• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

« Μην κιοτεύετε! …κι ο Αντρούτσος το ΄21 με πέντε παλικάρια ξεκίνησε…»

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κώστα Πουρναρά (Μπόση) Ο Κραβαρίτης. Διαβάστηκε στην εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση) στην Ανέζα Άρτας, το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 (αναλυτικό φωτο-ρεπορτάζ ΕΔΩ). Την εκδήλωση διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.

Το κείμενο διάβασε η δασκάλα Χρύσα Τσιούτσιου, μέλος του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας.

kravaritis_exofiloΟι γέροι ξάπλωσαν από νωρίς, μα δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Η μοναξιά, η στεναχώρια ― είχαν καιρό να πάρουν γράμμα απ’ το Θανάση κι άλλος έλεγε, πως οι καταχτητές θα ντουφεκίσουν όλους τους εξόριστους κι άλλος, πως οι εξόριστοι με την κατάρρευση έφυγαν απ’ τα νησιά ― οι μεγάλες νύχτες κι απόψε μια παραπανίσια αιτία ― τα γεγονότα της μέρας ― έδιωχναν τον ύπνο. Αντίκρυ απ’ τα χωράφια τους, σ’ ένα νησί ανάμεσα σε γκρεμούς, ήταν τα κονάκια του Πικραλή. Και τη μέρα δύσκολα περνούσε από κει διαβάτης, όσο για τη νύχτα έπρεπε να ξέρεις καλά τα κατατόπια, διαφορετικά χανόσουν. Είχε τσακίσει η πούλια, όταν κόπηκε το σκυλί του Πικραλή. Ο γέρος που λαγοκοιμόταν, ξύπνησε κι έβαλε αυτί. «Ποιος να είναι τέτοια ώρα», είπε μέσα του.

Σηκώθηκε, έσκυψε πάνω απ’ τη φωτιά και συλλογιόταν, τραβώντας μηχανικά γραμμές με τη μασιά στη στάχτη.

― Κωσταντή! Δεν κοιμάσαι; ρώτησε η γριά, αναμερώντας το σκέπασμα.
― Αγρίεψε ο νους… Και, σα ν’ απαντούσε στους λογισμούς του, συνέχισε. Γιατί ο άνθρωπος να γεράζει; Να ζει, όσο ζει, και να πεθαίνει νιος.

Η γριά έδεσε το μαντήλι, σπρώχνοντας από κάτω τ’ άσπρα μαλλιά, έζωσε τα γόνατα με τα λιπόσαρκα χέρια κι αναστέναξε:
― Αυτό είναι το θέλημα του θεού.
Ο γέρος τσούγκρισε τα δαυλιά με γινάτι. Η γριά τον τελευταίο καιρό σε κάθε κουβέντα κολλούσε και τη φράση: «Το θέλημα του θεού».
― Όλα με το θέλημα του θεού γίνονται, απάντησε νευριασμένα. Με το θέλημα του θεού έστειλε ο Τσικνής το παιδί μας εξορία. Με το θέλημα του θεού μάς σκλάβωσαν οι γερμανοί. Με το θέλημα του θεού ο Μπαζίνας…
― Μωρέ Κωσταντή! Τι κουβέντες είναι αυτές; Τώρα στα γεράματα!

Ο γέρος μουρμούρισε κάτι μέσα απ’ τα δόντια του και σώπασε. Πέρασαν δέκα – δεκαπέντε λεφτά. Τα γαυγίσματα, που είχαν σβήσει όταν ο διαβάτης και ο σκύλος κατέβηκαν στη βαθιά χαράδρα, ακούστηκαν ξανά στη Λακούλα.
― Μπα δαίμονα! ψιθύρισε ο γέρος ανασηκώνοντας το κεφάλι. Εδώ έρχεται. Ρίξε κανένα τσόλι καταγής.

bosis_ekdhlosi8942

Η γριά σήκωσε το παλιό στρώμα, ξεκρέμασε απ’ το παλούκι ένα χράμι, που το είχαν για τους μουσαφιραίους και τις καλές μέρες, και πήρε τη σκούπα να σκουπίσει. Στη γιδοκαλύβα ακούστηκαν βήματα. Ο νυχτοκόπος πέρασε τ’ αλώνι, πήδησε το πεζούλι, έφτασε στην πόρτα και, φωνάζοντας: «Ε νοικοκυραίοι! Κοιμόσαστε!» άνοιξε μόνος του και μπήκε.

Η μάνα καρφώθηκε στον τόπο με τα χέρια τεντωμένα, κρατώντας στο ένα τη σκούπα, και δεν μπορούσε ούτε να σαλέψει, ούτε να μιλήσει. Ο πατέρας έκαμε μια κίνηση να σηκωθεί, μα μετάνιωσε και γύρισε κατά τη φωτιά. Ο Θανάσης κρέμασε την κάπα, το όπλο κι ανοίγοντας τα χέρια, αγκάλιασε τη μάνα. Τη σήκωσε, την έσφιξε στο στήθος, ενώ κείνη τραύλιζε μέσα απ’ τους λυγμούς: «Παιδάκι μου! Θανάση!» Την άφησε στην πάντα, πλησίασε το γέρο, του έπιασε το χέρι και, σφίγγοντάς το γερά, το φίλησε. Εκείνος, για να κρύψει τη συγκίνηση, τον έσπρωξε λιγάκι και φώναξε:
― Γριά! Πού είναι το μαχαίρι;

Το τρόχισε λίγο στην απαλάμη, το έβαλε στα δόντια κι ανασκουμπώνοντας τα μανίκια απ’ το πουκάμισο και τη φανέλα, ζύγωσε ένα μοσχαράκι, που κοιμόταν αμέριμνο στη γωνιά.

Ο Θανάσης, που στην αρχή δεν κατάλαβε τι θα γινόταν, σαν τον είδε να πιάνει τη μουσούδα του μοσχαριού και να του γυρίζει το λαιμό κατά πάνω, με μια δρασκελιά τον πρόλαβε:
― Πατέρα! Δε θα καθίσω. Πέρασα μια ματιά να σας δω. Φεύγω κιόλας.
― Τόσα χρόνια, ορέ παιδί!… Μόνα τα σκώτια. Σε μισή ώρα…

Ο γέρος αντιστάθηκε κάμποσο, μα μπροστά στην επιμονή του γιου του υποχώρησε. Κάθισαν στο τζάκι. Η μάνα κοίταζε το παιδί της απ’ το κεφάλι ως τα πόδια και σφούγγιζε τα δάκρυα.
― Πεινάς… Ένα αυγό…
― Όχι.

gia anarthsh

Ο γέρος τον καμάρωσε λίγο και ρώτησε:
― Πότε ήρθες;
― Προχτές.
― Εσείς τους χτυπήσατε;
― Γιατί παιδάκι μου! μουρμούρισε η γριά. Αφορμή θέλουν…
― Καλά τους έκαναν, τη μάλωσε ο γέρος. Πού ακούστηκε να σκλαβωθεί το Ελληνικό. Είχατε ζημιές;
― Δυο λαβωμένους. Ο ένας ξώπετσα. Ο άλλος ξεστότερα.
― Άκουσα, πως είσαστε καμιά εκατοστή.
― Πού εκατό! χαμογέλασε. Λίγοι, πολύ λίγοι…

Η απάντηση δεν του άρεσε. Είπε εκατό και περίμενε να ακούσει 200 και παραπάνω. Έμεινε λίγο σκεφτικός, κοιτάζοντας τη φωτιά. Ύστερα χτύπησε τη μασιά στον πυρομάχο με πείσμα.
― Μην κιοτεύετε! Όπως μολογούν οι παλιακοί, κι ο Αντρούτσος το ΄21 με πέντε παλικάρια ξεκίνησε. Τι να κάνω! Δε βλέπω… Άμα γεράσει ο άνθρωπος, γίνεται μασκαράς…
― Όρεξη να έχεις, όσο για δουλειές…
― Από φαΐ; Αν δυσκολεύεστε…

Ο Θανάσης απόρεσε. Τι ήταν αυτό; Απ’ τη χαρά του ή μήπως ένιωθε αόριστα, πως από δω κι εμπρός κείνο το παλιό «ο καθένας για την πάρτη του» θα έσβηνε.
― Κι εσείς;
― Αυτά που έχουμε. Θα τα μοιράσουμε. Ή όλοι ή κανένας.
― Κάτι πήραμε απ’ τους ιταλούς. Ό,τι έχετε και δε σας χρειάζεται και τα ζωντανά, τι σας απόμειναν;
― Δυο γίδες, μια αγελάδα και μια προβατίνα.
― Να τα αναμερίσετε. Φκιάχτε κανένα καλύβι στο λόγγο. Πόλεμο θα κάνουμε.
― Καλά λες. Αύριο κιόλας. Κάνα τουφέκι;
Η γριά σταυροκοπήθηκε, ο Θανάσης γέλασε.
― Τι να το κάνεις; Αφού δε βλέπεις.
― Μακριά δε βλέπω. Άμα είναι κοντά και καλά να μη ματιάσω… Αν σας περσεύει…