• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Πρώτοι στα αθλήματα, πρώτοι στους αγώνες

Γράφει ο Σφυροδρέπανος //

Οι παλιότεροι μπορεί να πρόλαβαν ένδοξες εποχές, όπου η Σοβιετική Ένωση ήταν αθλητική υπερδύναμη, ξεπερνώντας σταδιακά τις ΗΠΑ σε ολυμπιακά μετάλλια –όπως η ΛΔΓ έφτασε και υπερκέρασε τους Δυτικογερμανούς.
Οι παλιότεροι πάλι μπορεί στο ενδιάμεσο να αλλαξοπίστησαν, αλλά τα αντανακλαστικά τους ενεργοποιούνται και τους διαπερνούν ρίγη συγκίνησης, κάθε φορά που ακούν τις νότες του σοβιετικού ύμνου, πριν τις αναμετρήσεις των εθνικών ρωσικών ομάδων. Γιατί η νέα τάξη πραγμάτων στη Ρωσία μπόρεσε να αλλάξει μόνο τους στίχους, αλλά όχι και τη μελωδία του ύμνου. Στην ανάκρουση των ύμνων όμως ακούγονται μόνο οι νότες και τα λόγια μπορεί να τα συμπληρώσει κανείς με τη φαντασία του, αφού έτσι κι αλλιώς δεν ξέρει ρώσικα –σαν εκείνους τους σουρεαλιστικούς υποτιτλισμούς της τηλεοπτικής Ελληνοφρένειας από τούρκικα σίριαλ ή σκηνές ταινιών.

Οι πιο νέοι όμως που δεν έχουν πολλές τέτοιες αναμνήσεις (ή τα θυμούνται κάπως θολά και δεν μπορούν να διακρίνουν τι είναι αυθεντική παιδική ανάμνηση και τι θυμούνται επειδή το είδαν σε βίντεο και φωτογραφίες) έχουν ως βασική παρηγοριά την ηρωική Κούβα, που έχει τη δική της ιστορία με μετάλλια και διακρίσεις στο στίβο και τους Ολυμπιακούς εν γένει. Κι επειδή δεν πρόλαβαν τον Τεόφιλο Στίβενσον ή τον Χουαντορένα, έχουν τους δικούς τους ήρωες: μύθους σαν τον Χαβιέ Σοτομαγιόρ, τον Ιβάν Πεντρόσο ή την ομάδα του μπέιζμπολ, που γέμιζαν τη συλλογή τους με μετάλλια και τους συμπατριώτες τους με δάκρυα χαράς και περηφάνιας. Και δεν είναι τυχαίο πως μπήκαν στο μάτι των δυτικών, που δεν άργησαν να ψάξουν «αντίδοτο» για κάθε μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις.

Το μπέιζμπολ είναι κάτι σαν το εθνικό άθλημα της Κούβας –όπως άλλωστε και στην απέναντι, αμερικανική ακτή. Φαντάζεται κανείς λοιπόν τη συμβολική ταπείνωση που δοκίμασαν οι γιάνκηδες το 96’, στους Ολυμπιακούς της Ατλάντα, βλέποντας τους Κουβανούς να τους κλείνουν το σπίτι και να παίρνουν το χρυσό μετάλλιο, με τη νίκη επί της αμερικάνικης ομάδας στον τελικό. Παρεμπιπτόντως, για τους Κουβανούς και όλη την ισπανόφωνη Αατινική αμερική, ο υπήκοος των ΗΠΑ είναι estadunidense από το Estaos Unidos (τις ΗΠΑ) και δεν εννοούν να τους χαρίσουν τον όρο americano, που αναφέρεται σε όλη την ήπειρο. Φαντάσου λοιπόν τη μικρή, απομονωμένη Κούβα να γονατίζει την υπερδύναμη μπροστά στο κοινό της και μάλιστα σε ένα από τα αγαπημένα της αθλήματα, όπου ένιωθε άτρωτη κι ανώτερη από τους υπόλοιπους. Κι αν ο κόσμος του αθλητισμού μας φαίνεται μαγικός, είναι μεταξύ άλλων γιατί μόνο αυτός μπορεί να μας προσφέρει τόσο δυνατούς συμβολισμούς. Έκτοτε βέβαια οι σχέσεις των δύο πλευρών φαίνεται να έχουν αλλάξει, περνώντας από ένα φεγγάρι εξομάλυνσης. Αλλά το μπέιζμπολ βγήκε καλού-κακού από την ατζέντα του ολυμπιακού προγράμματος και δε συμπεριλαμβάνεται πλέον στα ολυμπιακά αθλήματα.

17732

Ο άλτης Ιβάν Πεντρόσο ήταν κυρίαρχος στο αγώνισμα του μήκους ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 90’. Και θα ήταν και ο κάτοχος του παγκοσμίου ρεκόρ, σφραγίζοντας την κυριαρχία του, αν δε μεσολαβούσε μια πολύ παράξενη ιστορία. Η καλύτερη επίδοση όλων των εποχών ανήκει ακόμα στον Αμερικανό Πάουελ, με 8.95, από το παγκόσμιο πρωτάθλημα του Τόκιο, το 91’, όπου έσπασε ένα στοιχειωμένο ρεκόρ 23 χρόνων, που κρατούσε από τους Ολυμπιακούς αγώνες στο Μεξικό –όπου το υψόμετρο ευνοούσε τους άλτες και τους σπρίντερ. Το ρεκόρ του Πάουελ έχει κρατήσει ήδη περισσότερα χρόνια και δεν αναμένεται να σάσει στο άμεσο μέλλον. Η ιστορία θα είχε γραφτεί διαφορετικά όμως αν είχε μετρήσει το 95’ το 8.96 του Πεντρόσο, που βελτίωσε κατά ένα εκατοστό την επίδοση του Πάουελ, έχοντας θετικό άνεμο που δεν ξεπερνούσε το ανώτατο επιτρεπτό όριο (σε ό,τι αφορά την αναγνώριση του ρεκόρ πάντα, γιατί στον αγώνα ήταν ούτως ή άλλως έγκυρη η προσπάθειά του). Παρόλα αυτά το ρεκόρ του δεν αναγνωρίστηκε ποτέ επισήμως κι έμεινε ένας από τους μεγαλύτερους αστερίσκους στην ιστορία του στίβου, νομίζω, εξαιτίας τριών Γιαπωνέζων φωτογράφων που στέονταν –λέει- μπροστά από το ανεμόμετρο την ώρα του άλματος και ενδέχεται να επηρέασαν την ένδειξή του, κόβοντας τον άνεμο. Μα είναι να γελάει κανείς, που θα έλεγε κι ο μακαρίτης ο Συρίγος. Και να αναρωτιέται συγχρόνως τι θα γινόταν, αν οι ρόλοι ήταν μοιρασμένοι αντίστροφα ή αν απλώς ο Πεντρόσο δεν είχε την τύχη να γεννηθεί Κουβανός, στο νησί της επανάστασης.

Αντιθέτως, αυτός που κατέχει ακόμα το ρεκόρ στο αγώνισμά του, με το ιστορικό 2.45 στο άλμα εις ύψος, είναι ο Χαβιέ Σοτομαγιόρ. (Κι έχει ίσως μια ιδιαίτερη σημειολογία ότι και στις γυναίκες το ρεκόρ κρατάει από τα χρόνια του υπαρκτού σοσιαλισμού και της βουλγάρας Στέφκας Κονσταντίνοβα. Ενώ στο άλμα επί κοντώ, υπάρχει ο τσάρος των αιθέρων Σεργκέι Μπούμπκα και η ομόλογή του τσαρίνα, Ελένα Ισινμπάγεβα, που δεν είχαν όμως καμία ιδιαίτερη σύνδεση με την ΕΣΣΔ, εκτός απ’ το ότι γενήθηκαν σε αυτήν. Προς το τέλος της ένδοξης καριέρας του Σοτομαγιόρ, υπάρχει μια μελανή κηλίδα, καθώς ανιχνεύτηκαν απαγορευμένες ουσίες (ντόπινγκ) στο δείγμα του και τιμωρήθηκε.

Αυτό ανοίγει μια πολύ μεγάλη κουβέντα για το αν μπορούν οι Κουβανοί (ή παλιότερα οι Σοβιετικοί κι οι Ανατολικογερμανοί, κτλ) να αντιμετωπίσουν τους επαγγελματίες συναθλητές τους, πίνοντας πορτοκολάδες και βιταμίνες και με το σταυρό –ή έστω το σφυροδρέπανο- στο χέρι. Αλλά και για το αν οι βεβαιωμένες περιπτώσεις χρήσης ουσιών πχ στη ΛΔΓ είναι μεταξύ των αρνητικών συνεπειών του αναπόφευκτου ανταγωνισμού με το καπιταλιστικό μπλοκ –κι ιδιαίτερα με την ΟΔΓ, που είχε εκ των πραγμάτων το ρόλο της βιτρίνας και τη μεγαλύτερη στήριξη από τους δυτικούς- ή απλώς καρπός λανθασμένων πολιτικών επιλογών κι έκφραση αγοραίων αντιλήψεων (με κριτήριο το κέρδος και τα μετάλλια) που επικράτησαν σταδιακά σε αυτές τις χώρες.

Είναι όμως εθελοτυφλία να αγνοεί κανείς τις οργανωτικές δομές μαζικού λαϊκού αθλητισμού, πάνω στις οποίες χτιζόταν ο πρωταθλητισμός τους. Ενώ ειδικά η περίπτωση του Σοτομαγιόρ δημιουργεί δικαιολογημένα πολλές υποψίες κι ερωτηματικά καθώς βρέθηκε θετικός σε κοκαΐνη (;!) –λες κι αυτό ήταν που θα τον βοηθούσε να κάνει τη διαφορά και μάλιστα σε τόσο προχωρημένη ηλικία.

Aug 1993:  Javier Sotomayor of Cuba clears the bar during the High Jump event at the World Championships at the Gottlieb Daimler Stadium in Stutttgart, Germany. Sotomayor won the gold medal in this event.  Mandatory Credit: Mike  Powell/Allsport

Aug 1993: Javier Sotomayor of Cuba clears the bar during the High Jump event at the World Championships at the Gottlieb Daimler Stadium in Stutttgart, Germany. Sotomayor won the gold medal in this event. Mandatory Credit: Mike Powell/Allsport

Τα χρόνια πέρασαν κι αυτή η γενιά αθλητών αποσύρθηκε, για να δώσει τη σκυτάλη στην επόμενη. Χτες ολοκληρώθηκε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου στο Πεκίνο κι η κουβανική αποστολή είχε ένα πολύ καλό πλασάρισμα στη γενική κατάταξη και μια πολύ καλή συγκομιδή με τρία μετάλλια (δύο χρυσά και ένα αργυρό). Τα οποία πανηγύρισε έντονα, με αυθόρμητο λάτιν ταμπεραμέντο, και πάνω απ’ όλα συλλογικά, με όλα τα μέλη σα μια γροθιά και με επικεφαλής το Χουαντορένα που έχει χορτάσει με το παραπάνω τις προσωπικές διακρίσεις σε ατομικό επίπεδο, αλλά κάνει πάντα σα να ήταν η δική του πρώτη φορά.

Hasta la victoria siempre, λοιπόν, εντός κι εκτός γηπέδων. Ο στίβος μπορεί να μην είναι η συνέχεια του πολιτικού στίβου και της ταξικής πάλης με άλλα μέσα. Στη δική μας χαρά για τις επιτυχίες της Κούβας όμως υπάρχει πάντα ένας υπολανθάνων αντιιμπεριαλισμός και μια διεθνιστική νότα. Το φίλαθλο ελληνικό κοινό δε χάρηκε μόνο για το χάλκινο μετάλλιο της Νικόλ Κυριακοπούλου στο επί κοντώ, αλλά και για την υπόλοιπη σύνθεση του βάθρου (που το συμπλήρωναν Κούβα και Βραζιλία) κι ειδικά με τη νίκη της βραχύσωμης Κουβανής Γιαρισλέι Σίλβα που κατέκτησε τους αιθέρες, αν και μόλις 1.62 στο ύψος.

Είχαμε δείξει ως λαός άλλωστε κατά πλειοψηφία το ίδιο φρόνημα και στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, το 04’. Και δεν εννοώ μόνο στον αγώνα βόλει Κούβας-ΗΠΑ, όπου οι σ/φοι Κνίτες έφτιαξαν μια καυτή αντιιμπεριαλιστική εξέδρα κι ήταν οι πραγματικοί νικητές της αναμέτρησης –παρά το ηθελημένο αρνητικό αποτέλεσμα, για να έρθει πιο ευνοϊκό σταύρωμα στη συνέχεια. Αλλά και στην τελετή έναρξης που (μολονότι δεν ήταν ιδιαίτερα προσιτή στα λαϊκά βαλάντια), υποδέχτηκε με ενθουσιασμό την κουβανική αποστολή, κρατώντας κάποιες ηχηρές αποδοκιμασίες για τους αμερικάνους που ακολούθησαν. Ή μάλλον τους estadunidenses, για να μην ξεχνιόμαστε…