• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η καρπουζομανία των Σοβιετικών…

Τι καλοφαγάδες που είναι
Ανάμεσα στα τόσα που λέγονται στον κόσμο για τους Μοσχοβίτες, ένα πράγμα είναι σίγουρα αλήθεια. Δηλαδή το ότι οι κάτοικοι της Σοβιετικής πρωτεύουσας τρέφουν ιδιαίτερη αδυναμία στα καρπούζια. Κι αυτό μπορεί να φανεί παράξενο, γιατί καρπούζια κοντά στη Μόσχα δεν υπάρχουν. Για να αναπτυχθεί αυτή η ραβδωτή σφαίρα πρέπει να αντιστοιχούν κλιματολογικές συνθήκες σύμφωνα με την αρχαϊκή φόρμουλα: πέντε προς τρία (πέντε μέρη ήλιου προς τρία μέρη νερού). Σ’ αυτή την αναλογία θερμότητας και υγρασίας, αν και προσπάθησαν μεταπολεμικά να καλλιεργήσουν καρπούζια οι πειραματιστές, δεν κατάφεραν στο τέλος τίποτα. Βέβαια, πήραν έναν καρπό που έμοιαζε μ’ αυτό που ήθελαν. Ηταν στρογγυλό, ήταν παρδαλό, μόνο που δεν μπορούσες να το βάλεις στο στόμα. Η αποτυχία πίκρανε πολύ τους Μοσχοβίτες.
Να πω απλώς, οι Μοσχοβίτες αγαπούν τά καρπούζια, θα πει να μην πω τίποτα. Αν ακόμα χρησιμοποιήσουμε εκφράσεις, όπως τα «λατρεύουν», τα «θεοποιούν», «ξετρελαίνονται», τότε κι αυτές θα φανούν αρκετά αδύνατες για να εκφράσουν τη δύναμη του πάθους της καρπουζομανίας, που αγκαλιάζει τη Μόσχα κάθε καλοκαίρι. Τώρα το πώς οι Μοσχοβίτες έγιναν θύματα αυτού του παρδαλού πειρασμού που ωριμάζει κάτω από τον καφτερό ήλιο και που ήταν κάποτε γνωστός μόνον από διαδόσεις, παραμένει αίνιγμα. Να όμως, που είμαστε αναγκασμένοι μερικές φορές να δεχόμαστε και την ύπαρξη των αινιγμάτων, δεν είναι αλήθεια;
Τα πρώτα συμπτώματα του παρδαλού πυρετού εμφανίζονται στις αρχές του Ιούλη μετά την ανάγνωση της τοπικής εφημερίδας. Σ ‘ αυτήν περιγράφεται η από κάθε άποψη πλήρης αγωνιστική ετοιμότητα των λιμανιών και των ισχυρών γερανών. Κι αν η μαγική λέξη δεν ειπώθηκε ακόμα, ο πεπειραμένος καρπουζοφάγος γνωρίζει καλά, τι εννοείται με εκείνο το αόριστο «οπωρικά». Γ ι’ αυτό μόλις γυρίσει από τη δουλειά ανεβαίνει στη σκεπή της πολυκατοικίας, δεκαεννέα, όροφοι να πούμε και εφοδιασμένος όπως είναι με κιάλια θεάτρου, απλώνει το βλέμμα προς την πλευρά του καναλιού Βόλγα-Μόσχα: Θα φανεί άραγε στον ορίζοντα ο καπνός του πολυπόθητου καραβανιού!
Εδώ είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε λίγα λόγια, για το πώς έρχεται στην πρωτεύουσα αυτός ο Πειρασμός. Ο εναέριος δρόμος αποκλείεται γιατί είναι πολύ βαρύς… για την τσέπη. Ο σιδηρόδρομος; Γενικά αποδεκτός, όμως το τράνταγμα, οι στάσεις μεγάλης διάρκειας στους ενδιάμεσους σταθμούς και η έλλειψη εξαερισμού στα βαγόνια, τον κάνουν να υποφέρει τρομερά.
Και τι απομένει λοιπόν! Φανταστείτε ένα ήσυχο καλοκαιρινό βραδάκι στην πλατιά επιφάνεια του Βόλγα, ακολουθώντας το πλωτό μέρος, αρχίζει να κινείται εναντία στο ρεύμα μια αυτοκίνητη μαούνα. Τα ελεύθερα από τη βάρδια μέλη του πληρώματος μαζεύτηκαν γύρω από τη φωτιά, όπου ετοιμάζεται η απλή ψαρόσουπα από στουργιόνια, που σερβίρουν μόνο σε αριστοκρατικά γεύματα και συζητούν για τη ρομαντική μοίρα του Στένκα Ράζιν. Και κάτω στο αμπάρι…
Ξέρετε από πού είναι το εμπόρευμα;
Νομίζω από τον Κάτω Βόλγα.
Αναμειγνύεται τρίτος:
Μη λέτε ανοησίες! Είναι από τη Μελιτούπολη. Είναι νωρίς για τα καρπουζιά του Βόλγα.
Μη σας φαίνεται παράξενο, εδώ τα ξέρουν όλα: πότε φτάνουν τα καρπούζια στη Μελιτούπολη της Ουκρανίας, πότε πρέπει να περιμένουμε τους ζουμερούς φτασμένους καρπούς από τους κηπουρούς του Καμίσιν, από τα αγροκτήματα του Μπίκωφ.
Τι λέτε φτάνουν για όλους;
Φτάνουν, θα πουληθούν μέχρι τη νίκη…
Αυτό σημαίνει, πως θα σταματήσει κάθε εμπορική πράξη στην αγορά, θα κλείσουν τα καταστήματα, τα εστιατόρια, τα καφενεία και τα ρεστοράν. Μόνο στο δρόμο, στον αυτοσχέδιο μπάγκο, που θα φωτίζεται με μία κινητή λάμπα, θα συνεχίσουν ακόμα να μαζεύονται οι άνθρωποι με τις τσάντες και τα δίχτυα στα χέρια. Για τους αχόρταγους ξενύχτηδες τα πράγματα είναι σκούρα. Τέτοια ώρα δε θα βρουν πουθενά να τους γεμίσουν το ποτήρι με μπράντι και με αφράτη μπίρα όσο κι όπου κι αν ορκιστούν, πως μεσά τους «Ολα καίνε». Βλέπεις όμως, η δίψα να δοκιμάσουν το αρωματικό, ζουμερό και αστραφτερό σαν ρουμπίνι καρπούζι, είναι ιερή.
Τις μέρες που έρχονται τα καρπούζια, στη Μόσχα συνεχίζονται οι συνεδριάσεις των υπουργείων, οι συνδιασκέψεις, τα συμπόσια. Μόνο ο αριθμός τους είναι σημαντικά μικρότερος και οι ομιλίες συντομότερες. Πέφτει το ενδιαφέρον για τα θέατρα, τον κινηματογράφο, τις συναυλίες και τα άλλα θεάματα. Οι παραστάσεις δίνονται μπροστά σε λιγοστούς θεατές, που κι αυτοί οι περισσότεροι είναι επαρχιώτες.
Μετά πάλι η ίδια εφημερίδα της πόλης ρίχνει λάδι στη φωτιά. Το Σάββατο δημοσιεύει δύο αριθμούς: ε ένας (σε τόνους) κάνει λόγο για την όλο και αυξανόμενη μεταφορά καρπουζιών. Ο άλλος (σε καπίκια) είναι ή μείωση της τιμής κατά κιλό. Συμβαίνουν τώρα ορισμένες μετατοπίσεις. Στο ασανσέρ που υπολογίζετε για 4 άτομα, τώρα ανεβαίνουν μόνο τρία, ενώ καταστροφικά πέφτει η ημερήσια κατανάλωση του νερού.
Θύμα όλης αυτής της τόσο οξυμένης κατάστασης μπορεί να είναι ο επαρχιώτης όπως και κάθε ξένος στην πόλη. Θέλει να συναντηθεί ο άνθρωπός μας τώρα με τον Κ. για μια δουλειά όχι και τόσο υπηρεσιακή. Τον παίρνει τηλέφωνο.
Θα ήθελα να σας δω σήμερα το βράδυ, σ’ ένα ελεύθερο χώρο αν θέλετε και να τα πούμε για κάνα δυο ωρίτσες.
Θα το ‘θελα κι εγώ πολύ, απαντάει ο Κ. Μόνο που η γυναίκα μου κανόνισε να πάμε στους γονείς της, στο σπίτι τους εκεί στο Χίμκι.
Δεν θα πρέπει να πιστέψεις τον Κ. Ο Πειρασμός τον έβαλε να πει ψέματα, σε κανένα Χίμκι δεν θα πάει, αλλά όλο το βράδυ θα κάθεται σπίτι και θα τρώει καρπούζι…
Γι’ αυτό σας συμβουλεύω λοιπόν: πριν αγοράσετε εισιτήριο για τη Μόσχα, τηλεφωνήστε τούς γνωστούς σας και ενημερωθείτε αν τελείωσε εκεί ό παρδαλός πυρετός ή συνεχίζεται ακόμα.
Μ. Σεμιόνωφ
5Το κείμενο το βρήκαμε σε ένα μικρό βιβλιαράκι με επιλεγμένα κείμενα σοβιετικής σάτιρας πυο τυπώθηκε το 1979 στη Θεσσαλονίκη:
«Το πανομοιότυπο του σ. Κοβσιωφ Σύγχρονη σοβιετική σάτιρα», εκδότης Χρήστος Παπαδημητρίου. Αντιγράφουμε από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Μια επιλογή σοβιετικής σάτιρας από το σύγχρονο σοβιετικό περιοδικό τύπο. Με τα ευθυμογαφήματα αυτά ο αναγνώστης δε θα διασκεδάσει μόνο, αλλά και θα γνωρίσει τα βασικά θέματα της κοινωνικής ζωής που απασχολούν τη σοβιετική σάτιρα σήμερα
Για την αντιγραφή – επιμέλεια Ηρακλής Κακαβάνης