• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Κώστας Βάρναλης. Πώς ξεκίνησε να γράφει ποιήματα

Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης //

Το ξεκίνημά του Κώστα Βάρναλη στην ποίηση δεν ήταν συνηθισμένο. Πήρε την ποίηση για παιχνίδι. Στην Γ’ Δημοτικού γράφει τους  πρώτους του στίχους. Ερωτικούς και σατιρικούς. Σατίριζε τους δασκάλους του.

Και στο γυμνάσιο εξακολουθεί να γράφει «ποιήματα». Τα τετράδια όπου τα έγραφε «Τα έδινα να μου τα φυλάγουν άλ­λοι “φρόνιμοι” συμμαθητές μου. Γιατί τα περισσότερα ποιήματα ήταν ερωτικά. Έγραφα βέβαια και για την άνοιξη, για τη… ση­μαία μας κ.τ.λ. Μα ένα ερωτικό ποίημα, αν έπεφτε στα χέρια των καθηγητών μου, έφτανε να με χαντακώσει. Γιατί σε κείνη την εφηβική ηλικία οι περισσότεροι μαθητές ήταν ερωτευμένοι με μαθή­τριες τού ελληνικού ή βουλγαρικού γυμνασίου κι είχανε τη σχετική τους αλληλογραφία και τα σχετικά ραντεβού. Κι ό έρωτας λογα­ριαζότανε για βαρύ αμάρτημα από τη σχολική… Εξουσία! Κι εγώ δεν ήμουνα ο λιγότερο αμαρτωλός. Μονάχα σαν τέλειωσα το γυμνάσιο δημοσίεψα δυο-τρία ποιήματα στις «Ειδήσεις του Αίμου» της Φιλιππούπολης».

Μετά το τέλος του γυμνασίου έρχεται στην Αθήνα με υποτροφία και γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή. Συνεχίζει να γράφει ποιήματα: «Κείνα τα χρόνια ήμουν μαζεμένος. Σχεδόν δεν υπήρχα. Η μοναχή χαρά μου ήτανε να βγαίνω με τις χειμωνιάτικες ή τις ανοιξιάτικες λιακάδες έξω από την Αθήνα και να κάνω μακρινούς περιπάτους προς όλα τα σημεία του ορίζοντος. Και καμιά φορά με έπιανε το μεράκι και τραγουδούσα… μοναχός μου. Έκανα και στίχους, που δεν τους είπα σε κανένανε. Γιατί από τότες είχα την αντίληψη, πως ο κόσμος δεν παίρνει σοβαρά τους ανθρώπους, που κάθονται και χάνουν τον καιρό τους με τέτοιες ασχολίες. Και αργότερα που υπηρέτησα ως δάσκαλος φρόντιζα να μη μάθει κανείς πως είμαι ποιητής. Δεν ήταν μονάχα ο κίνδυνος της ανυποληψίας που με έκανε να κρύβω το κουσούρι μου. Μπορούσα να βρω και τον μπελά μου. Γιατί η λέξη ποιητής θα σήμαινε μαζί και “μαλλιαρός”».

Το 1904 στέλνει στον Παλαμά κάποια ποιήματά του για να του πει τη γνώμη του (Τα ποιήματα αυτά εκδόθηκαν το 1985 με τον τίτλο «Πυθμένες»).  «Ύστερα από μέρες πήρα μια ‘’βραχεία’’. Μου έγραφε: ‘’Φίλε… συνάδελφε!’’. Πωπώ! Πήγα να τρελαθώ απ’ τη χαρά μου. Νεανική τρέλα, βλέπεις. Τότε βέβαια περηφανεύτηκα με την προσφώνηση. Όταν όμως, μετά από πολλά χρόνια, συναντιόμαστε καμιά φορά, μου έλεγε: «Τα χειρόγραφά σου τα έχω κρατήσει στη βιβλιοθήκη μου». Πωπώ ντροπή! Και τώρ’ ακόμα, όταν συλλογίζομαι πως μπορεί κάποτε να βρεθούν αυτές οι αθλιότητες, με πιάνει πανικός».

Λίγο αργότερα στέλνει και δημοσιεύονται ποιήματά του στο περιοδικό  «Νουμάς» με επαινετικό σχόλιο, δημοσιεύεται η πρώτη του ποιητική συλλογή «Κηρύθρες».  Τη συλλογή προλόγιζε, με επαινετικά λόγια, ο ποιητής Στέφανος Μαρτζώκης που οι νέοι ποιητές εκτιμούσαν πολύ. Γενικότερα η κριτική ήταν πολύ ευνοϊκή για το νέο ποιητή που έδινε πολλές υποσχέσεις. Υποσχέσεις που δικαίωσε, όχι όμως με τον τρόπο που πολλοί θα φανταζόταν τότε.

Στην πρώτη περίοδο της ποίησής του «κλείνει σε κλασικά πλαίσια τις δικές του χαρούμενες καταστάσεις, μεταφράζει σε αρχαίουςκώμους τα θορυβόδικα νυχτερινά ξεσπάσματα της παρέας του. Η ποίησή του είναι αισθησιακή, συχνά την κατέχει οίστρος βακχείας, είναι ιθυφαλλική και θυμίζει την ειδωλολατρική οργιαστική μανία που εκφράζουν κάποια κομμάτια του αρχαίου λυρισμού απ’ όπου δανείζεται τα σύμβολά του». Η ποίηση όμως που έδωσε στο Βάρναλη ξεχωριστή και ιστορική θέση στην ελληνική λογοτεχνία, είναι αυτή που αρχίζει μετά ττον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια ποίηση κοινωνική και επαναστατική. Εκανε τον κομμουνισμό ποίηση.

Αρκετά ποιήματά του τραγουδήθηκαν και αγαπήθηκαν από το λαό, απαγγέλθηκαν από εργάτες, μπήκαν σε λαϊκά σπίτια, κατέβηκαν σε υπόγειες ταβέρνες. Ξεπερνάνε τα είκοσι τα μελοποιημένα του ποιήματα. Ακόμη και σήμερα νέοι δημιουργοί μελοποιούν Βάρναλη. Στο βιβλίο μου «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» κάπου λέω ότι είναι ο πιο πολυτραγουδισμένος ποιητής, και μου ασκήθηκε κριτική γι’ αυτό. Πού το στηρίζω. Δεν ξέρω αν υπάρχουν τεκμήρια που να δίνουν μια αντιπροσωπευτική εικόνα στο ζήτημα. Ξέρω όμως ότι δεν υπάρχουν χείλη που να μην ψέλλισαν στίχους από την «Μπαλάντα του κυρ Μέντιου» και τους «Μοιραίους».