• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Οι αυταπάτες της «κριτικής» υποστήριξης και τα αδιέξοδα της κινηματικής δράσης

Γράφει ο Θανάσης Αλεξίου* //

Οργισμένοι και «προδομένοι» αισθάνονται κάποιοι που υποστήριξαν «κριτικά» τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος. Με όλη την κατανόηση, καθώς οι περισσότεροι διαθέτουν μορφωτικό κεφάλαιο, όπως και τα μεσαία στρώματα που υποστήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ, επομένως έχουν τα βασικά εργαλεία ανάλυσης-εκλογίκευσης, όφειλαν να γνωρίζουν πως αυτό που μπορεί να κάνει ένα πολιτικό κόμμα, εκεί που μπορεί να φτάσει είναι συνάρτηση της κοινωνικής του βάσης. Η κοινωνική βάση (σύγκλιση ταξικών συμφερόντων) δεν είναι όμως το ίδιο με την εκλογική βάση. Oι πολίτες/εκλογείς είναι ένα ανομοιογενές σώμα. Μέρος αυτής της ανάλυσης θα ήταν επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, ακριβώς εξαιτίας της κοινωνικής του βάσης, δεν μπορούσε να πάει, εκτός κάποιων θεσμικών παρεμβάσεων, πέρα από μια «έντιμη συμφωνία». Η αντίληψη ότι αρκεί και μόνο η ψήφος για να αλλάξουν τα πράγματα, -πράγμα που υπαινίσσεται ότι το πολιτικό στοιχείο είναι αυτόνομο από το οικονομικό/ταξικό- αποτελεί όπως δείχνει η ίδια η πραγματικότητα αυταπάτη, πόσο μάλλον όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικό κόμμα είναι περισσότερο ένας εκλογικός συνασπισμός παρά δομή που έχει αυτονομηθεί από πρόσωπα και ομάδες ώστε να μπορεί να δεσμεύει την Κυβέρνηση σε προγραμματικές ή, να εγκαλεί την κοινοβουλευτική ομάδα.

Ούτε θα μπορούσε ποτέ από τη θολούρα του δημοψηφίσματος να προκύψει ένα κίνημα όπως αφελώς πίστευε και πιστεύει μέρος της κινηματικής και «ριζοσπαστικής» Αριστεράς, καθώς τα ερωτήματα ήταν έτσι διατυπωμένα ώστε το εκλογικό σώμα να «εγκλωβιστεί» και να νομιμοποιήσει ένα νέο μνημόνιο. Ουσιαστικά το ΟΧΙ είναι επιβεβαίωση των ψευδαισθήσεων που καλλιεργούσε προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ: δηλαδή ότι είναι δυνατή η παραμονή στο Ευρώ χωρίς μνημόνιο. Ας υπενθυμίσουμε εδώ ότι η συνθήκη του Μάαστριχτ που ψηφίστηκε επίσης και από τον Συνασπισμό είναι ένα συνεχές μνημόνιο λιτότητας. Που πήγε λοιπόν παραπέρα ο λαός με το δημοψήφισμα (βαθμός συνειδητοποίησης και οργάνωσης) για να δημιουργηθούν οι όροι ενός κινήματος του ΟΧΙ; Αν κάποιοι αξιολογούν το ΟΧΙ, μένοντας πάντα στην προφάνεια της ετυμηγορίας, ως επιλογή για αλλαγή νομίσματος, μάλλον θα διαψευστούν καθώς το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, έστω και αν δεχτούμε ότι οι δημοσκοπήσεις είναι «πειραγμένες», θέλει το Ευρώ. Εξάλλου η αλλαγή νομίσματος δεν σημαίνει και αλλαγή κοινωνικών σχέσεων.

Ορθό θα ήταν λοιπόν πριν αναλωθούμε πάλι σε έναν αντιμνημονιακό ακτιβισμό, όπως τα προηγούμενα χρόνια, να αναστοχαστούμε πάνω στη σχέση θεωρίας και δράσης, ώστε η δράση να μην γίνεται αυτοσκοπός αλλά να δεσμεύεται σε στέρεες θεωρητικές και πολιτικές θέσεις και προπάντων να μπολιάζεται με την ταξική δράση (της εργατικής τάξης) που είναι άλλο πράγμα από την κινηματική δράση μεσαίων και αστικών στρωμάτων (ως άθροισμα ατομικών δράσεων/επιθυμιών). Ούτε μπορεί η κοινωνική δράση να καθοδηγείται από τις στιγμιαίες εξάρσεις του θυμικού και του αυθόρμητου, όπως αποτυπώνεται στην δράση της κινηματικής Αριστεράς, προσλαμβάνοντας την μορφή «εξόδου» (όπως A. Negri) ή, ενός κλεφτοπόλεμου με την εξουσία (όπως M. Foucault), χωρίς σχέδιο και χωρίς πρόγραμμα, πρωτίστως όμως χωρίς αναφορά στη σφαίρα παραγωγής. Και αυτό γιατί δεν είναι οι δευτερογενείς αντιθέσεις στη σφαίρα αναπαραγωγής και διανομής/κατανάλωσης (στις οποίες εκτίθενται τα μεσαία στρώματα) που προσδιορίζει του κεντρικούς πρωταγωνιστές της σύγκρουσης αλλά η πρωταρχική αντίθεση κεφαλαίου και εργασίας που αρθρώνεται εκεί που παράγεται ο κοινωνικός πλούτος και αποσπάται το κοινωνικό υπερπροϊόν (υπερεργασία/υπεραξία).

Σε τελική ανάλυση η αντίληψη της κοινωνίας ως ενός κόσμου σε ροή, ως «διάρκειας» (A. Bergson) συστατικά στοιχεία του οποίου είναι το βίωμα και η επιθυμία (φαινομενολογία), -αντίληψη που ενστερνίζεται σε μεγάλο βαθμό η κινηματική και «ριζοσπαστική» Αριστερά- περιγράφει ένα νομαδικό ακτιβισμό, που είναι όμως πολύ μακριά από την πολιτική δράση του εργατικού κινήματος που αναφέρεται σε μια δομή (μισθωτή εργασία). Συνακόλουθο αυτής της αντίληψης, καθώς και της αντίληψης πως η εξουσία έχει διαχυθεί παντού (Μ. Foucault), συνεπώς οποιαδήποτε εναντίωση σ’ αυτήν, μπορεί να θεωρηθεί αντίσταση, είναι και η αποθέωση τη «φιλοσοφίας της πράξης» με τον συνεπαγόμενο βολονταρισμό και τον εκθειασμό της άμεσης δράσης. Κατ’ αυτό τον τρόπο σχετικοποιείται τόσο η ένταση των εξουσιαστικών πρακτικών όσο και οι μορφές αντίστασης. Ωστόσο άλλο πράγμα είναι η εξουσία του εργοδότη στο χώρο εργασίας (ένταση, αυθαιρεσία κ.λπ.) και άλλο πράγμα η «εξουσία» του καθηγητή στο σχολείο ενώ άλλη δυναμική έχει η εργατική απεργία όσον αφορά το επίδικο (βαθμός συνείδησης/ποιότητα δράσης, πιθανή απόλυση κ.λπ.) απ’ ό,τι οι αψιμαχίες των «αντιεξουσιαστών» με την αστυνομία σε μια διαδήλωση.

*Καθηγητής Κοινωνιολογίας/Πανεπιστήμιο Αιγαίου