• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

«Οκτώ τρόποι για να πεις αντίο»

Παρουσιάζει ο Θανάσης Ν. Καραγιάννης // 
Κριτικός Θεάτρου για παιδιά – Συγγραφέας
http://thkaragia.wix.com/main

«Οκτώ τρόποι για να πεις αντίο»

στο Θέατρο «Αγγέλων Βήμα»

σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλατζόπουλου

Η μεταφράστρια κ. Μαργαρίτα Δαλαμάγκα-Καλογήρου «ανακαλύπτει» πάντοτε και μεταφράζει ενδιαφέροντα και μοναδικά για την ελληνική θεατρική παραγωγή έργα του διεθνούς ρεπερτορίου.

Αυτή τη φορά χαρίζει στο φιλοθεάμον κοινό της Αθήνας το θεατρικό έργο «Οκτώ τρόποι για να πεις αντίο» της Ιαπωνο-Καναδής συγγραφέα Mieko Ouchi, το οποίο ομολογουμένως εντυπωσιάζει τον θεατή, στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο ταλαντούχος και πολύπειρος Γιάννης Καλατζόπουλος. Το έργο ανήκει στη θεματική ενότητα του θεάτρου «Αγγέλων Βήμα»: «Με την καρδιά μας ταξιδεύουμε».

Η υπόθεση εξελίσσεται στην προεπαναστατική εποχή της γαλλικής φεουδαρχίας, μοναρχίας, αριστοκρατίας και απολυταρχίας, επί βασιλείας Λουδοβίκου ΙΕ΄ (1710-1774), του «Πολυαγαπημένου», τον Μάη του 1740.

Δυο πρόσωπα επί σκηνής, ντυμένα με ρούχα εποχής: ευγενούς του 18ου αιώνα, η γυναίκα, και με μαύρο στενό παντελόνι και κεντητό σακάκι, ο άντρας. Πρόκειται για τη σύζυγο ενός ευγενούς, ο οποίος στοιχημάτισε με τον Λουδοβίκο ΙΕ΄, να προσλάβει ένα μουσικό, ο οποίος θα κατορθώσει να μάθει στη σύζυγό του να παίζει βιολί μέσα σε έξι εβδομάδες και μάλιστα να δώσει κονσέρτο στην Αυλή του βασιλιά. Ο άντρας είναι ο γνωστός Ιταλός συνθέτης της εποχής του μπαρόκ, βιρτουόζος του βιολιού, Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι, ο επονομαζόμενος «κοκκινομάλλης παπάς» («il prete rosso»), ο οποίος προσλαμβάνεται από τον Γάλλο ευγενή της Αυλής του Λουδοβίκου ΙΕ΄, ώστε ο πρώην παπάς, διάσημος τότε μουσικός, έπρεπε να μάθει βιολί μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, και μάλιστα η Γυναίκα να δώσει κονσέρτο στην Αυλή, δεδομένου ότι το άτομο αυτό δεν είχε ποτέ πιάσει έως τότε βιολί στα χέρια του…

Η Γυναίκα, σύζυγος του ευγενούς, δέχεται να ρισκάρει, σεβόμενη από τη μια την επιθυμία του συζύγου της και από την άλλη αισθανόμενη δυσάρεστα μέσα σ’ ένα συμβατικό και ρουτινιάρικο γάμο και μέσα σ’ ένα περιβάλλον φεουδαρχικό/αριστοκρατικό, που οι μόνες αξίες του είναι η τυπικότητα, το χρήμα, η πολυτέλεια, η υποκρισία, η επιδειξιομανία, ο καθωσπρεπισμός!

Ο ικανός δάσκαλος την εντυπωσιάζει και μοιραία επέρχεται μεταξύ τους μια ερωτική έλξη, ένας ανεκπλήρωτος έρωτας. Η εμπειρία τους στο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, δημιουργεί στο θεατή της παράστασης σκέψεις, προβληματισμούς και ερωτηματικά. Τελικά, η σύντομη συνάντησή τους θα λάβει τέλος, αλλά θα βρουν ευφυώς «οκτώ τρόπους για να πουν αντίο», τόσο απλά, με ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, οι οποίες πατάνε γερά πάνω σε στέρεο υπόβαθρο κοινωνικών και διαπροσωπικών σχέσεων και ανθρώπινων συναισθημάτων.

Σκηνοθέτης της παράστασης είναι ο πολύπειρος και πολυτάλαντος Γιάννης Καλαντζόπουλος, το «παιδί θαύμα», του μεταεμφυλιακού επαγγελματικού θεάτρου για παιδιά, αλλά και του θεάτρου για ενήλικες και του κινηματογράφου της ίδιας εποχής. Με πλούσια ευρηματικότητα, κατορθώνει να στήσει μια παράσταση μόνο με δύο ηθοποιούς, αλλά και με φανταστικούς μονολόγους προς άλλα πρόσωπα, όπως γ.π. το μονόλογο της Γυναίκας προς τον κηπουρό, ή με περιγραφικούς μονολόγους με περιεχόμενο διάφορα θέματα, γ.π. για την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των κήπων ή της αξίας της εργασίας (Γυναίκα), απευθυνόμενος σε μία πόρνη, για τη ζωή του, με ενδοσκοπικές και αυτοκριτικές τάσεις (Βιβάλντι), για το συμβιβασμό και τη δουλικότητα, που προσπαθούν να επιβάλλουν οι αριστοκράτες, στους υποτελείς τους, που ο Βιβάλντι απεχθάνεται, ή για τη ζωή του στο Ωδείο του Ospedale della Pietà, όπου εργάστηκε για αρκετά χρόνια κ.ο.κ.

Η παραμονή του στο αρχοντικό του αριστοκράτη κράτησε ελάχιστα, προσπαθώντας να μάθει τη σύζυγό του βιολί από το μηδέν. Οι διάλογοι που διαμείβονται μεταξύ τους είναι ενδιαφέροντες, η εξέλιξη της υπόθεσης, μέσα από ανεπάντεχα επεισόδια και ατάκες, δημιουργούν ατμόσφαιρα.

Η Γυναίκα, ισχυρή προσωπικότητα, προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά της συζυγικής φυλακής της, παρασύρεται και αφήνεται ως ένα βαθμό στην ευγένεια, στο φιλοσοφικό στοχασμό, στην καλλιτεχνική φύση του Βιβάλντι, τον ερωτεύεται… Το ερωτικό παιχνίδι ξεκινάει από την ίδια και ο Βιβάλντι ασφαλώς ανταποκρίνεται επιφυλακτικά, με ευφυολογήματα. Η Γυναίκα προσπαθεί να ξεφύγει από την πλήξη, το ασφυκτικό περιβάλλον της, την ιδιότητά της ως άτομο της αριστοκρατικής Αυλής, αξιοπρεπής και καθωσπρέπει σύζυγος ευγενούς. Αυτό το παιχνίδι τη διασκεδάζει, την ανεβάζει ψυχολογικά, έστω για μερικές εβδομάδες, που αν και δεν αγαπά το βιολί και την όπερα, κατορθώνει να μάθει τα βασικά και να παίξει στην Αυλή και να τα καταφέρει με τη δύναμη της ψυχής της και με την έμπνευση από τον προσωρινό και φευγαλέο έρωτά της.

Για τους μουσικόφιλους αναφέρω ότι στην παράσταση ακούγονται διάφορα αποσπάσματα από θαυμάσια έργα του σημαντικού αυτού συνθέτη, και άλλων συνθετών (ένα μενουέτο του Μπαχ), όπως: το «Summer Presto» από τις «Τέσσερις εποχές», «Andante, Concerto for two mandolins in g major», «Concerto for two violoncellos in g minor», «Concerto for cello in b flat», «Violin concerto in d major. Largo», «La stravaganza concerto #22 for orchestra in g major. Largo», «Concerto for lute and two violins in d major. Εισαγωγή Allegro» κ.ά.

Η παράσταση επιφυλάσσει στο θεατή αρκετές ακόμη εκπλήξεις και επεισόδια, τα οποία δεν είναι δυνατό – και δεν πρέπει – ν’ αποκαλυφθούν στο συνοπτικό αυτό κείμενο, δίκην θεατρικής κριτικής.

Αναμφισβήτητα η δραματουργός έχει το ταλέντο να παρουσιάζει ενδιαφέροντα θέματα, με γοργούς και ευφυείς διαλόγους, αρκετές σκηνές, που εναλλάσσονται με τέχνη, σε διάφορα επίπεδα, με αναφορές στη ελληνική μυθολογία, στοιχείο της εποχής του ρομαντισμού και του μπαρόκ, αλλά κυρίως του κλασικισμού στην Ευρώπη του 16ου – 18ου αιώνα.

Τους δύο ρόλους του έργου απέδωσαν με απλότητα και μπρίο, με υπέροχη υποκριτική δεινότητα, οι Γιάννης Καλατζόπουλος (Βιβάλντι), «εποίησε ήθος» και δίδαξε υποκριτική και η Κατερίνα Μάντζιου (Γυναίκα), τον ακολούθησε μ’ επιτυχία, αν και νεότερη, απέδειξε ότι είναι ικανή και για παρόμοιους ρόλους. Με τον Γιάννη Καλατζόπουλο είχε ξανασυνεργαστεί παλιότερα στην Θεσ/νίκη, στην παράσταση για παιδιά του έργου του Γιάννη Καλατζόπουλου,  «Η Σολομώντεια Λύση».

Τα σκηνικά και τα κοστούμια επιμελήθηκε με υπέροχο τρόπο η Τόνια Αβδελοπούλου, την κίνηση-χορογραφία η Κατερίνα Ανδριοπούλου και τη διδασκαλία βιολιού η Λυδία Μποντούνη. Για τους φωτισμούς την ευθύνη είχε ο Βαγγέλης Μούντριχας και για τις προβολές η Ιφιγένεια Πιτούλη Mobebius, ενώ σημαντική ήταν η παρουσία, ως βοηθός σκηνοθέτη, της Κάτιας Παπαϊωάννου. Όλοι οι συντελεστές της παράστασης είναι εμφανές ότι ως ομάδα και ο καθένας από το πόστο του συνέβαλαν στην επιτυχία της παράστασης.