• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Μαουτχάουζεν: Κομμουνιστές και Εβραίοι «βράχο στη ράχη κουβαλούν βράχο σταυρό θανάτου»

Επιμέλεια Ηρακλής Κακαβάνης //

«Μνημείο Μαουτχάουχεν» προς τιμήν των κρατουμένων και των θυμάτων. Το φιλοτέχνησε το 1959 και βρίσκεται στον περιβάλλοντα χώρο του πρώην στρατοπέδου

«Μνημείο Μαουτχάουχεν» προς τιμήν των κρατουμένων και των θυμάτων. Το φιλοτέχνησε το 1959 και βρίσκεται στον περιβάλλοντα χώρο του πρώην στρατοπέδου

Σαν σήμερα 8 Αυγούστου 1938 άνοιξε τις πύλες του το ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν στην Αυστρία. Συνώνυμο του θανάτου και τόπος μαρτυρίου για περισσότερους από 200.000 κρατούμενους κομμουνιστές και Εβραίους από όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης. 122.797 από αυτούς, ανάμεσά τους και 3.700 Ελληνες, άφησαν την τελευταία τους πνοή στα κρεματόρια του Μαουτχάουζεν. Οι επιζήσαντες απελευθερώθηκαν στις 5 Μάη 1945.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Μαουτχάουζεν». Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης ήταν κρατούμενος στο στρατόπεδο απ’ το καλοκαίρι του 1943 μέχρι το τέλος του πολέμου:

Τον καιρό εκείνο, κάθε Κυριακή που δε δουλεύαμε στέκαμε ώρες ολόκληρες και κοιτάζαμε τις γυναίκες που και κείνες βγαίναν απ’ τ’ αντίσκηνα και μας κοιτάζανε. Η απόσταση που μας χώριζε ήταν μεγάλη. Είναι ζήτημα αν θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε κι αν ακόμη φωνάζαμε. Κάτι τέτοιο φυσικά κανείς δεν ξεθάρρευε να το δοκιμάσει. Ούτε χρειαζόταν. Αυτό το σιωπηλό αλληλοκοίταγμα που περνούσε δυο φράχτες από συρματόπλεγμα δεν είχε ανάγκη από μιλιά. Ήταν οι ώρες του έρωτα στο Μαουτχάουζεν.

Όμως σκέψου… Αυτές οι γυναίκες κι αυτοί οι άντρες που αλληλοκοιτάζονταν σιωπηλά επί ώρες ατελείωτες ήταν ντυμένοι με τα ίδια ριγωτά, ξεθωριασμένα, χιλιοφορεμένα ρούχα του κάτεργου. Τα σώματά τους ήταν πετσί και κόκαλο, τα μαγουλά τους ρουφηγμένα και μαλλιαρά απ’ την αβιταμίνωση. Τα μαλλιά κουρεμένα με μια λουρίδα ξυρισμένη στη μέση, απ’ το κούτελο ως το σβέρκο. Μόνο τα μάτια ήταν πιο μεγάλα και πιο βαθιά από άλλοτε για να χωράει ο φόβος.

Το ηλεκτροφόρο με το ρεύμα υψηλής τάσης και το συρματόπλεγμα με τις σκοπιές δεν ήταν μια απλή τεχνική εγκατάσταση, ένας αδιάβατος φράχτης. Εδώ μια διαταγή όριζε να χωριστεί τελεσίδικα τ’ αρσενικό απ’ το θηλυκό. Μια διαταγή σε μέγεθος μοίρας. Μια διάσπαση του αιωνίου ζεύγους. Ένα παραφύση κόψιμο των από ουρανό και γη ταγμένων να «έσονται εις σάρκαν μίαν».

Ο Αντώνης
(Ιάκωβος καμπανέλλης)

Εκεί στη σκάλα την πλατιά
στη σκάλα των δακρύων
στο Βίνερ Γκράμπεν το βαθύ
το λατομείο των θρήνων

Εβραίοι κι αντάρτες περπατούν
Εβραίοι κι αντάρτες πέφτουν,
βράχο στη ράχη κουβαλούν
βράχο σταυρό θανάτου.

Εκεί ο Αντώνης τη φωνή
φωνή, φωνή ακούει
ω καμαράντ, ω καμαράντ
βόηθα ν’ ανέβω τη σκάλα.

Μα κει στη σκάλα την πλατιά
και των δακρύων τη σκάλα
τέτοια βοήθεια είναι βρισιά
τέτοια σπλαχνιά είν’ κατάρα.

Ο Εβραίος πέφτει στο σκαλί
και κοκκινίζει η σκάλα
κι εσύ λεβέντη μου έλα εδώ
βράχο διπλό κουβάλα.

Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό
μένα με λένε Αντώνη
κι αν είσαι άντρας, έλα εδώ
στο μαρμαρένιο αλώνι.

 

Ο δραπέτης
(Ιάκωβος καμπανέλλης)

Ο Γιάννος Μπερ απ’ το βοριά
το σύρμα δεν αντέχει.
Κάνει καρδιά, κάνει φτερά,
μες στα χωριά του κάμπου τρέχει.

“Δώσε, κυρά, λίγο ψωμί
και ρούχα για ν’ αλλάξω.
Δρόμο να κάνω έχω μακρύ,
πάν’ από λίμνες να πετάξω.”

Όπου διαβεί κι όπου σταθεί
φόβος και τρόμος πέφτει.
Και μια φωνή, φριχτή φωνή
“κρυφτείτε απ’ τον δραπέτη”.

“Φονιάς δεν είμαι, χριστιανοί,
θεριό για να σας φάω.
Έφυγα από τη φυλακή
στο σπίτι μου να πάω.”

Α, τι θανάσιμη ερημιά
στου Μπέρτολτ Μπρεχτ τη χώρα.
Δίνουν το Γιάννο στους Ες Ες,
για σκότωμα τον πάνε τώρα