• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Εμμ. Ροΐδης, μαχητής στην εποχή του

Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης //

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης Γεννήθηκε στις 28 Ιούλη του 1836 στη Σύρα της Ερμούπολης. Πέθανε στις 7 Γενάρη 1904. Πολλοί ξένοι αλλά και Ελληνες μελετητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας τον κατατάσσουν στην ίδια κλίμακα με τις μεγαλύτερες μορφές όπως ο Ντοστογιέφσκι. Το βέβαιο όμως είναι ότι στη χώρα μας υποτιμήθηκε. Ισως γιατί ενόχλησε την κυρίαρχη τάξη της εποχής του, μιας και η σάτιρά του στράφηκε ενάντια στο λογιοτατισμό και στη φεουδαρχία.

Έγραψε ο Κώστας Βάρναλης για τον Εμμ. Ροΐδη στην «Πρωΐα» το 1942:

«Ο Ροΐδης δεν ήτανε απλώς έξυπνος αλλά και θετικό μυαλό χωρίς προλήψεις. Κι όχι μοναχά μορφωμένος παρά και προοδευτικός άνθρωπος. Και μαχητής στην εποχή του μίαν εποχή πνευματικής αντίδρασης όταν το πανεπιστήμιο έδινε το σύνθημα της επιστροφής προς τα πίσω και «καθάριζε» τη γλώσσα του λαού (…) κι όταν οι ποιηταί της γενεάς εκείνης έγραφαν «σεληνοφωτίστους αστέρας» «συνιστώσας σάρκα ψυχάς» και «δρώντας νεκρούς» ο Ροΐδης στάθηκε προοδευτικός και συγχρονισμένος διανοητής. Από τους πρώτους δέχθηκε τη θεωρία του περιβάλλοντος στην εξήγηση του αισθητικού φαινομενου κι από τους πρώτους αναγνώρισε την αλήθεια πως η ζωή δεν είναι στάσιμη παρά εξελίσσεται και πως τα ιδανικά δεν είναι σε κάθε καιρό τα ίδια.

Βέβαια οι ‘’αλήθειες’’ αυτές είναι αλήθειες μισές Αλλά για την εποχή εκείνη ήσαν σχεδόν επαναστατικές. Επαναστατικός εδείχτηκε ο Ροΐδης και στο ζήτημα το γλωσσικό. Από τους πρώτους ενθουσιάσθηκε με το ‘’Ταξίδι’’ του Ψυχάρη κ” υποστήριξε με το βιβλίο του ‘’Τα είδωλα’’ τα ιστορικά δικαιώματα της δημοτικής».

«Ως οι Ινδοί εις φυλάς, ούτω και οι Έλληνες διαιρούνται εις τρεις κατηγορίας:
– εις συμπολιτευομένους, ήτοι έχοντας κοχλιάριον να βυθίζωσι εις την χύτραν του προύπολογισμού.
– εις αντιπολιτευομένους, ήτοι μη έχοντας κοχλιάριον και ζητούντας παντί τρόπω να λάβωσιν τοιούτον.
– εις εργαζομένους, ήτοι ούτε έχοντας κοχλιάριον ούτε ζητούντας, αλλ’ επιφορτισμένους να γεμίζωσι την χύτραν δια του ιδρώτος αυτών.»

Γλωσσομαθής, πολυμαθής, πνευματώδης, με καλλιεργημένη καλλιτεχνική αντίληψη και ανόθευτο από το λογιοτατισμό γλωσσικό αίσθημα. Είναι ο πρώτος που πολεμά τη διγλωσσία. Ήδη από το 1860 παραπονέθηκε μεταφράζοντας το «Οδοιπορικό» του Σατοβριάνδου πως η καθαρεύουσα είναι «σύμμικτον κράμα ποικίλων χυδαϊσμών και αρχαϊσμών ακαίρων». Στα 1877 και μετά στο φιλολογικό καβγά του με τον «περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως» δείχνει πως μόνο ό,τι γράφτηκε στη δημοτική είναι αληθινό και θα μπορέσει να μείνει στο νεοελληνικό Παρνασσό. Η ομιλία του αυτή είναι η αφετηρία. Η δημοτική αρχίζει να κερδίζει την ποίηση. Για το γλωσσικό αλληλογραφεί με τον Βαλαωρίτη, τον Ψυχάρη και δημοσιεύει τις απόψεις του σε εφημερίδες και περιοδικά. Χειροκροτεί το «Ταξίδι» αφού πιστεύει ότι η γλώσσα πέρασε από το χέρια των λογίων στα χέρια των επιστημόνων. Τα «Είδωλα» είναι η βασική του γλωσσική μελέτη με την οποία πολεμά τον αττικισμό κα μεταξύ άλλων προτείνει την απλοποίηση της γραφής. Εκείνα που έλεγε ο Χατζιδάκης για τους νόμους της γλώσσας που καθορίζουν την εξέλιξή της τα εκλαΐκευσε ο Ροΐδης με τη συναρπαστική γραφή του. Ομως, ο ίδιος δεν μπήκε στον κόπο να γράψει σε δημοτική.