σου και θα το καμαρώνεις αλλά μπορεί να τυπωθεί και να κυκλοφορήσει σε πολλά αντίτυπα. Αυτή η πολλαπλότητα έχει μια γονιμότητα. Το κάνει προσιτό στον κόσμο. Για ένα έργο που θέλεις προπαγανδιστικά να επικοινωνήσεις με τον κόσμο, προσφέρεται αυτή η τέχνη.

Σε εκείνη την εποχή σε τι βοήθησε η χαρακτική;

Ένα χαρακτικό μπορούσε να μπει σε μια εικόνα της Παναγίας και να φυγαδευτεί, μιας και από την λογοκρισία η εικόνα της Παναγίας περνούσε εύκολα. Ανάμεσα στην εικόνα στέλνονταν και σημειώματα από τους κρατούμενους προς τα έξω. Παράνομα. Η Παναγία έκανε το θαύμα της!

 Σε γράμματα στέλνατε χαρακτικά;

Περισσότερο με καρτούλες με συνθήματα κλπ. Η Βοσκοπούλα μου, με ουδέτερο θέμα, τυπώθηκε σαν κάρτα και κυκλοφόρησε έξω.

FARSAKIDIS6

Τι σημαίνει για σένα η φράση του πατέρα: ‘’Όταν κρατάς μαχαίρι και μοιράζεις το ψωμί, το μικρότερο κομμάτι το κρατάς για σένα’’ ;

Ο πατέρας μου τελείωσε μια ανωτάτη σχολή, του τσαρικού στρατού στη μέση Ανατολή. Υπό την αιγίδα του αδελφού του Τσάρου.  Ήταν άκρως καλλιεργημένος, με πέντε γλώσσες και τα λοιπά. Αλλά το παρατσούκλι του, στο καφενείο το πολυσύχναστο, στα ντεπό της Θεσσαλονίκης που γινόταν κι οι συνελεύσεις των εργατών, ήταν ο Άγιος. Η μάνα μου ήταν η ζόρικη, ρωσίδα. Κι ο πατέρας μου ήταν ο Άγιος.

Ερχόταν μεθυσμένος, ερχόταν μαχαιροβγάλτης, ο οποιοσδήποτε αλήτης, πιωμένος και λοιπά.. Τον στέλναν στον πατέρα μου, κι αυτός τους καταπράυνε..

‘’Όταν κρατάς μαχαίρι και μοιράζεις το ψωμί…’’ Αυτή ήταν η αρχή του.  ‘’…Το μικρότερο κομμάτι, να το κρατήσεις για σένα.’’  Είναι ηθική αρχή. Μικροαστική, αλλά από τα καλά κατάλοιπα της μικροαστικής ηθικής, που λειτουργεί και μέσα στο χώρο το δικό μας.

Όταν είσαι αρχή, όταν ασκείς εξουσία, να είσαι ευσυνείδητος με τον εαυτό σου.  Όταν μοιράζεις, να είσαι δίκαιος, όταν έχεις δύναμη, να μην την έχεις προς όφελός σου, αλλά για το συνολικό καλό. Ωραία αρχή. Οι  αστοί μας κληρονομήσαν μια ευγένεια, άσχετα αν τους πολεμάμε σαν σύστημα. Είναι καλό να κρατάμε, ότι καλό μας κληρονομούν. Κι ο πατέρας μου το ακολούθησε αυτό. Και τον σέβονταν οι άλλοι.

Εμένα πιτσιρικά, όταν με ρωτούσαν οι τροχιοδρομικοί τι τρώγαμε το πρωί, το γαλατάκι μου, το μεσημέρι το κοτοπουλάκι μου τους απαντούσα, εποχή πείνας, που πέθαιναν άνθρωποι από την πείνα στην Οδησσό και πεταγόταν ο πατέρας μου κι έλεγε ‘’ πες τι τρώγαν τα παιδιά της γειτόνισσας… τα εβραιόπουλα.. που τρώγαν τσιγαριστό κρεμμύδι με ψωμί.. ’’

Εκείνο το βράδυ ο πατέρας μου με χαστούκισε, γιατί είπα  τέτοιο χοντρό ψέμα.                                Κι αναλογιζόμουνα αργότερα, ποτέ δεν μετάνιωσα για το ψέμα που είπα. Αλλά το χαστούκι εκείνο, στην εξορία, το έβλεπα στον ύπνο μου. Κι ήταν εφιάλτης.

Και μια δεύτερη φορά είπα ψέμα, για τους Ρώσους αιχμαλώτους που τους βοηθήσαμε να περάσουν στις γραμμές του Τίτο και να ενωθούν με τα άλλα στρατεύματα, ότι ποτέ δεν φόρεσα γερμανική στολή. Ποτέ δεν μετάνιωσα για το ψέμα που είπα. Όταν με ρώτησε ο Πολιτικός Επίτροπος του έδωσα τον όρκο της κομματικής μου τιμής κι όταν τους αποκάλυψα ότι φόρεσα γερμανική στολή, βούρκωσαν κι οι δύο από συγκίνηση.

 Πως αποφάσισες να κάνεις τέχνη;

Δεν κάνω τέχνη.

Από μικρός είχα μια προδιάθεση ας πούμε, σχεδίαζα και μου λέγαν μπράβο και φούντωνε το μυαλό μου και ζωγράφιζα κι άλλο, έκανα πατητούρες από άλλα σχέδια κι έτσι άρχισα.

Αργότερα δούλευα στους γερμανικούς φούρνους, με πολλούς εργαζόμενους, αλλά σε περιβάλλον επιτηρούμενο από τους γερμανούς.  Εκεί σατίριζα διάφορα ευτράπελα. Κλέβαμε πχ την λαγάνα ενώ οι γερμανοί μας επιτηρούσαν για να μην κλέβουμε. Κι εμείς μοιράζαμε την λαγάνα για να χορτάσουμε όλοι. Έτσι έκανα τις γελοιογραφίες. Ύστερα άρχισα να κάνω τις γελοιογραφίες των γερμανών και τα συμβάντα στο μέτωπο που περνούσαν από χέρι σε χέρι για διασκέδαση. Μετά διαμορφώθηκε η οργάνωση.  Ανεβαίνοντας επάνω, έφερα μαζί μου χαρτιά για να ζωγραφίζω και να μπορώ να κρατάω ημερολόγιο. Με ενδιέφερε η αποτύπωση είτε γραπτή είτε σε σκίτσο.  Με ενδιέφερε να αφήσω πίσω μου μια καταγραφή με αυτά που είδα, με αυτά που έζησα, με αυτά που ένιωσα. Υπάρχει κι ένα ημερολόγιο που σώζεται, το οποίο το καθαρόγραψα, κι υπάρχει μέρα προς μέρα. Είναι από τα λίγα ημερολόγια που υπάρχουν σήμερα στον κόσμο. Είναι η ανάγκη να επικοινωνήσεις με τους άλλους. Να τους πεις ‘’εμείς περάσαμε αυτά, έτσι τραυματίστηκα, έτσι πολέμησα, έτσι πυροβόλησε ο Πέτρος, έτσι εγώ, κι υπάρχουν γραμμένα από πρώτο χέρι’’. Η πρώτη μου επαφή με τα εικαστικά ήταν το σκίτσο.

Προηγήθηκε όμως μια κοσμογονία. Τα φύλλα των εφημερίδων της εποχής ήταν γεμάτα με γελοιογραφίες που σατίριζαν τον Μουσολίνι, σταμάτησαν όλα όμως με την κατοχή. Εγώ όμως συνέχιζα για μένα κι έκανα γελοιογραφίες για το χώρο που εργαζόμουν και γυρνούσαν χέρι με  χέρι. Τυπωνόταν με υποτυπώδεις τυπογραφικές μηχανές και πετιόνταν στο δρόμο, κολλιόνταν στις γωνίες, περνούσε ο κόσμος, τις έβλεπε και γελούσε. Είχαν μια λειτουργία.

Ανοίγω το Ριζοσπάστη κάποια φορά και τρίβω τα μάτια μου. Προσφορά από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας στον Ριζοσπάστη με τίτλο ‘’Σκίτσα ενός άγνωστου ΕΛΑΣίτη’’. Κι σκέφτομαι ότι στην Χαλκιδική ήμουν ο μόνος που ζωγράφιζε. Ήταν τα σκίτσα μου! Την πρώτη φορά που τραυματίστηκα, ήταν στο κεφάλι.  Με χτύπαγε η τσάντα με τα σκίτσα, το ημερολόγιο το είχα στο στήθος, αν τραυματιζόμουν να μπορώ να το βγάλω από το τσεπάκι του μπουφάν κι είτε να το φάω, είτε να το καταστρέψω. Τα σκίτσα δεν με ενδιέφεραν, δεν μαρτυρούσαν τίποτα, κι έτσι την πέταξα. Τα βρήκε ένας βούλγαρος και τα μάζεψε. Πάω στο Ριζοσπάστη, στον οποίο εργαζόμουν και έστελνα ανταποκρίσεις και τους λέω πως τα σκίτσα αυτά είναι δικά μου. Η Κοκοτάκη ενημέρωσε τον Φαράκο με τον οποίο διατηρούσαμε σχέσεις κι εκείνος δεν μπορούσε να πιστέψει ότι εγώ έκανα τα σκίτσα.

FARSAKIDIS7