• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

«ο Καισαρίων όλο χάρις κι εμορφιά (της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών)»

Επιμέλεια Ηρακλής Κακαβάνης //

Ο Καισαρίων γεννήθηκε στις 23 Ιούνη 47 π.Χ. Το πραγματικό του όνομα ήταν Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ Φιλομήτωρ Καίσαρ. Γιος της Κλεοπάτρας και βάσει του δικού της ισχυρισμού του Καίσαρα. Χωρίς να τον αναγνωρίσει ο Καίσαρας του έδωσε το όνομα Καισαρίων (γιος του Καίσαρα).

Το 46 π.Χ, η Κλεοπάτρα επισκέφθηκε τη Ρώμη και ο Ιούλιος Καίσαρ αναγνώρισε επίσημα τον Καισαρίωνα ως γιο του. Το 44 π.Χ, ο Ιούλιος Καίσαρ δολοφονείται από τον Κάσσιο και τον Βρούτο και η Κλεοπάτρα αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη Ρώμη. Λίγο αργότερα πεθαίνει και ο συμβασιλέας αδελφός της Πτολεμαίος ΙΔ’ και ο τρίχρονος Καισαρίων τον διαδέχεται στο αξίωμα.

Επί Αντωνίου 41 π.Χ. αναγνωρίστηκε με τον τίτλο  βασιλεύς βασιλέων, συμβασιλεύς της μητέρας του στην Αιγυπτο, τη Λιβύη, την Κοίλη Συρία και την Κύπρο.

Aυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.
«Αλεξανδρινοί Βασιλείς»

«Το 30 π.Χ. ο Οκταβιανός καταλαμβάνει χωρίς δυσκολία την Αίγυπτο και οι δύο εραστές, Αντώνιος και Κλεοπάτρα, αυτοκτονούν. Θέλοντας να διασφαλίσει τη μελλοντική του εξουσία, ο Οκταβιανός πείθει τον έφηβο πλέον Καισαρίωνα να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια και στις 30 Αυγούστου του 30 π.Χ. δίνει εντολή να τον δολοφονήσουν. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι στην απόφασή του αυτή τον επηρέασε ο μυστικοσύμβουλός του Άρειος Δίδυμος, που του είπε «ουκ αγαθόν πολυκαισαρίη», εννοώντας ότι δύο Καίσαρες δεν χωράνε στη Ρώμη. Έτσι, εκλείπει και ο τελευταίος γόνος της δυναστείας των Πτολεμαίων και η Αίγυπτος γίνεται ρωμαϊκή επαρχία» (sansimera.gr).

Το όνομα του Καισαρίωνα που συναντά ο Κωνσταντίνος Καβάφης σε ένα ιστορικό κείμενο διεγείρει  φαντασία του και πλάθει τη σκηνή των τελευταίων ημερών του βασιλιά, που πέθανε άδοξα στα 17 του χρόνια. Γράφτηκε από τον Κωνσταντίνο Καβάφη το 1914 και πρωτοδημοσιεύτηκε το 1918. Το ποίημα είναι ένα είδος επιλόγου στο «Αλεξανδρινοί βασιλείς»:

Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.

«Αναλύοντας το ποίημα, ο Χ. Μηλιώνης κάνει την προσεχτική παρατήρηση ότι ο Καβάφης, τοποθετώντας τους νέους βασιλείς ανάμεσα στα πλήθη των Αλεξανδρινών, που συγκεντρώνουν την προσοχή του ποιητή, και στον Αντώνιο και στην Κλεοπάτρα, τους προσταγωνιστές που κινούνται πίσω στα παρασκήνια, δημιουργεί πρόσθετο νοηματικό υπόστρωμα: τα παιδιά είναι ‘’έρμαια του ανόσιου παιχνιδιού που παίζεται σε βάρος τους, αφανισμένα θλιβερά πίσω από την κούφια μεγαλοπρέπεια’’ . Σε λίγο, πρώτα εκείνα, θα γίνουν τα αθώα θύματα της θανάσιμης σύγκρουσης των αντίπαλων πολιτικών δυνάμεων. Ενα είδος επίλογο στο ‘’Αλεξανδρινοί Βασιλείς’’ αποτελεί η κατακλείδα του ‘’Καισαρίων’’  (1914,1918). Η εντύπωση του ανίσχυρου και του ανυπεράσπιστου, που προξενούσε, ακαθόριστα, στο πρώτο ποίημα η μορφή του Καισαρίωνα με την εύθραυστη χάρη του, αποχτά εδώ ιδιαίτερα τραγική ένταση – μπροστά στην άμεση απειλή του θανάτου που θ’ ακολουθήσει.

(…) Το όνομα του Καισαρίωνα ο ποιητής το συναντά εντελώς τυχαία σε μια συλλογή επιγραφών, Μα η ‘’μικρή κι ασήμαντη μνεία’’ ωθεί τη μνήμη του σε μια αντίστροφη διαδρομή. Έχουμε επίσης στο ‘’Καισαρίων’’ ένα δείγμα της προτίμησης που δίνει ο Καβάφης στα περιφερειακά ιστορικά πρόσωπα, για τα οποία «λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται» στα κείμενα. Τις μορφές τους μπορεί να τις πλάσει με μεγαλύτερη ελευθερία, να κάνει πιο ζωντανές τις επαφές της σημερινής μνήμης μαζί τους. Μετά τη μαζική σκηνή στο ‘’Αλεξανδρινοί Βασιλείς’’ η μορφή του Καισαρίωνα απομόνωνεται, τώρα δίνεται σε μεγάλο πλάνο, και, χάρη στο ρίγος που προκαλεί η σκηνή, όλο το ιστορικό δράμα ξυπνά στον αναγνώστη μια ξεχωριστή αίσθηση ζωντάνιας και αλήθειας» (Σόνια Ιλίνσκαγια «Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ού αιώνα»)

Καισαρίων

Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
εν μέρει και την ώρα να περάσω,
την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή
επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω.
Οι άφθονοι έπαινοι κ’ η κολακείες
εις όλους μοιάζουν. Όλοι είναι λαμπροί,
ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί·
κάθ’ επιχείρησίς των σοφοτάτη.
Aν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές,
όλες η Βερενίκες κ’ η Κλεοπάτρες θαυμαστές.

Όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω
θάφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,
κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος
δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως…

A, να, ήρθες συ με την αόριστη
γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες
γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.
Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό.
Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει
μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.
Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα,
που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν
η λάμπα μου -άφισα επίτηδες να σβύνει-
εθάρρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,
με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες· ως θα ήσουν
μες στην κατακτημένην Aλεξάνδρεια,
χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου,
ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν
οι φαύλοι —που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη».