• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Ο ΦΙΔΕΛ ΚΑΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Γράφει η Άννεκε Ιωαννάτου //

Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα και, όπως κάθε θρησκευτική γιορτή, φέρνουν στην επιφάνεια το ρόλο της θρησκείας στην κοινωνία και την αποτύπωσή της σαν πιο επίμονο στοιχείο της κοινωνικής συνείδησης στην ψυχή των ανθρώπων, κυρίως των λαϊκών στρωμάτων. Σε συνδυασμό με το φυσικό θάνατο της εμβληματικής επαναστατικής μορφής του 20ου αιώνα, του Φιδέλ Κάστρο, καλό είναι να (ξανα)διαβάσουμε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1987 από τις εκδόσεις «Γνώσεις» με τον τίτλο Ο Φιδέλ και η Θρησκεία και τον υπότιτλο Συνομιλίες με τον Φράϊ Μπέττο σε μετάφραση της Δέσποινας Μάρκου. Οι συνομιλίες αυτές του ηγέτη της κουβανικής επανάστασης με τον Βραζιλιάνο μοναχό του Τάγματος των Δομινικανών στρέφονται γύρω από τη θρησκεία και την επανάσταση, τη θρησκεία και την ταξική πάλη, τη θρησκεία και τον μαρξισμό. Τέτοιες συζητήσεις αποκτούν συνήθως μια έξαρση εκεί που γίνονται επαναστάσεις, ιδιαίτερα σε περίπτωση που η εκκλησία έχει τεράστια επίδραση στις βαθιά θρησκόληπτες φτωχές μάζες. Η ιστορία έχει δώσει παραδείγματα, γιατί τα επαναστατικά περάσματα του 20ου αιώνα έχουν γίνει μόνο σε χώρες με τη θρησκεία να είναι κυρίαρχο στοιχείο στη συνείδηση της πλειονότητας του λαού. Στις χώρες της Λατινικής Αμερικής το θέμα εξακολουθεί να είναι επίκαιρο. Από τη μία μεριά η φτώχεια οδηγεί κατά καιρούς σε εξεγέρσεις, επαναστατικά κινήματα, από την άλλη η θρησκεία πατάει φρένο σε κάθε τέτοια ενδεχόμενη εξέλιξη. Βεβαίως υπάρχει το φαινόμενο ο κατώτερος κλήρος να συμπαραστέκεται το λαό στη μιζέρια του και ακόμα να προσχωρεί μαζί του στη διαμαρτυρία, αλλά σαν θεσμός οι θρησκείες και οι εκκλησίες έχουν παίξει στην ιστορία αντιδραστικό ρόλο. Πώς να διαχειριστεί αυτή την αντίφαση, πώς να σεβαστεί τα θρησκευτικά αισθήματα του λαού και ταυτόχρονα να πείσει για τα επαναστατικά ιδανικά που τα βάζουν με κάθε κατασταλτικό θεσμό – είτε στον τομέα της συνείδησης, είτε στον τομέα του κρατικού μηχανισμού να το δύσκολο καθήκον κάθε επαναστατικής ηγεσίας. Να συμφωνούμε για τον παράδεισο στη γη και να αφήσουμε για μετά τον παράδεισο στον ουρανό, ήταν η άποψη του Λένιν στη βαθιά θρησκόληπτη επαναστατημένη Ρωσία των αρχών του 20ου αιώνα.

Μαρξισμός και χριστιανισμός

Οι ανατροπές των 1989-1991 σήμαναν μια τεράστια αντιδραστική στροφή στον παγκόσμιο χάρτη και μαζί με αυτήν μια αναβίωση – ή τουλάχιστο μια προσπάθεια αναβίωσης – θρησκευτικοποίησης της κοινωνικής ζωής και της συνείδησης, ιδιαίτερα στις χώρες που η επίσημη ιδεολογία ήταν αντι-θρησκευτική. Ο Φιδέλ Κάστρο από πολύ νωρίς το θεώρησε σωστό να έρχεται σε διάλογο για το φαινόμενο της θρησκείας. Η σημείωση στην κουβανέζικη έκδοση του ως άνω βιβλίου ξεκινάει ως εξής: «Υπάρχουν αλήθειες κρυμμένες στο κουβάρι που έχει υφανθεί μέσα σε χιλιετηρίδες σκοταδισμού; Τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης ο Φιδέλ Κάστρο τόνισε: «Μας πάντρεψαν με την ψευτιά και μας ανάγκασαν να ζούμε μαζί της και γι’ αυτό φαίνεται σαν να φτάνει η συντέλεια του κόσμου όταν ακούμε την αλήθεια»». Στο βιβλίο λοιπόν ένας στρατευμένος καθολικός συζητάει με τον κομμουνιστή ηγέτη και όταν έχει τελείωσει η ανταλλαγή απόψεων οι δύο νοιώθουν πιο σίγουροι για τις απόψεις τους και όχι μόνο αυτό, αλλά θέλουν να συσφίξουν τις σχέσεις τους σε μια κοινή πολιτική πρακτική πάλη. Πώς γίνεται αυτό; Ψάχνοντας στις πρωτότυπες πηγές του χριστιανισμού και του μαρξισμού. Δεν είναι, όμως, μόνο τα θέματα καθεαυτά που θίγονται στις συνομιλίες αυτές, δηλαδή θρησκεία-επανάσταση, εκκλησία-επανάσταση. Γνωρίζουμε και τα παιδικά χρόνια του Φιδέλ, το σπίτι που γεννήθηκε και τη θρησκευτικότητα της οικογένειάς του, τη βάφτισή του, τη φοίτησή του σε καθολικά κολλέγια στο Σαντιάγο της Κούβας και στην Αβάνα με τη διδασκαλία των θρησκευτικών. Άλλα θέματα συζήτησης με τον Φράϊ Μπέττο ήταν η πρώτη επαφή με τη μαρξιστική φιλολογία, το επαναστατικό πρόγραμμα πριν από το πραξικόπημα στις 10 Μαρτίου του 1952, η επίθεση στο στρατώνα Μονκάδα και όσα ακολούθησαν, οι σχέσεις με την Καθολική Εκκλησία μετά την Επανάσταση του 1959, οι αιτίες των πρώτων εντάσεων στις σχέσεις αυτές, το ΚΚΚούβας και οι πιστοί, συζητήσεις με καθολικούς επισκόπους των ΗΠΑ, αλλά και γενικότερα για το επαναστατικό κίνημα και την Καθολική Εκκλησία στη Λατινική Αμερική στην ιστορία και στο παρόν, τη διαβόητη Θεολογία της Απελευθέρωσης, την αγάπη σαν επαναστατική απαίτηση, αλλά τότε τί γίνεται με το ταξικό μίσος; Περνούν από τη συζήτηση και θέματα δημοκρατίας και του εξωτερικού χρέους της Λατινικής Αμερικής, αλλά δεν μπορούσαν να μην ειπωθούν και μερικές κουβέντες για τον Τσε Γκεβάρα προς το τέλος του βιβλίου.

Τα κοινά σημεία

Ο Φιδέλ θυμώμενος τα χρόνια που ήταν μαθητής σε καθολικά κολλέγια θα πει: «Τί συνέβαινε με την καθολική θρησκεία; Υπήρχε πολύ μεγάλη χαλάρωση. Ήταν εντελώς τυπική. Δεν είχε κανένα περιεχόμενο. Σχεδόν όλη η παιδεία ήταν διαποτισμένη μ’ όλα αυτά. Μορφώθηκα με τους ιησουίτες. Ήταν άνθρωποι ευθείς, πειθαρχημένοι, αυστηροί, ευφυείς και με χαρακτήρα. Πάντα το λέω. Γνώρισα όμως και τον παραλογισμό εκείνης της παιδείας. Για σας όμως, εδώ μεταξύ μας, λέω ότι υπάρχει ένα μεγάλο κοινό σημείο ανάμεσα στους στόχους που κηρύσσει ο χριστιανισμός και τους στόχους που αναζητούμε εμείς οι κομμουνιστές. Ανάμεσα στο κήρυγμα για ταπεινότητα, αυστηρότητα, πνεύμα αυτοθυσίας, αγάπη προς τον πλησίον και σε όλα αυτά που μπορούμε να ονομάσουμε περιεχόμενο της ζωής και στη συμπεριφορά ενός επαναστάτη» (σελ. 17). Και έχοντας μιλήσει για διάφορα συμβάντα στη ζωή του θα καταλήξει παρακάτω «Όπως βλέπεις, οι συμπτώσεις αυτές της ζωής μου δεν ήταν ευνοϊκές για την άσκηση μιας δυνατής θρησκευτικής επιρροής επάνω μου. Περισσότερο έπρεπε να ασκήσουν μια δυνατή επιρροή στις πολιτικές και επαναστατικές διαθέσεις μου» (σελ.138).  Ο Φιδέλ απόκτησε τις επαναστατικές ιδέες μόνος του σε μια βαθμιαία πορεία χωρίς καθοδήγηση. Χρειάστηκε να ακολουθήσει ένα μακρύ δρόμο για την ανάπτυξη των επαναστατικών του ιδεών. Στην επίθεση στο στρατώνα Μονκάδα είχε ήδη μαρξιστικές-λενινιστικές ιδέες που τις απέκτησε στο πανεπιστήμιο από τις επαφές του με την επαναστατική φιλολογία.  Και βεβαίως πανταχού παρούσα η μεγάλη επαναστατική στοχαστική κληρονομιά του προδρόμου Χοσέ Μαρτί.

Το ταξικό μίσος και η παρερμηνεία του

Η αγάπη μπορεί να θεωρείται επαναστατική απαίτηση, σύμφωνα με τον Φιδέλ, αλλά τί γίνεται με το ταξικό μίσος που υπάρχει; Στο βιβλίο δεν διαφεύγει η φαινομενική αυτή αντίφαση. Εδώ ο Φιδέλ θα απαντήσει στον Φράϊ Μπέττο, ότι «αυτό που γεννά το μίσος δεν είναι ο μαρξισμός-λενινισμός, που έτσι κι αλλιώς δεν κηρύσσει το ταξικό μίσος. Απλά λέει: Υπάρχουν τάξεις, υπάρχει ταξική πάλη και η πάλη γεννά μίση. Αυτός που γεννά το μίσος, αυτός που κηρύσσει το μίσος, δεν είναι ο μαρξισμός-λενινισμός, αλλά η ύπαρξη των τάξεων και η ταξική πάλη. Τί γεννά ουσιαστικά το μίσος; Αυτά που δημιουργούν το μίσος είναι η εκμετάλλευση, η καταπίεση, η περιθωριοποίηση του ανθρώπου, η κοινωνική αδικία. Αυτά γεννούν αντικειμενικά το μίσος, όχι ο μαρξισμός. […] Δεν πρόκειται για διδασκαλία του ταξικού μίσους, αλλά για εξήγηση μιας κοινωνικής πραγματικότητας, για κάτι που έχει συμβεί σ’ όλη την πορεία της ιστορίας. Δεν πρόκειται για προτροπή στο μίσος, αλλά για εξήγηση του μίσους που υπάρχει, όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι είναι θύμα εκμετάλλευσης» (σελ. 364).

Η θρησκεία όπιο ή πανάκεια;

Στην ερώτηση του Φράϊ Μπέττο αν η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, ο Φιδέλ αναλύει τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες ο Μαρξ το είχε πει, αλλά επίσης επισημαίνει ότι ποτέ οι χριστιανοί δεν έχουν αποκλειστεί από τα κομμουνιστικά κόμματα. Αναφερόμενος στο παράδειγμα της επαναστατημένης Νικαράγουας στις αρχές της δεκαετίας του 1980, τονίζει ότι πολλοί πιστοί μπορούσαν να πάρουν επαναστατικές θέσεις. Από τη στιγμή, ωστόσο, που η θρησκεία χρησιμοποιείται ως όργανο κυριαρχίας είναι λογικό οι επαναστάτες να έχουν αντικληρική θέση και μάλιστα αντιθρησκευτική. Δείχνοντας τις συνθήκες στις οποίες γεννήθηκε η φράση «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» θα πει «Φαντάσου, …τους θεσμούς, τους γαιοκτήμονες, τους ευγενείς, τους αστούς, τους πλούσιους, τους μεγαλέμπορους, την ίδια την Εκκλησία, όλους πρακτικά σε αγαστή συμφωνία για να εμποδίσουν τις κοινωνικές αλλαγές» (σελ.355).

Ωστόσο, στη Λατινική Αμερική, παρ’ όλο που δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε τις καλές προθέσεις κάποιων ιερέων, ιδιαίτερα του χαμηλόυ στην εκκλησιαστική ιεραρχία κλήρου, η ανάμιξη των εκκλησιών (καθολικοί, αλλά και διεισδύσεις από προτεστάντες από τη Βόρεια Αμερική) έχει από πίσω μεγάλα εμπορικά συμφέροντα στη μαρτυρική και κατασπαραγμένη νοτιοαμερικανική υποήπειρο.  Οπωσδήποτε η θρησκεία, αν δεν είναι, τουλάχιστο λειτουργεί ως ναρκωτικό.

Το βιβλίο αξίζει τη μελέτη μας.