• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Οι σιδεράδες, στο Θέατρο «ΑΓΓΕΛΩΝ ΒΗΜΑ»

Παρουσιάζει ο Θανάσης Ν. Καραγιάννης //
Μελετητής/Κριτικός Θεάτρου για παιδιά-Συγγραφέας
http://thkaragia.wix.com/main

Μίλος Νίκολιτς (Milos Nikolic)
Οι σιδεράδες
σε σκηνοθεσία Αυγουστίνου Ρεμούνδου
στο Θέατρο «ΑΓΓΕΛΩΝ ΒΗΜΑ»

 

Ένα κλασικό, πλέον, θεατρικό έργο, το οποίο μεταφράστηκε με σύγχρονο ύφος και εξαιρετική γλώσσα από τον Χρήστο Γκούβη και παίζεται εδώ και χρόνια στην Ελλάδα. Το έχω ξαναδεί ανεβασμένο στο Περιγιάλι της Κορίνθου, από το Θέατρο Περιγιαλίου, πριν από μερικά χρόνια από υπέροχους ερασιτέχνες ηθοποιούς και συντελεστές. Και πέρυσι το ξανανέβασαν, αλλά και πρόσφατα (12.2.2017), στο Θέατρο Κιάτου, σε σκηνοθεσία Άννας Ρότσιου.

Ανεβαίνει στη σκηνή του θεάτρου «Αγγέλων Βήμα» -εδώ και μήνες– με επιτυχία, από επαγγελματίες ταλαντούχους ηθοποιούς, με ευρηματική σκηνοθεσία του Αυγουστίνου Ρεμούνδου, ο οποίος αξιοποιεί δημιουργικά το θεατρικό κείμενο, τονίζοντας και αναδεικνύοντας όλα τα δραματουργικά στοιχεία μιας κωμωδίας, η οποία κινείται μεταξύ της σατιρικής κωμωδίας και της κωμωδίας χαρακτήρων.

siderades2

Ο Σέρβος Μίλος Νίκολιτς μας παρουσιάζει μια κωμωδία με γρήγορη πλοκή και δράση, με απρόοπτες καταστάσεις, με χιουμοριστική και κυρίως με σατιρική διάθεση, με έξυπνους και γοργούς διαλόγους. Η πλοκή δημιουργεί εμπλοκή στις ανθρώπινες σχέσεις, οι οποίες σταδιακά ξεκαθαρίζονται, γίνονται αποδεκτές οι εξωοικογενειακές «παράνομες σχέσεις», αφού ο μόνος υπεύθυνος γι’ αυτές είναι ο πόλεμος, η τραγικότητά του, οι βάναυσες ψυχολογικές μεταπτώσεις που φορτώνονται οι άνθρωποι, που παρασύρονται χωρίς ταξική και φιλειρηνική συνείδηση να συμμετέχουν σ’ έναν παραλογισμό, κόντρα στα ατομικά, οικογενειακά και κοινωνικά συμφέροντά τους, όταν μάλιστα ο πόλεμος δεν είναι αμυντικός/πατριωτικός, αλλά αντιθέτως ξεκάθαρα επιθετικός/ιμπερια-λιστικός. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι καταπληκτική, το ύφος του μοναδικό, η πλοκή υπέροχη και το θέμα του διαχρονικό.

Η σάτιρα επιστρατεύεται για να καυτηριάσει τον πόλεμο και τον εθνικισμό και ν’ αναδείξει τις ανθρώπινες σχέσεις, φιλίας και αγάπης, ακόμη και το μεγαλείο του έρωτα, που δημιουργείται στα διαλείμματα των αιματηρών μαχών, στοιχείο διαλεκτικής αντίθεσης και σύνθεσης ανθρώπινων συναισθημάτων και φυλετικού μίσους, το οποίο καλλιεργείται εντέχνως για καθαρά οικονομικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης σε κάθε  επιθετικό/ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Οι τρεις ήρωες του έργου έχουν κοινό επάγγελμα. Είναι σιδεράδες. Αλλά, στον πόλεμο είναι εχθροί μεταξύ τους. Ο ένας, ο Σέρβος, είναι αιχμάλωτος πολέμου, ο άλλος, ο Γερμανός, είναι στρατιώτης/θύμα του Ιμπεριαλισμού και ο άλλος, ο Ρώσος είναι ένας αμυνόμενος/πατριώτης. Τους ενώνει όμως – κατά έναν περίεργο και μοναδικό τρόπο – μια «σατανική» ιστορία, η οποία εξελίσσεται με μια ανεπάντεχη και κωμικοτραγική σύμπτωση. Μετά τη λήξη του πολέμου, συναντιούνται στον ίδιο χώρο, στο σιδεράδικο του Γερμανού, του ενός από τους τρεις. Δε γνωρίζονται καν μεταξύ τους και η γνωριμία τους αποκαλύπτει τα κρυφά μυστικά, που κουβαλάει ο καθένας από την πολεμική περίοδο και που δε θα ήθελε, φυσικά να τα γνωρίζει ο άλλος. Τους ενώνει η Λουίζα, η ίδια γυναίκα, επί σκηνής και η ίδια η «μοίρα»…

siderades3

Ο Άτσα, Σέρβος σιδεράς, δουλεύει στο σιδεράδικο του Πέτερ, Γερμανού σιδερά, ο οποίος μακριά από τη δουλειά του, στον πόλεμο πολεμούσε ως στρατιώτης στο ανατολικό μέτωπο, τη στιγμή που ο Άτσα, βρίσκεται στο σιδεράδικό του, στη Γερμανία, ως αιχμάλωτος πολέμου. Εκεί, με τη Λουίζα, τη γυναίκα του Πέτερ, του Γερμανού στρατιώτη, κάνουν ένα παιδί. (Κι όταν ο Πέτερ το μαθαίνει, ουρλιάζει: «Ρε, γαμοσκατοπορδοβουλωματοσιδερά, τον καιρό που εγώ βολόδερνα στο γαμημένο ρωσικό μέτωπο, μαράζωνες εσύ εδώ πέρα με μια ξένη γυναίκα που τύχαινε να ν’ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ!!!!!») (Κι ο Άτσας προς τον Πέτερ: «Ο γιος σου είναι γιος μου. Γιατί είμαι ο πατέρας του, αλλά πάλι… Γιος σου είναι. Μπορεί για σένα να ‘μαι ο πατέρας του γιου σου… Γι’ αυτόν όμως… Δε θα μαι ποτέ. Πατέρας του είσ’ εσύ»)

Στη Σερβία, ο Ιβάν, ο Ρώσος στρατιώτης κάνει με τη γυναίκα του Άτσα ένα άλλο παιδί. Και ο Πέτερ, κάνει στη Ρωσία με τη γυναίκα του Ιβάν, ένα τρίτο παιδί. Ας φανταστούμε τι συμβαίνει όταν όλα αποκαλύπτονται μεταξύ τους και σε ποια θέση βρίσκεται η Λουίζα, η μοναδική επί σκηνής, από τις τρεις γυναίκες και από τα τρία παιδιά, που αναφέρονται στην ιστορία μας. Και οι τρεις ήρωες θυμωμένοι από την προδοσία των συζύγων τους, αλλά και εκτεθειμένοι μεταξύ τους, τελικά συμφιλιώνονται, με γνώμονα την αγάπη και τον έρωτα, τη μοναξιά και την τραγικότητα του πολέμου, που έφερε στον κόσμο τρία παιδιά, ξένα ουσιαστικά, από άλλον πατέρα – χωρίς να το γνωρίζουν, αλλά δικά τους και αγαπημένα, γιατί τα μεγάλωσαν στην ηρεμία της μεταπολεμικής ειρηνικής περιόδου.

Κι όταν φανερώνεται πλέρια η αλήθεια, ο Πέτερ μονολογεί: «Λουίζα, αν ξαναγίνει πόλεμος, ο γιος μου ο Γερμανός που ‘ναι Σέρβος, θα πολεμήσει εναντίον του Ρώσου που ‘ναι Γερμανός, κι ο Ρώσος που ‘ναι Γερμανός θα ελευθερώσει το Σέρβο που ‘ναι Ρώσος. Ο δε Σέρβος που ‘ναι Ρώσος, αυτός θα ‘ναι αιχμάλωτος του Γερμανού που ‘ναι Σέρβος.

Φτου κι απ’ την αρχή δηλαδή! Ο Σέρβος που ‘ναι Ρώσος θα κάνει γιο στο Γερμανό που ‘ναι Σέρβος, κι ο Γερμανός που ‘ναι Σέρβος θα φτιάξει γιο στο Ρώσο που ‘ναι Γερμανός, ενώ ο Ρώσος που ‘ναι Γερμανός, θα φτιάξει γιο στο Σέρβο που ‘ναι Ρώσος1

Κι αν τριτώσει το κακό και γίνει κι άλλος πόλεμος…!»

Και η Λουίζα: «Αν γίνει τρίτος πόλεμος, θα κλείσει ο κύκλος, όλα θα ‘ρθουν στη θέση τους, οπότε εσείς οι τρεις να πα’ να γαμηθείτε!»

Τα παιχνίδια της μοίρας, η τραγική σύμπτωση, η οποία αποκαλύπτεται στην εξέλιξη της υπόθεσης, δημιουργεί το αδιάκοπο γέλιο, αλλά και έντονο προβληματισμό για τον εθνικισμό και τον πόλεμο, που κάνουν τη ζωή των ανθρώπων δυστυχισμένη, που κάνουν τον άνθρωπο απάνθρωπο, που σβήνουν ελπίδες και όνειρα για μια ειρηνική και ευτυχισμένη ζωή. Το τέλος του έργου είναι ευχάριστο. Επέρχεται η λύτρωση σε μια κωμικοτραγική κατάσταση των ηρώων, οι οποίοι βέβαια στροβιλίζονται άθελά τους, μη συνειδητοποιημένοι, σ’ έναν πολεμικό κυκεώνα, άδικα και παράλογα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν για όλους τους καταστάσεις με ανεπιθύμητα αποτελέσματα, και ένα πλήθος από ψυχολογικά και ηθικά διλήμματα.

Ο Σέρβος δραματουργός, έχοντας ζήσει τον παραλογισμό του εθνικιστικού μίσους και την τραγικότητα του εμφύλιου πολέμου στην πατρίδα του, μπορεί ν’ αντιληφθεί και να συνειδητοποιήσει την τραγικότητα των δύο Παγκόσμιων πολέμων και κάθε περιφερειακού πολέμου στον 20ό και 21ο αιώνα. Είναι ικανός ως δραματουργός να δημιουργήσει ανάλογη πλοκή και δράση, επεισόδια και καταστάσεις, δυνατούς χαρακτήρες, που θα δημιουργήσουν ψυχική ένταση και συγκίνηση στους θεατές της παράστασης, πλημυρισμένες από άφθονο γέλιο, που διαρκώς θα ρέει σ’ ένα πρόσωπο που θ’ αλλάζει συνεχώς εκφράσεις θαυμασμού και εκπλήξεων, αλλά και περισυλλογής και προβληματισμού, καθώς το συναίσθημα θα συντίθεται δημιουργικά με τη λογική και την κριτική διάθεση.

Ο σκηνοθέτης της παράστασης έχει αφομοιώσει επαρκώς την υπόθεση του έργου και τα επιφαινόμενα του δραματικού μύθου, με αποτέλεσμα να οδηγήσει όλους τους συντελεστές και τους ηθοποιούς, στο σωστό δρόμο απόδοσης του χώρου και της εποχής, αλλά και της ερμηνείας των χαρακτήρων, οι οποίοι ζωντανεύουν υπό τη εξαίσια μουσική επένδυση, δημιουργία του String Demons, τα κατάλληλα κοστούμια και σκηνικά της Τόνιας Αβδελοπούλου, τον πρέποντα σχεδιασμό φωτισμού του Βαγγέλη Μούντριχα, τις φωτογραφίες του Παναγιώτη Ανδριόπουλου, το video-trailer του Νικήτα Χάσκα και το sound engineer του Τάκη Μάρκου. Όλους τους επαινούμε για την ωραία δουλειά τους, φυσικά και τη βοηθό σκηνοθέτη, Νίνα Ντούνη, που έχει μεράδι της επιτυχίας της παράστασης.

Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στη Σερβία, το 1992. Ο δραματουργός εξομολογείται τα εξής: «Τους “Σιδεράδες” τους έχω γράψει βασισμένος στις αρχές της αρχαίας τραγωδίας, μεταμφιεσμένης σε αρχαία κωμωδία. Σαν συναυλία σε μια χορδή ή σαν το bolero του Ravel, όπου υπάρχει παραλλαγή του ίδιου θέματος, το οποίο πολλαπλασιάζεται οδηγώντας τελικά στο Παράλογο που πείθει περισσότερο από τον Ρεαλισμό. Εφόσον το κωμικό και το τραγικό είναι δίδυμα αδέρφια, βοηθούν τελικά στη σκηνή το ένα το άλλο, με αποτέλεσμα κάθε πόλεμος και κάθε εθνικισμός να οδηγεί στο παράλογο, στην έλλειψη κάθε νοήματος.»

Οι ηθοποιοί ο ένας καλύτερος από τον άλλον, δημιουργούν μια ομάδα, που συνεργάζεται αρμονικά μεταξύ της, παίζει με υπευθυνότητα μπρίο και νεύρο, διαθέτει χιουμοριστική ατμόσφαιρα και καλλιτεχνική αισθητική, υπέροχη έκφραση προσώπου και κινησιολογία και απόλυτα κατανοητό και φορτισμένο λογικά και συναισθηματικά λόγο. Μια ομάδα μικρή σχετικά, αποτελούμενη από τον δοκιμασμένο ταλαντούχο ηθοποιό Ερμόλαο Ματθαίου (Σέρβος), τον εκρηκτικό και συνάμα ευαίσθητο Ερνέστο Βουτσίνο (Γερμανό), τον επίσης δραστήριο και αξιόλογο ηθοποιό Αβραάμ Παπαδόπουλο (Ρώσο) και τη δυναμική και εξελισσόμενη νεαρή ταλαντούχο ηθοποιό Έφη Καραγιάννη.

Πρόκειται για παράσταση που αξίζει να στηριχθεί περισσότερο από το φιλοθεάμον κοινό.

Ένα μπράβο και στο θέατρο «Αγγέλων Βήμα», που φιλοξενεί τέτοιου είδους αξιόλογες παραστάσεις.