• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η ιστορικότητα της κοινωνικής δράσης

Γράφει ο Θανάσης Αλεξίου* //

Όταν θέτουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο το ζήτημα εννοούμε ότι η κοινωνική δράση είναι ιστορικό φαινόμενο και μπορεί, όπως όλα τα άλλα φαινόμενα, να εξηγηθεί. Εκεί αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων το σχόλιό μου για τον Τσε (Η αποδόμηση του Τσε, Ατέχνως 16 Ιουνίου 2016) όπου ήθελα να δείξω πως η κοινωνική δράση, πολύ δε περισσότερο η συλλογική, δεν μπορεί να είναι ζήτημα προσώπων αλλά το αποτέλεσμα κοινωνικών και ιστορικών διεργασιών, εν τέλει το αποτέλεσμα των συνθηκών εργασίας και ζωής των ανθρώπων. Εκεί δοκιμάζονται οι άνθρωποι και εκεί αποκτούν κοινωνική (ταξική) συνείδηση (αποκτούν ταυτότητα για το ποιοι είναι και γνωρίζουν τους αντιπάλους τους) ως κοινωνικά υποκείμενα. Αν αυτή δεν εγείρεται έχει να κάνει και με τη δυνατότητα της κυρίαρχης τάξης, που ελέγχει μαζί με τα μέσα παραγωγής και τα μέσα της πνευματικής παραγωγής (ΜΜΕ, εκπαιδευτικό σύστημα, εργασιακές σχέσεις κ.λπ.) που συμβάλουν όμως στην παραγνώριση της ταξικής κυριαρχίας (ιδεολογία).

Μέρος του προβλήματος είναι και η ρομαντικοποίηση της κοινωνικής δράσης που εξειδανικεύει την ατομική δράση, τη δράση των προσώπων ως αυτά, και όχι οι ταξικοί αγώνες με τις ομόλογες μορφές δράσης, να φτιάχνουν την Ιστορία. Την ίδια ιδεολογική λειτουργία έχει και η μετατόπιση της κοινωνικής ανάλυσης από τις κοινωνικές σχέσεις στις ανθρώπινες σχέσεις ως η ανεργία, η αποένταξη, η ιδιώτευση κ.ο.κ. να προκύπτουν από την ρευστότητα και την μεταβλητότητα  των προσωπικών σχέσεων και όχι από τις κοινωνικές σχέσεις και την κοινωνική οργάνωση της παραγωγής και της εργασίας. Από εδώ και η εννοιολόγηση του κοινωνικού ζητήματος με συγκινησιακούς όρους (βιογραφίες, οδύνη, αγανάκτηση, αξιοπρέπεια, ελπίδα, ανθρωπιστική κρίση κ.ο.κ.) (όπως Z. Baumann κ.ά.), εννοιολόγηση που είναι ιδιαίτερα προσφιλής στη σοσιαλφιλελεύθερη αριστερά. Έτσι η ανθρωπιστική κρίση αποσυνδέεται  από τις αιτίες της για να αντιμετωπιστεί με συνταγές μαγειρικής («γεμιστά», «συσσίτια» κ.λπ.) και με κοινωνικό ακτιβισμό (ανταλλακτική οικονομία, κοινωνικά παντοπωλεία, κοινωνικά ιατρεία κ.ο.κ.). Σε μια προσπάθεια μάλιστα απαξίωσης «παραδοσιακών» μορφών κοινωνικής ένταξης (ταξικές και συνδικαλιστικές ταυτότητες, κοινωνικο-πολιτισμικά περιβάλλοντα κ.ο.κ.), -που είναι αλήθεια πως δοκιμάζονται με την διεύρυνση της μετα-εργοστασιακής εργατικής τάξης και τον κατακερματισμό του εργασιακού χώρου- προβάλλονται ως κεντρικοί φορείς κοινωνικής δράσης επιτελεστικές μορφές κοινωνικής συνύπαρξης (αλληλέγγυοι, αυτοδιαχειριζόμενοι, ελευθεριακά σχολεία κ.λπ.). Αυτές φαίνεται πως ταιριάζουν, σε συνάρτηση με την θεραπευτικοποίηση κοινωνικών βιογραφιών, καλύτερα στις ανησυχίες για κοινωνική ανέλιξη και διάκριση (μεσοα)αστικών στρωμάτων.

Ωστόσο το να απομονώνουμε τα πρόσωπα από το ιστορικό πλαίσιο και να αποδίδουμε σε αυτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά  (θέληση, πίστη, θάρρος, δύναμη κ.ο.κ.) είναι σαν να πιστεύουμε ότι η κοινωνική συνείδηση, επομένως και η κοινωνική δράση, πόσο μάλλον η ταξική, είναι προϊόν εξωκοινωνικών, εξωϊστορικών εμπειριών. Είναι σαν να θεωρούμε πως οι ικανότητες και δεξιότητες (κοινωνικές, γνωστικές, επικοινωνιακές) των ατόμων δεν εξαρτώνται από την ταξική τους θέση αλλά είναι κατά κάποιο τρόπο «προσωπικές», ουσιαστικά έμφυτες. Είναι σαν να θεωρούμε επίσης πως η κοινωνική δράση αφορά εσωτερικές διεργασίες του ατομικού ψυχισμού και του θυμικού που λαμβάνουν χώρα εκείθεν της κοινωνικής εμπειρίας και όχι όμως μέσα από τη «γνωριμιά των ανθρώπων» (Χατζής, Σιούλας ο Ταμπάκος). Είναι σαν να υποκλινόμαστε όπως έγραφε ο Λένιν στον αυθορμητισμό (βολονταρισμό, βιταλισμό, εξεγερσιασμό κ.λπ.). Είναι το «πλήθος» του Νέγκρι χωρίς ιστορία και έξω από την κοινωνία που περιμένει το «συμβάν» για την μεγάλη έξοδο. Γίνεται προφανές ότι αυτό δεν θα αφορά τα εργατικά και λαϊκά στρώματα που κινούνται στο πεδίο της καθημερινότητας, της επιβίωσης και του πεζού αλλά τα «χαρισματικά» άτομα, τις παρέες με τους ιδιαίτερους τρόπους ζωής και εργασίας που εμφορούνται συν τοις άλλοις από ποιητική διάθεση και εξεγερσιακό πνεύμα. Είναι, σύμφωνα με κάποιους (αριστεριστές, αντιεξουσιαστές κ.ά.) ο Δεκέμβρης του 2008, οι «πλατείες», οι «αγανακτισμένοι» και σήμερα κατά κάποιο τρόπο οι «όρθιοι» στο Παρίσι. Έτσι όμως η κοινωνική δράση αφήνεται στη δίνη του ανορθολογισμού, του τυχαίου και στην μεγαθυμία των προσώπων.

Αν το νόημα, οι μορφές της κοινωνικής συνείδησης παράγονται κοινωνικά, όπως το έθετε κάποτε ο δομισμός, κοινωνικά θα παράγεται και η κοινωνική δράση πού όταν πρόκειται για τα εργατικά και λαϊκά στρώματα παίρνει, για να έχει χειραφετητικό περιεχόμενο, τα χαρακτηριστικά της δομής (μισθωτή εργασία) (οργανωτικό βάθος, πολυλειτουργική δράση, πρόγραμμα κ.ο.κ.). Αυτά τα στρώματα εξαρτώνται, όσον αφορά στην ανάληψη κοινωνικής δράσης, -σε αντιδιαστολή με τα (μεσο)αστικά στρώματα που διαθέτουν πολιτισμικούς και οργανωσιακούς πόρους-, από το συλλογικό απόθεμα της τάξης τους (προγραμματικός λόγος, οργανωσιακοί πόροι, αγωνιστικές παραδόσεις, συλλογική μνήμη κ.ά.) ενώ έχουν ανάγκη περισσότερο από τα αστικά στρώματα που μπορούν να βασίζονται στο κράτος, ενός πολιτικού οργανισμού που θα διασφαλίζει την πολιτικο-οργανωτική και ιστορικο-βιωματική συνέχεια της τάξης τους. Την αναγκαιότητα αυτού του οργανισμού που θα πηγαίνει πέρα από τα άτομα με τις βιωματικές μεταπτώσεις και τις συνειδησιακές ανακολουθίες και ιδιωτεύσεις και θα έχει αυτονομηθεί από αυτά ως δομή (κόμμα), αντιλαμβάνεται ακόμη και ένας βεμπεριανός στοχαστής, όπως ο Π. Μπουρντιέ. Αυτό είναι το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο αν θέλουμε να θέσουμε το πρόβλημα στη σωστή του διάταξη και εδώ θα προσδιοριστεί η κοινωνική μηχανική (πολιτικό υποκείμενο, μορφές οργάνωσης, κοινωνικές συμμαχίες κ.λπ.) που θα μας βγάλει μπροστά. Οι ενικές δράσεις, ο κοινωνικός ακτιβισμός μπορούν να θεματοποιήσουν επιμέρους ζητήματα στη σφαίρα αναπαραγωγής (κοινωνικές ανισότητες κ.ο.κ.), δεν μπορούν όμως να αμφισβητήσουν τον πυρήνα των κοινωνικών σχέσεων, τις σχέσεις εκμετάλλευσης. Μόνο αν η δράση τους, ουσιαστικά η διαταξική δράση των μεσαίων στρωμάτων (ενός ανομοιογενούς μορφώματος),  μπολιάσει με την ταξική δράση, τη δράση της εργατικής τάξης, αλλάζουν όλα, και στη «βάση» και στο «εποικοδόμημα». Γι’ αυτό όμως χρειάζεται σισύφεια δουλειά και το σμίλευμα μιας κοινωνικής συμμαχίας που μαζί με το κοινωνικό ζήτημα στη σφαίρα παραγωγής θα θέτει τα επιμέρους ζητήματα στη σφαίρα αναπαραγωγής. Η αναστροφή αυτής της σχέσης και ο πολιτικός βολονταρισμός είναι που έφερε τα πράγματα σήμερα στη χώρα μας εδώ. Και αυτό παρόλο που κάποιοι είχαν προειδοποιήσει έγκαιρα.

* Καθηγητής Κοινωνιολογίας/Πανεπιστήμιο Αιγαίου