• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Νίκος Βαρδάκας: «Βιασμός»

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης //

Σε μια διαφορετική παρουσίαση θα προχωρήσουμε σήμερα στο Ατέχνως και με ένα σύντομο διήγημα του Νίκου Βαρδάκα. Ο δημιουργός, μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης, έχει εκδώσει τον θεατρικό μονόλογο “Πλατεία Συντάγματος” (2013) καθώς και την ποιητική συλλογή “2015” και τα δύο από τις εκδόσεις Ρώμη ενώ πρόσφατα προχώρησε σε αυτοέκδοση σε e-book του βιβλίου του “Μέχρι την Λύτρωση”, και το οποίο βρίσκεται σε free download μορφή. Συμμετείχε επίσης, στον διαγωνισμό του 2014 για το Έτος Ελ Γκρέκο και στην συλλογική έκδοση από τις ίδιες εκδόσεις.

Η θεματολογία του, όπως φαίνεται κι από τους τίτλους των έργων του, ασχολείται με κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Γράφει χαρακτηριστικά στην “Πλατεία Συντάγματος” ότι «είναι δύσκολο να ψάχνεις μέσα στις πόλεις για να βρεις «πρίγκιπες» και «βασίλισσες»» εκφράζοντας την ανησυχία του για την πορεία των ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων. Στο ίδιο έργο, αξιοποιώντας την πρόσφατη συλλογική μνήμη και εμπειρία για τις διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Πλατεία Συντάγματος ενάντια στην οικονομική και κοινωνική καταστροφή του τόπου για χάρη των συμφερόντων της ξένης και εγχώριας αστικής τάξης, εκθέτει τις αντιφάσεις, τα προβλήματα αλλά και τη δημιουργική πνοή μιας ολόκληρης αγωνιστικής προσπάθειας. Παράλληλα, μέσα από τους μονολόγους διαφορετικών προσώπων (ενός απεργού πείνας, μιας κομμώτριας και ενός οικονομικού δολοφόνου) εκθέτει την προσωπική άποψη των πρωταγωνιστών του σχετικά με την καπιταλιστική κρίση.

Στόχος του ποιητή, που ακόμα και όταν καταγράφει καταστάσεις παραμένει ένα ενεργό μέλος της κοινωνίας, είναι να απεικονίσει την κρυμμένη πολιτική, κοινωνική αλήθεια αλλά και να αναδείξει τους φόβους και τις επιθυμίες ενός ολόκληρου κοινωνικού στρώματος.

litrosh

 Βιασμός

Ήταν βράδυ και ο ήλιος είχε πλέον χαθεί. Το

φεγγάρι τον έψαχνε πάνω απ’ την γη. Η ζωή

της όμως ήταν ζαριά μεταξύ δύο ανδρών σε

μία γωνιά.

Δεν γύρευαν μονάχα λεφτά ή κοσμήματα πάνω

στο σώμα της. Ήθελαν να γευτούνε και την ηδονή που

μπορούσε να τους προσφέρει μία όμορφη κοπέλα.

Ο φόβος της και τα λόγια της δεν ήταν αρκετά ώστε

να γίνουν εμπόδια στις προθέσεις τους.

Η ανάγκη για επιβολή, η ματαιοδοξία μίας πράξης λίγων

λεπτών ήταν το λάφυρο τους απ’ την στιγμή μέσα στον

χρόνο. Η ψυχή που πέθανε πάνω στον βίαιο έρωτα, δεν

έγινε αντιληπτή απ’ τους συνανθρώπους της.

Μέσα στο κέντρο μίας πόλης, όπου ορθώνονταν οι

τσιμεντένιοι όγκοι της, το συναίσθημα περπατούσε σε

κενά ανθρωπιάς.