• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Ο Δεκέμβρης του ‘44 στην ελληνική λογοτεχνία

Γράφει η Ελένη Κακναβάτου //

Η δεκαετία του 1940 ήταν καθοριστική για την ιστορία μας. Τα συγκλονιστικά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκειά της ενέπνευσαν πολλούς Έλληνες- κι όχι μόνο- λογοτέχνες. Πολλοί από αυτούς πήραν μέρος στο ηρωικό έπος της Αντίστασης και μετά διώχτηκαν από το αστικό κράτος  ανηλεώς.

Ο Δεκέμβρης του 44, ο ματωμένος Δεκέμβρης, κι αυτά που ακολούθησαν ήταν επίσης πηγή έμπνευσης για τη λογοτεχνική δημιουργία. Δεκάδες ποιήματα αλλά και πεζά γράφτηκαν από μεγάλους Έλληνες λογοτέχνες, υμνώντας  το μικρό λαό  που πολέμησε ηρωικά δίχως σπαθιά και βόλια .

Το γεγονός ότι η άλλη πλευρά δεν έχει τέτοια πολυάριθμη παραγωγή δεν είναι ανεξήγητο. Είτε γιατί δεν ήθελαν να «πολιτικολογήσουν», από  το φόβο δηλαδή  μήπως χαρακτηριστούν «στρατευμένοι», πράγμα που απεχθάνονταν,  είτε γιατί ο Δεκέμβρης ήταν ο μεγάλος ταξικός αγώνας που μπορούσε να εμπνεύσει μόνο  όσους καλλιτέχνες τάχθηκαν με την πλευρά  του λαού μας κι όχι της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών.

 Παρουσιάζουμε  εδώ μερικά  αποσπάσματα από  ποιήματα και πεζά με θέμα τον ηρωικό Δεκέμβρη του 1944.

  dekembriana17

  1. Γ. Ρίτσου (από τις Γειτονιές του κόσμου)

 

[..] Τι θέλεις, Τζον, εδώ πέρα; Γύρισε στην πατρίδα σου.
Η πατρίδα σου είναι μεγάλη, Τζον – είναι όμορφη η πατρίδα σου –
είναι κείνα τα φώτα στην ομίχλη – και σε περιμένει, Τζον, η μάνα σου
Και σεργιανάει ο Βασιλέας Ληρ μες στην ομίχλη
Ο Βασιλέας Ληρ γδυμένος το βασιλικό του μεγαλείο και στο στέμμα του
μ’ ένα κλαδάκι μοναχά αγριελιάς στα άσπρα μαλλιά του, ο Ληρ μες στην
ομίχλη του Λονδίνου
Ο Ληρ – όχι πια βασιλιάς – μα κάτι πιότερο, Τζον, ο Ληρ άνθρωπος
Ο Ληρ μες στην ομίχλη του Λονδίνου γυρεύοντας την Κορδέλλια
Ο Ληρ, Τζον, με τα βρώμικα γένια του, τυφλός
ψάχνοντας με τα δάχτυλά του δίχως δαχτυλίδια
ψάχνοντας τον αγέρα και την καρδιά μας να πιάσει το χέρι της αγάπης
Τυφλός ο Ληρ πλέοντας όλος μες στο θάμπος της αγάπης
Και κείνα τα φώτα στην ομίχλη φκιάχνοντας ένα φωτοστέφανο
γύρω στ’ αχτένιστα μαλλιά του Ληρ – Κι εμείς αγαπάμε, Τζον, το Ληρ
Κι ο Βεάκης έπαιξε το Ληρ στα θέατρά μας, Τζον,
Ο Βεάκης, Τζον, που με το φωτοστέφανο του Ληρ
κάθεται αυτή την ώρα, Τζον, πίσω απ’ τ’ οδόφραγμα της Κυψέλης
Αυτήν την ώρα, Τζον, που ανηφοράει το τανκ σου στην Κυψέλη –
και μεις, Τζον,
πολύ αγαπάμε την Κορδέλλια, θαρρώ την αδελφούλα σου
τη λένε Κορδέλλια. Κι η Κορδέλλια σε περιμένει, Τζον,
Να συνεχίσετε το διάβασμα των στίχων του Βύρωνα.
Νάτος ο Λόχος, Τζον, του Λόρδου Βύρωνα
Ο Λόχος, Τζον, των φοιτητών μπροστά στο τανκ σου, Τζον. Δε βλέπεις;

(…)

Ξημερώνει. Τα τζάμια είναι ρόδινα. Κι η πολιτεία είναι ρόδινη.
Και τα τανκς του Τζον είναι μαύρα. Και μόνο
οι νεκροί έχουν μείνει στους δρόμους της ρόδινης πολιτείας.

dekembriana12

“…Έτσι τέλειωσε ο Δεκέμβρης.  Έριξε ο Λαός τον μπόγο του στον ώμο
κι έφυγε ο Λαός. Δεν τον σηκώνει ο τόπος.
Όπου δεν είναι λευτεριά δεν τον σηκώνει ο τόπος.
Τραβάει πιο πάνου να στήσει τοπ ταμπούρι του.
Έτσι τέλειωσε ο Δεκέμβρης. Η Αθήνα απόμεινε έρημη.
Κλεισμένα τα γραφεία του κόμματος, κλεισμένα τα γραφεία του ΕΑΜ
Κλεισμένα τα σπίτια, κλεισμένα τα στόματα, κλεισμένες οι καρδιές.
Κατέβηκαν οι σημαίες απ’ τα μπαλκόνια.
Κι η οδός Σταδίου μετονομάστηκε σε οδό Τσώρτσιλ.
…Οι γειτονιές είναι έρημες. Είναι γυμνές οι γειτονιές.

Τα σπίτια είναι καμένα. Κείνο το ηρώο με τις ασβεστωμένες πέτρες
που κουβάλαγαν οι γριούλες έγινε στάχτη τώρα. Τον ξύλινο σταυρό
με τα πολλά ονόματα των λαϊκών ηρώων τον κάψαν στην πλατεία.
Μονάχα το κράνος το ελασίτικο δεν έλιωσε στη φλόγα-
απόμεινε πεταμένο στο δρόμο της έρημης γειτονιάς.
Μα εμείς θυμόμαστε τα ονόματα… Έβαλε ο Λαός τούτα τα ονόματα
στην καρδιά του… Έτσι νικήσαμε, Τομ, τους Γερμανούς-
με τούτα τα χέρια της κυρα- Λένης, με τούτη τη φούστα της κυρα- Καλής
με τούτα τα θλιμμένα αστέρια του Αλέκου, με τούτα τα γαλάζια μάτια του Βάσου
με τούτη τη στάχτη της Ηλέκτρας, με τούτο το χωνί, με τούτο το τραγούδι
με τούτο το χελιδόνι, με τούτα τα αγκάθια, με τούτη την ελπίδα των συντρόφων…
έτσι θα σας νικήσουμε και σας, τους τελευταίους εχθρούς μας
για να ανασάνει ο ήλιος μας μέσα στις γειτονιές του κόσμου…
δεν κάναμε τίποτα κ. Τσώρτσιλ. Τι να σκοτώσεις; Πόσους να σκοτώσεις;
Τούτη η πολιτεία δε χαμπαρίζει το θάνατο…”!

dekembriana11

  1. Ν. Καββαδία

( γραμμένο τις μέρες του ματωμένου Δεκέμβρη του  ’44,  δημοσιεύθηκε στα Ελεύθερα Γράμματα 10/8/45)

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβηούν κι εκείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ΄ όλες τις μεριές.
Μάτια λοξά και τ’ αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα Ιταλικά στην Ερυθρά.
Πουλιά σε αντιπερισπασμό- Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.
Ανάβουνε του Barrio Chino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.
Γκρέκο και Λόρκα-Ισπανία και Πασσιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οι Γερμανοί.
Τ’  άρματα ζώνεσαι μ’ αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
Οι κρεμασμένοι στα δεντρά , μπαίγνιο του ανέμου.

Κι απέ Δεκέμβρη στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου από το Δρυ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

dekembriana15

  1. Μ. Λουντέμη: Ο Μεγάλος Δεκέμβρης

 «..Την Ακρόπολή μας που τη σεβάστηκαν ο χρόνος, οι κεραυνοί και οι Ούννοι την καταπάτησαν οι μικροί και ανάξιοι σας συμπατριώτες. Κι εδώ θα το βροντοφωνάξουμε το μεγάλο έγκλημα! Τον Παρθενώνα μας, τον παγκόσμιο Βωμό, τον έκαναν τηλεβολοστάσιο. Κι από κει, εκμεταλλευόμενοι το σεβασμό μας αντίκρυ στο Μνημείο μας, βομβάρδιζαν με θηριωδία τα σπίτια μας. Σωστά! Δεν υπήρχε πια απυρόβλητο μετερίζι. Πώς να ανταποδώσουμε τα πυρά; ( Τέτοιαν ανανδρία δε θα την έκανε ούτε ο  Ταμερλάνος!). Είναι η πράξη του βδελυρώτατου  φονιά που σε σκοτώνει βάζοντας προκάλυμμα την πιο προσφιλή σου ύπαρξη».

dekembriana14

  1. Γ. Σφακιανάκη: Δεκέμβρης  ( απόσπασμα)

 Το πολυβόλο άρχισε στις δώδεκα
Βάζει καρφιά στο φέρετρο του κόσμου
Ω μάνα Ελλάδα! Η νύχτα τρώει τα παιδιά σου Σιωπή…
Κρ… κρ… κρ… κρ… Πριονίζει ο Δεκέμβρης.

 dekembriana18

  1. Ρ. Μπούμη Παππά,  Αθήνα- Δεκέμβρης  1944

 Είναι η Αθήνα άρρωστη βαριά
Πριν λίγες ώρες πέταξε τον κεφαλόδεσμό της
Και με σαράντα πυρετό βάρεσε τα ταμπούρλα της εξέγερση
Στις πλατείες και στους εφτάψυχους γυμνούς συνοικισμούς της.
Αναμαλλιάρα ξέστηθη σαν τ’ άγαλμα της τρέλας
Φορώντας τη λευτεριά από πάνω ως κάτω
Και την τρομερή σπάθα της αποκάλυψης
Βαδίζει μέσα στου ιστορικού Δεκέμβρη την ομίχλη
Που σκίζουν τα μυδράλια κι οι μπόμπες

 dekembriana16

 Ν. Βρεττάκου , 33 μέρες

33 ημέρες

Ο ΛΟΧΟΣ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ” ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ”

Έτσι έγινε τότε στην Ελλάδα.

Και φυσούσε κείνες τις μέρες ένας ισχυρός άνεμος  από το μέρος της δύσης.
Και προβαίνανε σύννεφα από το βορρά κι ανεβαίνανε στον ορίζοντα.
Κ’ η ανατολή δε φαινόταν.
Και παράξενα ρεύματα που φαινόντουσαν να’  ρχονται από το νότο κι απ’ την ανατολή
κι απ΄ τη δύση κι απ’ το βορρά αυλακώναν τα σύννεφα.
Κι άνοιγε το παράθυρο κείνες τις μέρες κ’ ένιωθες σπινθήρες παράξενους
να ηλεκτρίζουνε τη βαρυμένη ατμόσφαιρα πάνω απ΄ την πόλη,
ως μέσα τα σπίτια κι ως μέσα τα μνήματα.
Κ’ έγινε κείνες τις μέρες αναφορά προς την Αυτών Εξοχότητα…
Και πλημμύριζε κείνες τις μέρες ο κόσμος τους δρόμους και κυλούσε και βόγγαγε.
Και πλήθαινε κάθε μέρα ο κόσμος και κουλουριαζότανε στις πλατείες
και ξεχείλιζε πάνω στα πεζοδρόμια και χτυπιότανε κι άκουγε η πόλη
το κύμα του και φοβόταν τον Κύριο και λυπόταν και στέναζε.

Και κατέβαινε πάλι ο λαός και τους φώναζε κλέφτες.
Είχε πληρώσει τη λευτεριά του με αίμα πολύ.
Και κατέβαινε πάλι ο λαός και ζητούσε την τιμή των νεκρών του
και τους φώναζε κλέφτες.
Κι ο Ανώτατος Νόμος – ο θείος κι ανθρώπινος που συναντώνται στα όρη Σινά
και παίρνουν μορφή κεραυνού και συγκλονίζουν τα έθνη,
χτυπούν τις πηγές τα ποτάμια χορεύουνε μέσα στις κοίτες  τους
κι αλλάζουνε διεύθυνση , άρχισε ν’ αστράφτει ακατάπαυστα πάνω
απ’ την πόλη στις 3 του Δεκέμβρη.

Επιγραφές ταραγμένες και σύντομες συνωστίζονταν κείνη τη μέρα
κάτω απ’ τα σύννεφα
Και το δάσος τους σάλευε ενάντια στον άνεμο.
Κι ο λαός προχωρούσε.
Κι η ενέδρα περίμενε.
Και προχωρούσε ο λαός κατά πάνω τους, γενναίος κι ωραίος
και δίκαιος σαν το Χριστό.
Κι απλώνει ο λαός τις παλάμες του να κλείσει τα στόμια των όπλων,
που προβάλλοντας άξαφνα έλαμψαν αντίκρυ στο στήθος τους.
Και πήρε κείνη την ώρα ο λαός ένα φως κι ένα χρώμα παράξενο.
Και προχωρούσε ο λαός καταπάνω τους κι ανέβαινε μοιάζοντας
όπως ένας ήλιος που ανάτελλε.

Κι οι ομοβροντίες χτυπήσανε την Εκκλησία του Έθνους.
Κ’ η θάλασσα σείστηκε.
Κ’ η θάλασσα μούγγριζε.
Κ’ η στάθμη των νερών της ανέβαινε.
Κ’ οι λαβωμένοι βουτούσαν τις σημαίες στο αίμα
και πηδώντας απάνω στα σπασμένα τους γόνατα τις σηκώναν ψηλότερα.
Κι άλλοι πέφτανε μπρούμυτα πάνω στην άσφαλτο.
Και τραγουδώντας οι άλλοι τη λευτεριά και το δίκιο, τους τράβαγαν στις άκρες του δρόμου.
Και ξαπλωνόταν ένας- ένας ανάσκελα, διπλωνόταν στη ματωμένη
σημαία του κ’ έσφιγγε τις γροθιές του στο στήθος και πέθαινε.
Κι έτσι βασίλεψε ο ήλιος στις 3 του Δεκέμβρη.
Στις 4 άρχισε κιόλας ν’ αστράφτει απάνω απ’ τα 20 φέρετρα
που πήγαιναν  κ’ ερχόντουσαν στην επιφάνεια της θάλασσας.
Και φούσκωνε το κύμα των ώμων του πλήθους.
Κι απλωνότανε το απέραντο κύμα του και πειθαρχούσε
και κύλαγε στην πλατιά λεωφόρο.
Και παράσερνε μέσα στο ρεύμα του κλαδιά από φοίνικες, επιγραφές,
δεκανίκια, μαζί μ’ ένα δάσος από μαύρες σημαίες
που τις φύσαγε ο άνεμος και μπερδευόντουσαν η μια με την άλλη.
Κι ακουγότανε πάλι σε λίγο που βόγγαγε η θάλασσα.
και παρουσιαζότανε πάλι σε λίγο που γύριζε,
μαυρίζοντας κάτω απ’ τα σύννεφα.
και διασταυρωνόντουσαν κατά κύματα τα ρεύματα του λαού
και φουσκώνανε τα σταυροδρόμια της πόλης.

Και τα σύννεφα ψιχαλίζανε στις σφιγμένες γροθιές.

***

Κι ο λόχος των φοιτητών ” Λόρδος Βύρων” κοιτώντας τα σύννεφα
γύρευε διέξοδο μέσα στο μέλλον.
***

Κι ο λόχος των φοιτητών ” Λόρδος Βύρων” πολεμώντας στο κέντρο της πόλης,
απάγγελνε στίχους από την ” Κατάρα της Αθηνάς” και σκεφτότανε σαν τί θα μπορούσε να παρηγορήσει τον ίσκιο του Μπάιρον σε τούτο τον κόσμο.
Κι απαντούσε καγχάζοντας ο Ελγίνος καθισμένος απάνω στα βαριά πυροβόλα,
που αυλακώνανε το σκοτάδι με τις τροχιές των οβίδων τους.
Και σε κάθε ομοβροντία τους φωτιζότανε η Ακρόπολη.
Και διακρίνονταν μέσα στη λάμψη τους
να ταράζεται σύσσωμος ο Ναός στην κορφή της.

Κι ο λόχος των φοιτητών ” Λόρδος Βύρων” πολεμούσε στο κέντρο της πόλης.

***
Κι οραματιζόντουσαν , πολεμώντας, φυτείες απέραντες και πόλεις καινούριες
κ’ εκκλησιές και καμπάνες καινούριες και…
– Χριστός Ανέστη!
– Χριστός Ανέστη!
Και πολεμούσαν χαμογελώντας.
Κ’ οι ομοβροντίες πυκνώνανε από μέρα σε μέρα.
Κι από μέρα σε μέρα πυκνώνανε οι καπνοί και τα σύννεφα
κ’ οι φλόγες κ’ η σκόνη από το πέσιμο των οβίδων
κι από τα σπίτια που ανατινάζονταν.

***
Και μια τελευταία βροχή από βροντές κι από κεραυνούς,
φώτισε τα σύννεφα που κρεμιόντουσαν,
και τα οδοφράγματα και τα σπίτια και τους στρατιώτες μας
που στεκόντουσαν όρθιοι ψηλά στα οδοφράγματα.
Κι ύστερα τίποτα.
Κ’ οι γυναίκες ρωτούσαν για το λόχο των φοιτητών.
Και παίρνανε σκόνη απ’ το χώμα στις φούχτες τους
και τούς φιλούσαν και κλαίγανε.

Ο ήλιος , σημαία των αδελφιών.
Η σημαία μας.

– Ελευθερία ή θάνατος!

Έτσι έγινε τότε στην Ελλάδα.

Κ’ οι σημαίες μας υποχώρησαν συντεταγμένες μες στο σκοτάδι.
Κι όπως υποχωρούσανε, τις βλέπαμε, τη μια τους πίσω απ’ την άλλη
που λάμπανε μέσα στη νύχτα.
Και γινήκανε μέρες 33.

***

Και πολεμούσαμε πέντε χρόνια` και πολεμάμε ακόμα.
Και μάς φορούσανε το αγκάθινο στέφανο του Χριστού μέσα στις φυλακές
και μάς το φοράνε ακόμα.

Μα πάνω απ’ τη λάσπη που περπατάνε με τα μαστίγια τους
οι μισθοφόροι της νύχτας,
κι απάνω απ’ όλες τις φυλακές, πολύ πάνω,
ψηλότερα από κάθε άλλη φορά.

– Δόξα και τιμή στους νεκρούς μας! Δόξα και τιμή στους νεκρούς μας!

Αδέλφια μας όλου του κόσμου.

Η σημαία μας κυματίζει ακόμα.

– Ελευθερία ή Θάνατος!
(αποσπάσματα)

dekembriana13
Μερικά από τα πολλά έργα που γράφτηκαν είναι :

Ν. Παππά , Το αίμα των αθώων

Θ. Πιερίδη, Ύμνος στην Αθήνα του Δεκέμβρη

Τ. Λειβαδίτη, Δεκέμβρης

Γ. Δάλλα, Στο οδόφραγμα,

Οι τρεις κι ο μικροΚωνσταντής

Μ. Αξιώτη, Αθήνα 1944-45 ( χρονικό)

Εικοστός αιώνας ( μυθιστόρημα)

Δ. Χατζή, Η φωτιά

Ν. Βρεττάκου, Το αγρίμι              και πολλά άλλα.