• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Ο ματωμένος Αύγουστος του 1944: Το Μπλόκο της Κοκκινιάς

Επιμέλεια: ofisofi //

Λίγους μήνες πριν την απελευθέρωση η Αθήνα και ο Πειραιάς ματοκυλίστηκαν από τους Γερμανούς κατακτητές και τους έλληνες συνεργάτες τους. Το καλοκαίρι του 1944 υπήρξε εφιαλτικό για τους κατοίκους των συνοικιών αυτών των δύο πόλεων.

Ο αυγουστιάτικος ουρανός μαύρισε από τους καπνούς των πυρπολημένων σπιτιών και το χώμα ποτίστηκε από το αίμα των εκτελεσμένων .

 Ένα μικρό αφιέρωμα σε τρεις συνέχειες  με αφηγητή τον ιστορικό Ιάσονα Χανδρινό  από το εξαιρετικό βιβλίο Το τιμωρό χέρι του λαού. Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942 -1944.

***

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς ( 17.8.1944)

Σειρά είχε η Κοκκινιά, η οποία δεν είχε δεχθεί σοβαρή επίθεση από το Μάρτιο, η ατμόσφαιρα ήταν όμως ηλεκτρισμένη, δεδομένου ότι από τις αρχές Αυγούστου άρχιζαν επιθετικές κινήσεις Ευζώνων και Χωροφυλακής – παράλληλα μαθαίνονταν τα γεγονότα στις άλλες συνοικίες – και τα στελέχη διανυκτέρευαν αλλού ( συνήθως στο Αιγάλεω), μακριά από κατοικημένες περιοχές. Στις 15 και 16 Αυγούστου ένοπλες συμπλοκές ανάμεσα σε Ελασίτες, αστυνομικούς και την Ειδική Ασφάλεια Πειραιά στο συνοικισμό των « Κιλικιανών» και στα μανιάτικα, αύξησαν την υπερένταση ενόπλων και αόπλων στην Κοκκινιά.

Μιχάλης Νικολινάκος , Δεν ξεχνάμε!.. Κυκλοφόρησε αμέσως μετά το μπλόκο της Κοκκινιάς 17/8/1944

Μιχάλης Νικολινάκος , Δεν ξεχνάμε!.. Κυκλοφόρησε αμέσως μετά το μπλόκο της Κοκκινιάς 17/8/1944

Στις 02.30 μετά τα μεσάνυχτα της Πέμπτης 17 Αυγούστου ξεκίνησε να γράφεται μία από τις μελανότερες σελίδες της Κατοχής: Δεκάδες αυτοκίνητα περικύkλωσαν την Κοκκινιά από τα βόρεια του Κορυδαλλού πίσω από το Γ΄Νεκροταφείο και κατά μήκος της οδού Θηβών μέχρι τους ΣΕΚ , κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής. Τα οχήματα μετέφεραν ισχυρές δυνάμεις του Ι Τάγματος του 1ου Συντάγματος Ευζώνων με επικεφαλής τον Ταγματάρχη  Γεώργιο Σγούρο, ένα πρόσωπο ήδη μισητό στους Κοκκινιώτες, γερμανούς οπλίτες της 11ης Αεροπορικής Μεραρχίας Εδάφους ( 11. Luftwaffe Felddivision) – δύναμης λόχου ή διλοχίας – και μια γερμανική μηχανοκίνητη διμοιρία, ενώ, όπως επισήμανε με κάποιου είδους επαναστατική «αυταρέσκεια» και το πρώτο «ρεπορτάζ» της επιχείρησης, ο βαρύς οπλισμός των επιδρομέων ήταν πρωτοφανής για τα δεδομένα επιχείρησης εντός των ορίων της πρωτεύουσας. Τα ξημερώματα οι τηλεβόες καλούσαν τους άνδρες 14 έως 60 ετών στην πλατεία Οσίας Ξένης. Στις 09.00 η πλατεία είχε γεμίσει από κόσμο. Κινητοποίηση του ΕΛΑΣ θα ισοδυναμούσε με αυτοκτονία, αφού όλα ήταν μπλοκαρισμένα. Μέσα στην αποπνικτική ζέστη του Αυγούστου και κάτω από ουρλιαχτά και παραγγέλματα στα ελληνικά και τα γερμανικά, διαδραματίστηκαν μερικές από τις τραγικότερες σκηνές της Αντίστασης: Οι καταδότες – ένας εκ των οποίων ήταν πρώην μέλος της ΟΠΛΑ – υπέδειξαν αρχικά όλα τα στελέχη των ενόπλων οργανώσεων: το λοχαγό του ΕΛΑΣ και γραμματέα της ΚΟΒ Κιλικιανών, Απόστολο Χατζηβασιλείου, το γραμματέα της ΚΟΒ Κοκκινιάς  ( και αρχηγό της ΟΠΛΑ), Παναγιώτη Ασμάνη, τον Θεόδωρο Περιβνόλα, τις μαχήτριες Διαμάντω Κουμπάκη και Αθηνά Μαύρου κ.α., οι οποίοι βασανίστηκαν «κανιβαλικά» πριν οδηγηθούν προπηλακιζόμενοι στο υφαντήριο πίσω από την πλατεία Οσίας Ξένης – την περίφημη « Μάντρα» – για να εκτελεστούν με πολυβόλα από γερμανικό τμήμα – συνολικά 78 άτομα.

Την ίδια ώρα, σε ένα απομονωμένο σπίτι στα « Αρμένικα» της Κοκκινιάς ( περιοχή Νεάπολης), μια μικτή ομάδα του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ παρακολουθεί ανήμπορη τη σφαγή από τις γρίλιες. Όταν μια ριπή γαζώνει την πόρτα, η ομάδα πετά μια χειροβομβίδα και φεύγει από το πλάι υπό το συνεχές πυρ ενός γερμανικού πολυβόλου. Βάλλουσα και βαλλόμενη συνεχώς, και με πλάγια κάλυψη από μια ομάδα του 7ου Λόχου ( λοχαγός Μιχάλης Μάλλης), η ομάδα έφτασε τελικά στην Ευγένεια με έναν τραυματία και ένα νεκρό, το σαραντάχρονο μαχητή της ΟΠΛΑ, Θεόδωρο Μακρή ή « Καφαντάρη που « βάσταγε δυο πιστόλια κι έριχνε σαν τους καουμπόυδες που λέμε». Στη συμπλοκή στα Αρμένικα τραυματίστηκε ένας γερμανός λοχαγός και μερικοί Τσολιάδες, πράγμα που έδωσε την αφορμή για νέα σφαγή « εκτός καταλόγου»: 46 άνδρες και γυναίκες από τους συγκεντρωμένους στην Οσία Ξένη μεταφέρθηκαν εκεί και εκτελέστηκαν ομαδικά σε αντίποινα στη συμβολή των οδών Ακροπόλεως και Αρτέμιδος, ενώ κάηκαν και μερικά σπίτια, από τα οποία ο συνοικισμός ξαναβαφτίστηκε σε « Καμένα του Καραβά». Το μακελειό σταμάτησε κατά τις 18.00 και μια τεράστια φάλαγγα ομήρων πήρε το δρόμο για το Χαϊδάρι μέσω της Κυδωνιών, αφήνοντας πίσω έναν ατελείωτο θρήνο γυναικών , παιδιών, μητέρων και αδελφών. Το Ε’ Αστυνομικό Τμήμα μετέφερε 72 άτομα για ταφή στο Γ΄Νεκροταφείο και τους υπόλοιπους στο Νεκροταφείο της Αναλήψεως, στη Νεάπολη.

Πηγές της Αντίστασης υπολόγισαν περισσότερους από 200 εκτελεσμένους, σε αντίθεση με τη γερμανική αναφορά της Ομάδας Στρατιών Ε που αναφέρει 104 « νεκρούς εχθρούς» και 3.000 συλληφθέντες έναντι ενός γερμανού λοχαγού και μερικών Ευζώνων τραυματιών στις αψιμαχίες της Νεάπολης. Το πλήγμα στη συνοικία ήταν τρομακτικό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως το ανθρωποκυνηγητό των Κοκκινιωτών σε όλο τον Πειραιά δε σταμάτησε. Μια μόλις μέρα μετά το Μπλόκο, άνδρες των Ταγμάτων συνέλαβαν μετά από συμπλοκή στη Δραπετσώνα το δεκαοκτάχρονο Στέλιο Σπανό ή « Καρδάρα», έναν από τους εμβληματικούς μαχητές – και ομαδάρχη της ΟΠΛΑ – και τον εκτέλεσαν κοντά στον Άγιο Διονύσιο. Τα κατακλυσμιαία γεγονότα έκαναν, μέσω συνεχών αναφορών στον κομματικό και εαμικό Τύπο, το γύρο της χώρας φτάνοντας μέχρι το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, το οποίο εκείνες τις μέρες κοινοποιούσε ειδική εγκύκλιο και ενημερωτικό δελτίο σε όλες τις Μεραρχίες σχετικά με τον αγώνα της «αδούλωτης Αθήνας και του ηρωικού λαού της».

Μετά τη σφαγή στην Κοκκινιά, το μίσος για τα Τάγματα και η διάθεση για εκδίκηση είχαν φτάσει στο απόγειο τους. Στις 18 Αυγούστου, στο « Ελληνικό Στάλινγκραντ» της Καισαριανής δύο αστυφύλακες του Μηχανοκίνητου με πολιτικά πυροβολήθηκαν από Ελασίτες που τους αναγνώρισαν. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά κατέφθασαν ενισχύσεις του Μηχανοκίνητου, των Ταγμάτων και της Ειδικής που συνέλαβαν 35 άτομα και εκτέλεσαν τους πέντε στη γωνία Βασ. Κωνσταντίνου και Λυδίας. Λίγη ώρα αργότερα μια ομάδα ενόπλων, συνοδευόμενη από εξαγριωμένους κατοίκους, σκότωσε και πέταξε πάνω στο σωρό των πέντε πτωμάτων δύο αιχμαλώτους Ευζώνους, ο ένας εκ των οποίων βρέθηκε με ένα μαχαίρι καρφωμένο στο λαιμό του και ένα καρφιτσωμένο σημείωμα « Για τους πέντε ήρωες θα εκτελεστούν 100 όμοιοί του». Λίγη ώρα πριν, η αδελφή του ενός είχε συλληφθεί και εκτελεστεί με συνοπτικές διαδικασίες από την ΟΠΛΑ, που εφάρμοζε πλέον την απόλυτη και χωρίς εξαιρέσεις « οικογενειακή ευθύνη».

Κάνθος Τηλέμαχος , «Θρήνος γυναικών», ξυλογραφία

Κάνθος Τηλέμαχος , «Θρήνος γυναικών», ξυλογραφία

Τις τακτικές στρατιωτικές επιχειρήσεις του ελληνόφωνου κατοχικού στρατού των Ευζώνων στις συνοικίες ακολούθησε μια επίταση της δράσης της Ειδικής Ασφάλειας, η οποία διακρινόταν πλέον στον πόλεμο εξόντωσης. Πτώματα μελών του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ αλλά και Ελασιτών που συλλαμβάνονταν μεμονωμένα ή σε επιδρομές άρχισαν να βρίσκονται με σημάδια βασανισμού – ακόμα και κρεουργημένα – σε διάφορα σημεία της πόλης. Μετά από μια επιδρομή των Ταγμάτων στον Ταύρο ( 20.8.1944), τα πτώματα δύο Ελασιτών της συνοικίας που πιθανότατα είχαν αιχμαλωτιστεί κατά την επιδρομή – Αναστάσιος και Ιωάννης Γράφας, βρέθηκαν στη γωνία Ιπποκράτους και Διδότου, ενώ ένας ακόμα Επονίτης από τον Ταύρο κατακρεουργήθηκε στο Θησείο από τους ενόπλους της Χ. Αντίστοιχα παρατηρήθηκε μια « πύκνωση» της δράσης της ΟΠΛΑ η οποία εκείνο τον ματωμένο Αύγουστο εξόντωσε συνολικά 67 άτομα – συμπεριλαμβανομένων των αντιποίνων για την Ηλέκτρα Αποστόλου -, ανάμεσα στους οποίους 18 άνδρες και γυναίκες που είχαν επισημανθεί ως « πράκτορες της Ειδικής και των Ες – Ες» , κατηγορία που στην προκειμένη περίπτωση μοιάζει να επιβεβαιώνεται κι από τις σωζόμενες αναφορές των αστυνομικών τμημάτων.