• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

«Η προσευχή του ταπεινού»

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γεννήθηκε στο Καρπενήσι στις 3 Φλεβάρη του 1877 και πέθανε στην Αθήνα την 1 Φλεβάρη του 1940 από καρδιακή προσβολή, ενώ πήγαινε με το τραμ σε συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών.

Στο σημερινό σημείωμα θα ασχοληθούμε όχι με το έργο του αλλά με τον άνθρωπο. Ετσι όπως τον είδε ένας σύγχρονός του, ο Κώστας Βάρναλης.

Ο Παπαντωνίου «σπούδασε ζωγραφική, μετά πήγε στο Παρίσι ως ανταποκριτής της εφημερίδας «Εμπρός», κατέληξε να γίνει νομάρχης. Ηδη αυτά υποδηλώνουν, ότι για τον Παπαντωνίου η λογοτεχνία ήταν ένα είδος ‘’ερασιτεχνίας’’».

Ο Κώστας Βάρναλης γνωστός για τις πετυχημένες «βιτριολικές» του παρωδίες. Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι η παρωδία της «Προσευχής του ταπεινού» του Ζαχαρία Παπαντωνίου, λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία της συλλογής «Θεία δώρα» (1931).

Ο Ζ. Παπαντωνίου, ήταν δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης -αντιδραστικός- θεατρικός συγγραφέας , λογοτέχνης πολυθεσίτης και «κρατικοδίαιτος», καθώς από το 1912 και έως το 1916 διετέλεσε νομάρχης στη Ζάκυνθο, στις Κυκλάδες, στην Καλαμάτα και στη Σπάρτη. Το 1917 ανέλαβε καθήκοντα προέδρου της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου παρέμεινε επί μακρόν. Το 1923 τιμήθηκε με το εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και διορίστηκε καθηγητής στο Αμαλίειο Ορφανοτροφείο και στη Σχολή Καλών Τεχνών. Και όλα αυτά παράλληλα με την άσκηση της δημοσιογραφίας.

Αυτό σατίριζε ο Βάρναλης (με το χλευαστικό ψευδώνυμο Καρχαρίας Παπαφαταούλας)  στο ομώνυμο «Η προσευχή του ταπεινού», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέοι  Πρωτοπόροι», στο τεύχος Φλεβάρη, ως ποίημα της υποτιθέμενης συλλογής «Ηλίθια Δώρα». Στη στήλη του περιοδικού «Το παραμιλητό του κόσμου που πεθαίνει», μας «εξηγεί» γιατί γράφτηκε:

«Ο κ. Ζαχαρίας Παπαντωνίου έβγανε τελευταία ένα τόμο ποιήματα με τον τίτλο τα “Θεία δώρα”. Δεν έμεινε εφημερίδα ή περιοδικό της συντηρητικής διανόησης που να μην εξάρει το πράγμα σαν ένα πνευματικό γεγονός. Η Εθνική τράπεζα –λένε– κυριέφτηκε κιόλας από μιαν απροσδόκητη λυρική κατάνυξη κι αγόρασε για λογαριασμό της 2.000 αντίτυπα. Το υπουργείο Παιδείας πάλι κι η Ακαδημία του ετοιμάζουνε από τώρα (εν αγνοία του!) το περίφημο πεντοχίλιαρο έπαθλο. Δεν είναι άσκοπο για το περιοδικό μας να σερβίρει ένα μεζεδάκι από την πνευματική πανδαισία που παρέθεσε προς την τάξη του ο περινούστατος ποιητής. Είναι ένα κομματάκι απόνα ποίημα που επιγράφεται “Προσευχή Ταπεινού”. Ο ποιητής το λοιπόν, που όπως φαίνεται θεωρεί τον εαυτό του πολύ ταπεινό, έχει πάθει πολλά τα κακά εξαιτίας η ταπεινοσύνη του, και ζητά την ανταμοιβή του.  – Οι  λόγοι του, τα επιχειρήματα είναι πολλά, λεφτομερειακά κι ομοιοκατάληχτα! Το κυριότερο όμως είναι που:

Έδωσα στα παιδιά χαρές
σε σκύλους λίγο χάδι
ζευγάδες καλησπέρισα
που γύριζαν το βράδυ.

Δε θαρνηθεί κανένας από τους αναγνώστες μας πως το μαρτύριο είναι πολύ σοβαρό και μεγάλη η ταπεινοσύνη του ποιητή. Καλά πια να χαϊδέψει ένα σκύλο. Μα να χαιρετήσει κι ένα χωριάτη, αυτό δίχως άλλο είναι πάρα πολύ!».

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ
(Παρωδία)

Κύριε, σαν ήρθε η βραδιά και μάτι δε μας βλέπει,
βρέχε σωρό διορισμούς στην ταπεινή μου τσέπη.
Την προσευχή μου, Κύριε, σου λέω με προθυμία
καμιά ψυχή δεν έβλαψα, εξόν απ’ τα ταμεία.

Εκείνοι, που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι…
Που να μη την εβούτηξα θέση σπουδαία δε μένει.
Ήσυχα εγώ κι αθόρυβα τα έργα μου έχω πράξει
κι από Γραικύλους και Γκρεκούς το σύμπαν έχω εισπράξει.

Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αγέρα,
όλες εγώ τις χτύπησα (δουλειά μου κάθε μέρα).
Ήμουνα των μικρών παιδιών και των σκυλιών ο φίλος
κι όλων εγώ των Αρχηγών πιστός χαδιάρης σκύλος.

Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους, που είδα.
Αφού το κράτος πλήρωνε, ζήτω η γλυκιά πατρίδα.
Σ’ ευχαριστώ, που μούδωκες, χωρίς να μου ανήκει
τη θέση της Εκδοτικής και την Πινακοθήκη.

Για την καπατσοσύνη μου οι εχτροί θα με μισήσουν
ευδόκησε ν’ αφανιστούν χωρίς να ξαναζήσουν.
(Σιγά στ’ αφτί του θεού)
Με τρόπο της ποιήσεως δώσε μου, Κύριε, τώρα
τα πενήντα χιλιάρικα, τ’ αληθινά «θεία δώρα».

(Από τα «Ηλίθια Δώρα»)
ΚΑΡΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΦΑΤΑΟΥΛΑΣ

 

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ
(Ζαχαρίας Παπαντωνίου)

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά σου λέω την προσευχή μου.
Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ’ τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.
Την πίκρα μου τη βάστηξα. Μου δίνεις και την ξένη.

Μ’ απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Είν’ αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία την αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στην πόρτα μου άλλος δε χτυπά κανείς απ’ τον αγέρα.

Δεν έχω δόξα. Είν’ ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.
Άκουσα τη γλυκιά βροχή. Τη δύση έχω κοιτάξει.
Έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ.

Τώρα δεν έχω τίποτα, να διώξω ή να κρατήσω.
Δεν περιμένω ανταμοιβή. Πολύ ’ναι τέτοια ελπίδα.
Ευδόκησε ν’ αφανιστώ, χωρίς να ξαναζήσω…
Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.