• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Πόλεμος, παιδί μου. Πόλεμος!

Επιμέλεια: ofisofi  //

Η κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940 μέσα από τα μάτια ενός παιδιού στο απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Βασίλη Λιόγκαρη, Συνοικισμός Χαροκόπου.

Κάτι  παράξενοι ήχοι, πρωτοφανέρωτοι. Διαπεραστικοί κι απόκοσμοι, άγριοι και συγκλονιστικοί διασπάθιζαν την ατμόσφαιρα απ’ άκρη σ’ άκρη, ηλεκτρίζοντάς την και προκαλώντας ρίγη τρόμου, αβεβαιότητας και ανασφάλειας…

Πριν από το χάραμα, μέσα στον ύπνο το βαθύ και τ’ όνειρο το γλυκό το τελευταίο.

Ήταν αλλιώτικο το ξύπνημα κείνο το πρωί, δίχως τραγούδι και φιλί γλυκό από τη μάνα, δίχως καντήλι στο κόνισμα της Παναγιάς, δίχως την αχτίνα του ήλιου να ξεγλιστρά από τη χαραμάδα στο σκέπασμα του ντιβανιού.

Ήταν αλλιώτικο το ξύπνημα κείνο το πρωί, δίχως στη φουφού το τσαγερό, δίχως τη γαλήνη της νιογέννητης μέρας. Με τα κρεβάτια ξέστρωτα και πεταγμένα καταγής τα προσκεφάλια. Άδεια να σου παγώνει η καρδιά. Οι πόρτες ανοιχτές κι ασφάλιστες και κείνος ο τρομαχτικός ήχος της σειρήνας να περνά μέσα απ’ την ψυχή και να σε καρφώνει. Φώναξα τη μάνα κι απάντηση δεν πήρα, κι ύστερα, ακόμα πιο δυνατά κι απάντηση δεν πήρα. Κανείς μέσα στο σπίτι.

Η Αλεξάνδρα μόνο, κουλουριασμένη στα πόδια μου, να κοιμάται του καλού καιρού.

Ένιωσα ένα αίσθημα περίεργο κι έναν κόμπο να δένει στο λαιμό μου. Βγήκα ξυπόλητος με το βρακί στο δρόμο. Οι καμπάνες απ’ τη «Βαγγελίστρα» δυνατές και γρήγορες, συμπλήρωναν τον παράξενο ήχο την ώρα που’ παιρνε να σβήσει και να ξαναδυναμώνει πάλι σε μια στιγμή.

Μαύρη συννεφιά. Ετοιμόρροπη η στέγη τ’ ουρανού να βρέξει. Στην πλατεία μπουλούκια – μπουλούκια οι άνθρωποι να κουβεντιάζουν. Χειρονομίες αδέξιες και βρισιές και τρόμος κι ανησυχία και μουλωχτά καμώματα απελπισίας. Κοιτάζω να βρω τη μάνα ή κάποιον απ’ τους δικούς μου. Τρέχω στην πορτάρα. Εκεί είναι μαζεμένος όλος σχεδόν ο συνοικισμός. Ξεκρίνω τη μάνα που δεν έχει προλάβει να δέσει σε κότσο τα μαλλιά κι η πλεξίδα να κρέμεται στη μέση. Της αρπώ το χέρι και χώνομαι στη φούστα της. Μπορώ από ’κει να παρακολουθώ χωρίς να πολυτρομάζω. Φωνάζουν όλοι δυνατά, που να μην ξεχωρίζεις. Οι γυναίκες σφιγμένες σταυρωτά τις παλάμες στο λαιμό κι άλλες με χέρια ανοιχτά στην Παναγιά να βάλει το χέρι της για το κακό.

«Εγώ το ’λεγα, δε θα τ’ αποφεύγαμε», έκανε τσεβδά ο Αντωνάκης. «Θα τους πάρουμε φαλάγγι!» φώναξε ο άλλος. «Θα τους φάμε.»

– Τι είναι, μωρέ μάνα, της λέω. Τι γίνεται;

Δε μου ’δωκε απάντηση, μόνο έσφιξε το χέρι της γύρω στο λαιμό μου.

Είδα και τους Γιακουμελαίους πιο κάτω και το Μανώλη τον Αναγνώστου μαζί με τον Κώστα τον Κατουρλά να τραγουδάνε τον Εθνικό Ύμνο και να βάζουνε επ’ ώμου τα ξύλινα όπλα τους.

– Τι είναι, μωρέ μάνα, της ξαναλέω με πείσμα έτοιμος να κλάψω.

Σκύβει χαμηλά και μου λέει με πίκρα:

– Πόλεμος, παιδί μου. Πόλεμος!

Δεν ένιωσα ακόμα την τραγικότητα αυτής της μυθιστορηματικής λέξης. Της λέξης της σφεντόνας και της πετριάς, της λέξης του τενεκεδένιου τανκς με τους ψεύτικους σπινθήρες και το σιδερένιο στρατιωτάκι εφ’ όπλου λόγχη και πρηνηδόν.

Αμέσως αναθάρρησα. «Χαρά στο πράμα», είπα. «Θα πολεμήσουμε. Έλληνες είμαστε και θα νικήσουμε. Οι Έλληνες πάντα νικάνε!»

Ο πατέρας κι οι μεγάλοι μαζεύτηκαν στης κυρα – Παρθένας ν’ ακούσουν το «ανακοινωθέν». Ήταν το μοναδικό σπίτι στο συνοικισμό που είχε ραδιόφωνο. Ο κυρ – Τάσος ήταν ταξιτζής και τα οικονομούσε. Καμιά φορά, θυμάμαι, στις καλές του μας φόρτωνε όλους τους πιτσιρικάδες, μας έκανε μια βόλτα γύρω απ’ το συνοικισμό και μας ξεφόρτωνε στην πιάτσα. Γωνία Θησέως και Χαροκόπου προς το ποτάμι. Εμείς ξεφαντώναμε απ’ τη χαρά μας και λυσσάγαμε μεσ’ στ’ αμάξι. Δεν ήταν και μικρό πράμα να κάνεις μια βόλτα με ταξί.

Το ραδιόφωνο έπαιζε εμβατήρια: «Περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός», και «Αεροπόρος θα γινώ, στη γη να μην πατήσω». Ύστερα ακούστηκε το σήμα: «Τσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα.»

Έλεγε λόγια σπουδαία που δεν μπορούσα να καταλάβω.

Οι μεγάλοι, με ύφος σοβαρό, κουνούσανε το κεφάλι μελαγχολικά και μουρμουρίζανε. Άκουσα μόνο τον πατέρα να λέει: «Ασιχτίρ, τους παλιορουφιάνους.»

Έτρεξα αμέσως να συγκεντρώσω την παλιοπαρέα μου: το Γιάννη της Ροδής, τον Αλέκο της Μορφίας, τον Άγγελο, τον Τάκη, να ετοιμάσουμε τα όπλα, να κινήσουμε στον πόλεμο. Ήρθε μαζί μας και η Παρή για νοσοκόμα. Η  Σουλάραγκα, η Κική η Κεφαλού κι η Στέλλα, η Πιπιλού. Φτιαγμένος στρατός με ξύλινα ντουφέκια και σπάθα πλαγιαστή μέσ’ στο ζουνάρι, χάρτινο δίκωχο από εφημερίδα. Σημαία ελληνική και ποδάρια ξυπόλητα. Εχθροί μας τα παιδιά της πάνω γειτονιάς. Ο Στέφανος, ο Μανώλης, ο Αράπης κι άλλοι. Πρώτο ευχάριστο: Σχολείο δεν είχε. Διάβασμα δεν είχε. Όλος ο καιρός δικός μας. Ο δρόμος με τα γκρεμισμένα σπίτια ήταν στη διάθεσή μας. Είχε χαλάσματα ένα σωρό, βουναλάκια από χωματερές κι έναν ευκάλυπτο τεράστιο να χτίσουμε στα ριζά το στρατηγείο μας.

Με ξέκοψε η μάνα από το παιχνίδι να πάμε να δούμε για ψωμί. Άκουσε τις αντιρρήσεις μου, μα δε γινότανε αλλιώς. Η Ευγενία πρόσφερε πάντα τις υπηρεσίες της στην κυρα Έλλη και η Φιλίτσα στο κουρείο. Σε μένα έπεσε ο κλήρος.

Στο φούρνο του Καψάλη στη Θησέως γινότανε της κακομοίρας. Κόσμος πολύς να προσπαθεί ν’ ανεβάσει τα κατεβασμένα ρολά, να μπει μέσα ν’ αρπάξει το ψωμί. Φασαρία, κακό, βρισίδι και σπρωξιά. Η Καψάλαινα, πάνω απ’ το μπαλκόνι, με το σκύλο αγκαλιά να φωνάζει και να «οδύρεται» πως δεν είναι κατάσταση αυτή. «Κάνουμε σαν κάφροι, το ψωμί τελείωσε.»

Λυσσομανούσε το πλήθος απέξω κι όλο μεγάλωνε.

«Προλάβατε κιόλας και κρύψατε τ’ αλεύρια», φώναζε ο κόσμος.

Κι άλλοι: «Θα μπούμε μέσα…Θα τα σπάσουμε.»

Ήρθε η αστυνομία να καλμάρει τα πράματα. Έβαλε τον κόσμο στην ουρά να μοιραστεί το λίγο ψωμί που είχε απομείνει.

Έτσι, από κείνη τη στιγμή γνωρίσαμε το καινούργιο φρούτο που θα γίνει βίωμά μας και θα μας ακολουθεί σ’ ολάκερη τη διάρκεια του πολέμου: την ουρά.

Τα ίδια και στα μπακάλικα της Χαροκόπου. Στο «Ερμείον» και στου «Καρατζόπουλου». Να χαλάει ο κόσμος, πανζουρλισμός και να’ ναι κερδισμένοι οι πιο καπάτσοι κι οι πιο νταήδες.

Δε στρώθηκε το τραπέζι κείνη τη μέρα, απ’ το σούσουρο και την αναμπουμπούλα. Τις νοικοκυράδες δεν τις έβλεπε το σπίτι, απ’ το μέσα – έξω, τη φούρια και τα χιλιάδες ερωτήματα.

Πηγαινέλα στο συνοικισμό και του Χαροκόπου από άντρες που τραβούσαν για το μέτωπο. Οι γυναίκες από κοντά, κι οι μανάδες κι οι αδελφές και τα κουτσούβελα από κοντά. Αγκαλιές, φιλιά και αποχαιρετισμοί. Κλάματα, συμβουλές και υποσχέσεις.

Την έστησε και η Μερόπη, νιόνυφη ακόμα, στο πεζούλι του κήπου με το μαντίλι στο χέρι να περάσει ο Μίχος με το τραμ, για το στερνό αντίο. Φιλώντας την της φώναξε: «Να ’χεις το νου σου στο τραμ με τα δυο βαγόνια.» Περνούσανε κατάμεστα, ολούθε φασαρία. Σκαρφαλωμένοι στις πόρτες, στα πρεβάζια, στους προφυλαχτήρες. Τραγούδια και φωνές και το λεύτερο χέρι ψηλά να χαιρετάει.

Φάνηκε το τραμ με τα διπλά βαγόνια. Κρατιέται ο Μίχος σκαρφαλωμένος απ’ τα πλάγια. Με το’ να χέρι πιάνει το πρεβάζι του παραθύρου και τ’ άλλο να σηκώνει το δίκωχο. Ξοπίσω η Μερόπη μπας και προλάβει, με κλάματα στα μάτια και το μαντίλι ν’ ανεμίζει. Προλαβαίνει να του φωνάξει: «Καλό γυρισμό και με τη νίκη.»

liogarisΣουρούπωσε στο συνοικισμό. Ήρθε η νύχτα ακόμα πιο γρήγορα. Θεοσκότεινα. Μήτε ένα φως να την εμποδίσει να καταπιεί λαίμαργα δρόμους και δέντρα κι υψώματα. Μήτε ένα φως να τη γλυκάνει! Έκανα σκαστά μια τσάρκα στη Χαροκόπου. Ησυχία και σκοτεινιά. Εκεί που άλλοτε έσφιζε από ζωή. Ο δρόμος με τα χιλιάδες φώτα των μαγαζιών. Τη φωτεινή κόκκινη ρεκλάμα του «Κρυστάλ». Τα φώτα απ’ τις κολόνες του δήμου. Ο δρόμος της κίνησης. Ο δρόμος της βόλτας και του σεργιανιού. Τώρα νέκρα και παγωνιά. Να μη φαίνεται ψυχή, να μην κινείται φύλλο. Ένιωσα την καρδιά μου να ματώνει. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως πρέπει να συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό. Έτρεξα στο σπίτι φοβισμένος. Οι σειρήνες ακόμα ταλανίζουνε τ’ αυτιά μου και το γκελάρισμα απ’ την καμπάνα να μη λέει να καλμάρει. Από τότε θα’ ταν η συντροφιά μας. Θα ζούσαμε μ’ αυτά. Θα μεγαλώναμε μ’ αυτά. Μέσ’ στ’ άγρια μεσάνυχτα, μεσ’ στο λιοπύρι, μέσ’ στην καταχνιά, μέσ’ στη θαμπούρα του πρωινού. Μέσα στο χειμώνα και μέσα στην καλοκαιριά, μέσ’ στη βροχή και τον άνεμο, το κρύο και τη ζέστη. Ο τρομερός εκείνος ήχος της σειρήνας θα ξεστράτιζε μαζί μας, θα πλάγιαζε μαζί μας, θα πάγωνε μαζί μας, θα πείναγε μαζί μας. Θα φίλιωνε μαζί μας. Μεσάνυχτα πια. Στριμωχτήκαμε στο καναπεδάκι της κουζίνας  κι απ’ το στενό κι απ’ το στενό το παραθύρι π’ αγνάντευε στην Οικοκυρική Σχολή κοιτούσαμε κατά τον Πειραιά. Φεγγοβολούσε ο τόπος. Το πατιρντί απ’ το βομβαρδισμό μόλις κι έφτανε στ’ αυτιά μας. Τεράστιοι προβολείς παιχνίδιζαν στον ουρανό στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν το εχθρικό αεροπλάνο.

Άσπρα συννεφάκια απ’ τα αντιαεροπορικά που σκάγανε στον ουρανό. Καιγόταν το λιμάνι του Πειραιά, καιγόταν κι η ψυχή μας. Πού κουράγιο για ύπνο εκείνη τη βραδιά. Το κερί σβηστό. Στα παράθυρα σκούρες κουρτίνες για να μην ξετρυπώσει και χαθεί στη σκοτεινιά κομμάτι απ’ τη φλόγα. Αργότερα ντύσαμε τα τζάμια με κόλλες μπλε κι η μέρα χάθηκε για πάντα.

Νιώθαμε όλοι πολύ κοντά ο ένας στον άλλο. Ήρθαν κι οι γειτόνισσες που μέναν μόνες να νιώσουνε σιγουριά.

Λόγια πολλά θυμήθηκαν και λέγανε από τα περασμένα και κάθε στιγμή το βλέμμα στο ρολόγι και στον αγώνα του να καταπιεί τη νύχτα. Την πρώτη εκείνη νύχτα του πολέμου στις 28 του Οκτώβρη 1940.

Βασίλης Λιόγκαρης, Συνοικισμός Χαροκόπου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998,  2η έκδοση