• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Σημειώματα, επιστολές και ποίηση του Μίκη Θεοδωράκη

Επιμέλεια: ofisofi //

Ο Μίκης Θεοδωράκης συμπληρώνει σήμερα 90 χρόνια ζωής. Οι ευχές μας ας ενωθούν μαζί με όλων εκείνων που οι μελωδίες και τα τραγούδια του σημάδεψαν και ενέπνευσαν τη ζωή τους. Να είναι γερός, δυνατός και πάντα νέος στην ψυχή, στην καρδιά και στο νου. Χρόνια του πολλά και καλά.

Μια στιγμή από τη ζωή του, τη νεότητά του, με σημειώσεις και σχόλια για την τέχνη και την επανάσταση, τη μουσική, το κίνημα και ποιήματα για τον αγώνα και τον έρωτα παρουσιάζει αφηγούμενος στο δεύτερο τόμο της αυτοβιογραφίας του «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου» και μας βοηθάει να καταλάβουμε το κλίμα μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε το μουσικό του έργο.

[…Ευθύς μετά τα Δεκεμβριανά έγραψα τους «ΠΕΝΤΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ»

( Σημειωματάριο πολέμου). Το παραθέτω ολόκληρο, για να δοθεί η διαφορά από το ύφος της εποχής της Τρίπολης και, κυρίως, για το περιεχόμενο, που αποκαλύπτει τον ψυχικό και πνευματικό μου κόσμο, ευθύς μετά τη συμμετοχή σε μια κορυφαία μάχη της νεότερης ιστορίας μας.

1946. Ημιπαράνομος με τη Μυρτώ στην Ακρόπολη, μετά τον τραυματισμό στις 31.3.46, στην Ομόνοια

1946. Ημιπαράνομος με τη Μυρτώ στην Ακρόπολη, μετά τον τραυματισμό στις 31.3.46, στην Ομόνοια

«ΠΕΝΤΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ» (Σημειωματάριο πολέμου), Δεκέμβρης 1944.

Πώς βρέθηκα μεμιάς τόσο μακριά; – Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω – Πόσο εκμηδενίζεται η στιγμή – όταν κάθεσαι ανάμεσα σε δυο φώτα – Αναγκάστηκα να αμυνθώ για τη ζωή μου. – Είχε τόσο μυστικά διαρρεύσει απ’ το σώμα μου – κι είχε σκορπίσει τριγύρω μου – ώστε ήμουν δεμένος αναπόσπαστα. – Προχωρήσαμε όλοι μαζί – αναγκαστικά σφιχτοδεμένοι – με αλλαγμένες καρδιές – από στήθος σε στήθος. – Δεν είχαμε δικαίωμα να μιλήσουμε . – Γυρίσαμε σχεδόν μαζί τα μάτια – στο βάθος του ορίζοντα – Χίλια πουλιά ασύνταχτα σβήναν. – Είχαμε ήδη διανύσει περπατώντας μεγάλη απόσταση. – Στο σημείο αυτό που βρισκόμαστε – μπορέσαμε να διακρίνουμε – την κόκκινη πινακίδα. – Υποθέσαμε πως μπορεί να σημαίνει – το σύνορο που χωρίζει – το παρόν απ’ το μέλλον. – Σφίξαμε τότε το λουρί της κάσκας στο μάγουλο – προσπαθώντας να αναπνεύσουμε – με τον παγωμένο αέρα – κάποια σκέψη που ν’ αντέχει – το θλιβερό τοπίο. – Οι τοίχοι των σπιτιών – ξαποστέλνουν πίσω τρομαγμένοι – τους ήχους των βημάτων μας. – Βλέπουμε τους ίσκιους μας – να καθρεφτίζονται κουρασμένοι – στα συννεφιασμένα μάτια του ουρανού – καθώς προχωρούμε προσεχτικά – πιασμένοι χέρι με χέρι – πάνω στη γραμμή που χαράζει – το φρύδι του πολέμου.

Πίσω απ’ τις σκοτεινές πολυκατοικίες – παραμονεύει τριχωτό – το χέρι του Πολύφημου. – Είμαστε πέντε σύντροφοι – πιασμένοι χέρι με χέρι – καρδιά ξεπλυμένη στο χιόνι της νύχτας – Και τα λιβάδια της άνοιξης – ζωγραφισμένα.

Χωμένος στη λάσπη – σφίγγω στο χέρι μου την αραβίδα. – Για μια στιγμή – αισθάνθηκα το κεφάλι να ξεκολλά απ’ το σώμα μου – και να πηγαίνει σε άλλο σώμα – και μετά σε άλλο και σε άλλο – ο τόπος γέμισε με ακέφαλα πτώματα και – μόνο το κεφάλι μου γυρίζει – από σώμα σε σώμα. – Τι γινήκαν λοιπόν τα κεφάλια – των συντρόφων μου;

Τα σύννεφα δεν απέχουνε πολύ απ’ τη γη. Έχουν κατέβει. Πιστεύω πως μέχρι το πρωί δεν θα υπάρχει πια τίποτα. Θ’ αρχίσουν απ’ τις ψηλές πολυκατοικίες και τα φουγάρα των εργοστασίων στον Πειραιά. Οι τοίχοι θα λυγίσουν και σπάζουν λίγο λίγο. Έπειτα θα’ ρθεί η σειρά των σπιτιών. Τελευταία θα λιώσουν οι συνοικισμοί κι οι ξύλινες παράγκες στο Δουργούτι.

Τότε στην απέναντι γωνιά από μας – φάνηκαν τέσσερις άντρες. – Ήτανε τέσσερις άντρες της αρχαίας Αθήνας – και φορούσαν χειμωνιάτικες χοντρές χλαμύδες. – Ήταν πια καιρός – γιατί το χώμα είχε γίνει ρευστό και – τρικυμισμένο. – Περάσαμε προς το μέρος τους συρτά – κι όλοι μαζί – βλέπαμε – την Πολιτεία μας – να κλυδωνίζεται τριγύρω ακυβέρνητη και – μεθυσμένη.

Σιγά σιγά εντελώς απροσδόκητα – πλάι σ’ αυτούς τους άντρες – ανακαλύψαμε πως τα γερμανικά κράνη – κατεβασμένα πάνω στο μέτωπο – δεν μας εμπόδιζαν τώρα να δούμε – τα μάτια μας. – Η Ελένη – με χαιρετούσε στην είσοδο του πάρκου.

Όμως μάταια.- Μια βουή άρχισε να σηκώνεται – απ’ την μιαν άκρη της Πολιτείας έως την άλλη. – Βουτήσαμε τότε αμέσως κι οι πέντε – στην τρικυμισμένη θάλασσα. – Καθώς κολυμπούσαμε – για πρώτη φορά φτάσαμε στη λεωφόρο και διακρίναμε – την ατελείωτη σειρά των κρεμασμένων, – κι όλοι όμοιοι – η μητέρα μου κι η Ελένη – η μητέρα μου κι η Ελένη – η μητέρα μου κι η Ελένη – Χίλιες φορές – η μητέρα μου κι η Ελένη – κι από πάνω – περνώντας τα βλήματα των πλοίων του Φαλήρου – να σχηματίζουν – γιορτινή πολύχρωμη αλέα.

Οι τέσσερις σύντροφοι ανησύχησαν καθώς αργούσαμε – κρατούσαν γερά όμως στο πόστο μας – στις στιγμιαίες λάμψεις του πολυβόλου – μπορούσε κανείς να διακρίνει – τη λεπτή κόκκινη κλωστή που ένωνε – τις καρδιές μας.

Ο ουρανός και τα σύννεφα κατεβαίνουνε ολοένα προς την Πολιτεία. Γύρω μας η θάλασσα φουσκώνει και τα κύματα μάς κάψανε στο πρόσωπο τα μάτια. Απ’ το λόφο του Αρδηττού ακούστηκε κάποιο χωνί να σβήνει « Η Αθήνα δεν πεθαίνει. Νικά», όμως η αυγή δεν έλεγε να’ρθεί.

Ο ουρανός με τα σύννεφα καθώς κατεβαίνει έχει ακουμπήσει τις ψηλές πολυκατοικίες και τα φουγάρα των εργοστασίων στον Πειραιά. Κι η θάλασσα από κάτω ανεβαίνει και μας αρπάζει. Ξαφνικά μέσα στην τρικυμία φάνηκε ένα φως κι η φωνή σου αντήχησε δυνατή πριν προλάβει το κύμα να την αρπάξει. Ήταν τόσο γερή ώστε να μας στηρίξει για αρκετήν ώρα στην επιφάνεια. Όμως ήταν πια αργά. Τώρα ακριβώς που οι καρδιές μας ανοίγουν ξανά διάπλατα τις πόρτες τους βρέθηκε να στερέψει διαμιάς η απέραντη θάλασσα και τα κύματα γίνηκαν μαύρα πουλιά. Η φωνή σου ήταν άχρηστη πια έτσι καθώς βρισκόμαστε ξαπλωμένοι ανάμεσα στα ερείπια και οι άλλοι να περνούν και να μας πατούν

…………………………………………………………………………………………………………..

πέντε αμούστακοι στρατιώτες του Δεκεμβρίου δρασκελίσανε με τόση αγάπη το σύνορο του θανάτου.

Σε διάλειμμα της παρανομίας (1948) στο σπίτι της Νέας Σμύρνης μπροστά από το αρμόνιο.

Σε διάλειμμα της παρανομίας (1948) στο σπίτι της Νέας Σμύρνης μπροστά από το αρμόνιο.

Το σύνολο της ερωτικής μου ποίησης είναι εμπνευσμένο και αφιερωμένο στη Μυρτώ. «Όλη η σκέψη μου είναι ένα ανθισμένο κλωνάρι αμυγδαλιάς κρεμασμένο στο παράθυρό σου.» Έτσι αρχίζει το «ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ».

« Η φωνή μου σου μιλά με χίλια χρώματα και με χίλιες μυστικές ανταύγειες – κι όμως εσύ μένεις βυθισμένη στο όνειρο της ζωής σου(…) Και μην ξυπνήσεις. Δε θα’ χεις εδώ να γνωρίσεις τίποτα πιότερο απ’ ό,τι ήδη γνωρίζεις – αφού κι ο πόνος ακόμα, που σημαδεύει μ’ ένα άστρο το σκεφτικό μέτωπο της ζωής , αρνήθηκε τον εαυτό του – και γίνηκε, ως κι αυτός , απόψε χαρά!» Το Μάρτη του 1945, ανάμεσα σ’ ένα λιντσάρισμα στο Πανεπιστήμιο και μια φυλάκιση στην Καλλιθέα, έχω το κουράγιο ο αθεόφοβος να γράφω στο ποίημα « ΜΥΡΤΩ», αυτούς τους στίχους: « Είναι ακατανόητο κι όμως αληθινό, αγαπημένη, πως το σύμπαν ολάκερο κι ολάκερος ο Θεός – χωρούν στο φιλί που μου δίνουν τα υγρά σου χείλη!»

Πριν όμως συνεχίσω με τα ερωτικά, επανέρχομαι στα πολεμικά, με την ποιητική περιγραφή ενός επεισοδίου, που σας διηγήθηκα πιο πριν. Για κείνη τη νύχτα σε μια ταράτσα στην Άνω Νέα Σμύρνη. Το ποίημα έχει τίτλο

«Χριστούγεννα 1944». « Ο αγέρας κάλπαζε βαστώντας με πύρινα χαλινά τα σκοτεινά σύννεφα – Τσακισμένοι, βολευτήκαμε ο ένας πλάι στον άλλον – πάνω στο σανίδι, που είχε μυρουδιά κηδείας – Από πάνω μας τ’ αεροπλάνα της RAF- σπέρνουν στο σκοτάδι πύρινες μαργαρίτες – Οι λεύκες γέρνουν στο χώμα οργισμένες – προσπαθώντας να φτάσουν τα τανκς – που μας παραμονεύουν σιωπηλά – μέσα στη νύχτα – ο Μαργαρίτης πηγαίνει μπροστά – στη γυριστή σκάλα που οδηγούσε στη σκοπιά – Ανεβαίναμε σπρώχνοντας προς τα πάνω – με όλη μας τη δύναμη – το σκοτεινό ουρανό που μας πιέζει – Χαϊδεύω με το γυμνό δάκτυλο τη σκανδάλη του όπλου – Ο άνεμος κι η βροχή χαστουκίζουν στο πρόσωπό μου, τα περιβόλια με τα όνειρα – την αίθρια τόλμη της γενιάς μου – (…) Ήξερα τώρα, πως τα βήματα μου – πάνω στην παγωμένη πλάκα της ταράτσας – μετρούσαν τον παλμό του κόσμου». Στην «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ» , ένα κάπως εκτεταμένο ποίημα, γραμμένο στα 1946 τελειώνω ως εξής: « Το αίμα έχει σχηματίσει μια λίμνη – λίγο πιο πάνω από το μέρος που στεκόμαστε – ο μύθος της φυλής αυτής λέει πως στο βυθό της – κατοικούν τα ινδάλματα όλων των ανθρώπων – όποιος θελήσει να δει τον εαυτό του – δεν έχει παρά να σταθεί – πάνω από την ακίνητη επιφάνειά της». Βλέπει κανείς την αγωνία από την αδελφοκτόνο διαμάχη, που καθημερινά παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Ήδη, στο βάθος του ορίζοντα, αρχίζει να διακρίνεται αποκρουστικό το φάντασμα του επερχόμενου εμφυλίου. Έτσι, όλα θα κατέληγαν σε μια πελώρια λίμνη αίματος. Καθισμένοι στο πατάρι του Λουμίδη, στη Σταδίου, συζητάμε για την πολιτική κατάσταση. Όλοι μας φυσικά ΕΑΜίτες. Νέοι, ως επί το πλείστον, διανοούμενοι, καλλιτέχνες. Νεοσσοί. Ο βασικός διαχωρισμός γίνεται ανάμεσα σε δύο απόψεις. Η πρώτη: « Εμείς, σαν πνευματικοί άνθρωποι, έχουμε ανάγκη τα κρατικά μέσα για να επικοινωνήσουμε με το λαό. Το ΕΑΜ χάνει τη μάχη. Αν το ακολουθήσουμε στην πτώση του, τότε πώς θα επικοινωνούμε με το λαό, που είναι και το βασικό μας χρέος;» Η δεύτερη:

« Το πρώτο μας χρέος είναι να εκφράσουμε πιστά και σωστά το λαό. Αν το ΕΑΜ τον εκφράζει πολιτικά, τότε κι εμείς, μόνο μαζί με το ΕΑΜ, συμμεριζόμενοι τα πάθη του λαού, μέσον των παθών του ΕΑΜ, θα μπορέσουμε, αν και εφόσον επιζήσουμε, να εκφράσουμε καλλιτεχνικά το λαό. Το πρόβλημα της επικοινωνίας έρχεται μετά…».

Ύστερα από λίγους μήνες βρεθήκαμε οι μισοί στις εξορίες και οι μισοί στην Αθήνα, στα σπίτια τους, έως ότου, τους περισσότερους η αντιδραστική εξουσία, μέσον του κράτους – Σειρήνα, εξαγόραζε τη φρονιμάδα τους με την ψυχή τους. Μέσα από τις σκέψεις και τα ποιήματα, εγώ προετοίμαζα να σταθώ πάνω από τη λίμνη του αίματος , προκειμένου να δω το πρόσωπό μου. Να είμαι, δηλαδή , εγώ ο ίδιος και όχι ένας άλλος. Κάθε εποχή έχει, φυσικά, το δικό της τίμημα. Θα σου ζητούν πάντα να σταυρωθείς για να αναστηθείς. Όμως, εκείνον τον καιρό, ναι – ο μόνος τρόπος για να μείνεις πιστός στον εαυτό σου ήταν να διαλυθείς μέσα στους άλλους , που εκείνην τη στιγμή το’ παιζαν κορόνα γράμματα με την ιστορία. Θα μου πείτε: « Και τι έγινε; νικήσαμε; φτάσαμε στην Ιθάκη;» Την απάντηση την έχει δώσει προ πολλού ο ποιητής. Σημασία είχε το «ταξίδι». Η απόφαση που παίρνεις εσύ ο ίδιος και που σε εκσφενδονίζει στο κέντρο του ηφαιστείου. Γίνεσαι τότε ένα με τη λάβα. Και αν επιζήσεις, τότε θα έχεις πολλά και σημαντικά να διηγηθείς στους ανθρώπους. « Η λέξη ‘ευαισθησία’ είναι κάτι που ταιριάζει – στους ώριμους καρπούς που πλημμυρίζουν από ζωή – πολύ περισσότερο αν είναι μητρικό στήθος – παρ’ ότι αν είναι μια φωνή που σε καλεί σε βοήθεια – Εξάλλου οι αναθυμιάσεις αυτές του αίματος – δεν μπορούν ν’ αφήσουν ασυγκίνητο ούτε ένα μικρό σπόρο σταριού – Ήδη τρώγοντας ψωμί – τρέφεις τις σάρκες σου – με πόνους και χρέη»( « Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ»).

Μαζί με το Διόνυσο , σύμβολο της βιολογικής και πνευματικής μέθης, η επαφή με τη γη, η αγάπη για το χώμα και τη βλάστηση, ξανάρχονται τώρα μέσα μου από έναν άλλο δρόμο, από κείνον της Τρίπολης. Η φύση, τότε, ήταν το άλλο πρόσωπο της μεταφυσικής, δηλαδή της μόνης αλήθειας και πραγματικότητας. Υπήρχε μια προσπάθεια για μια ριζική μεταστροφή. Σκληρή και απεγνωσμένη, θα’ λεγα, προσπάθεια, γιατί ο πραγματικός μου εαυτός έχοντας ανακαλύψει πια σαν κύριο όργανο έκφρασης τη μουσική σύνθεση, βυθιζόταν όλο και σε πιο απομακρυσμένες πνευματικές και ψυχικές περιοχές από τους ανθρώπους, τους φίλους, τους συντρόφους. Ο διχασμός γινόταν ουσιαστικότερος. Βαθύτερος. Η αποξένωση τραγικότερη. Ακόμη και οι συνάδερφοί μου στο Ωδείο – εκτός σπανίων εξαιρέσεων, όπως , λ.χ., ο Τάτσης Αποστολίδης, που ήταν πολύ κοντά μου – κατανοούσαν και πίστευαν τότε στα έργα, κυρίως μουσικές δωματίου, που τότε οι ίδιοι τα έπαιζαν. Ακούω σήμερα τα « ΕΝΤΕΚΑ ΠΡΕΛΟΥΔΙΑ» για πιάνο, γραμμένα το 1947, λίγες βδομάδες μόλις πριν με πιάσουν, και σκέφτομαι πόσο μπροστά κατόρθωσα τελικά να οδηγήσω τη μουσική μου έκφραση και τα εκφραστικά μου μέσα. Κι όμως κανείς δεν τα κατάλαβε. Κανείς δεν τα’ παιξε. Έπρεπε να περιμένω πάνω από τριάντα πέντε χρόνια για να τα ανακαλύψουν τρεις θαυμάσιες Ελληνίδες πιανίστες, η Τόμπρα, η Μουζάλα και η Καρρά. Ακούγοντας το έργο αυτό και τοποθετώντας το στην Αθήνα του 1947, και μάλιστα στην Αθήνα του ΕΑΜ του 1947, θα κατανοήσετε την τραγική μοναξιά μου.

Το ίδιο ισχύει και για το «ΤΡΙΟ» και ένα σωρό άλλα συμφωνικά έργα, που θα δούμε παρακάτω. «Θυμάμαι πως μου είπες μια λέξη – κι εγώ έκοψα λίγο χορτάρι – με τις ρίζες νωπό χώμα – να τρίψω την καρδιά μου να ευωδιάσει.» Είναι οι πρώτοι στίχοι από το εκτεταμένο ποίημα με τίτλο «ΕΤΣΙ ΜΥΡΙΖΕΙ ΤΟ ΧΩΜΑ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΙΚΡΗ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΒΡΟΧΗ». Θυμάμαι, σαν και τώρα, στη Λέσχη της ΕΠΟΝ το Ρίτσο να λέει: « Θεέ μου, τι μεγάλος τίτλος!» Και με το δίκιο του.

Και για να ξαναγυρίσω στην ερωτική ποίηση. « Ξέρεις τις μικρές ανεμώνες που φυτρώνουν τον Απρίλη; – θα’ θελα πολύ να στις αραδιάσω πλάι – πλάι – μέσα σ’ ένα ουρανί πλαίσιο – Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να σου εκφράσω τα όνειρα που με δέρνουν για σένα.» Φαίνεται ότι μονάχα ο έρωτας ήταν ικανός να με σώσει από την τραγική αντίφαση που οδηγήθηκα άθελά μου. Εγώ, ο εραστής των άστρων, ο αιθεροβάμων, να είμαι βουτηγμένοςς ως το λαιμό μέσα στη λάσπη και στο αίμα, που σηκώνουν θάλασσα γύρω μας τα πάθη των ανθρώπων. Στο μάθημα μαρξισμού, με το Μήτσο Παρτσαλίδη, στην οδό Ερμού, έκανα την εξής πρόταση : « Να δοθεί γραμμή να πάνε τα μέλη μας στο Ωδείο Ηρώδου ν’ ακούσουν την «ΕΝΑΤΗ», που είναι αυτό κι αυτό…». και ο τιμημένος ηγέτης απάντησε: « Μα για Μπετόβεν είμαστε τώρα, σύντροφε;» Υπονοώντας, προφανώς, ότι ο Μπετόβεν είναι ένα «στοιχειό» τόσο απομακρυσμένο από την «πάλη του λαού», όσο και ένα πολικό άστρο. Έτσι, μια άλλη μέρα, όταν δίδασκε πάλι ο ίδιος «καθηγητής», ακούγοντας τη «ΣΕΡΕΝΑΤΑ» του Σούμπερτ από το απέναντι σπίτι άφησα την ψυχή μου να πετάξει σαν ένα κόκκινο μπαλόνι. Μέθυσα από τα ύψη και τις ομορφιές και ζητώντας ξαφνικά το λόγο, είπα: « Σύντροφε, άκουσα τη

«ΣΕΡΕΝΑΤΑ» του Σούμπερτ και μάτωσε η καρδιά μου. Δεν κάνω για επαγγελματικό στέλεχος. Θα μείνω πιστός. Θα είμαι στην πρώτη γραμμή…Όχι όμως επαγγελματικά…Ανήκω αλλού…».

Υποσχέθηκα να μην επεκταθώ σ’ αυτήν την αφήγηση σε καταστάσεις και προβλήματα ιδεολογικοπολιτικά. Μονάχα στα αναγκαία, για να κατανοηθεί κύρια το μουσικό μου έργο. Μιλώντας όμως για τραγικό διχασμό, βάζουμε αυτομάτως αντιμέτωπη τη Μουσική με την Επανάσταση. Ήταν έτσι; Βλέπετε ότι η ίδια η φύση μου, ως καλλιτέχνη και επαναστάτη, έβαζε και βάζει επί τάπητος το πρόβλημα των σχέσεων Τέχνης και Επανάστασης. Ή, με άλλο όνομα, της πολιτικής και της πολιτιστικής επανάστασης. Δεν πρόκειται λοιπόν για ένα αφηρημένο συλλογισμό, αλλά για μια βιωματική αναγκαιότητα, που μην μπορώντας να λυθεί – τι λέω να λυθεί; ούτε να εκφραστεί! – στην πράξη, αισθανόμουν και αισθάνομαι να διχοτομούμαι. Να είμαι ξένος στον εαυτό μου. Όταν ο εαυτός μου είναι ο αγωνιστής, να είναι ξένος ο μουσικός.

Πάσχα 1949. Επισκεπτήριο στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο με τη Μυρτώ και τον πατέρα του, μετά την επίσκεψη Παπάγου και το ολονύχτιο ξύλο

Πάσχα 1949. Επισκεπτήριο στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο με τη Μυρτώ και τον πατέρα του, μετά την επίσκεψη Παπάγου και το ολονύχτιο ξύλο

Και όταν γίνεται μουσικός, να είναι ξένος ο αγωνιστής. Κι αυτό γιατί, και τότε και τώρα, το αριστερό μας κίνημα, για χίλιους δυο λόγους, με την Τέχνη έχει σχέσεις …κοινωνικές. Απλώς, ζουν και οι δυο στην ίδια πόλη. Να μην πουν κάπου κάπου καμιά «καλημέρα»; Δίκαια, λοιπόν, και ενώ είμαι απ’ τη μια μεριά ψυχή τε και σώματι αφοσιωμένος στον Εκπολιτισμό της Αθήνας, ενώ από την άλλη συνθέτω το «ΤΡΙΟ», να προσπαθώ να σωθώ απ’ τον έρωτα:

«ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΜΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ ΑΠ’ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ» ο τίτλος είναι χαρακτηριστικός. Ποιος θα με κατηγορήσει; Ο « Ριζοσπάστης» μήπως δεν έγραφε , την επομένη της διαδήλωσης για την «αποχή», για μένα « ένας φοιτητής νεκρός;» Άρα, δεν είχα καμιά προκατάληψη να μη λυτρωθώ μέσα στο « κίνημα». Να όμως που οι προβοσκίδες του καλλιτέχνη έπιαναν τότε, όπως και σε άλλες εποχές, μηνύματα μυστικά και απόκρυφα για τους άλλους.

«Το στήθος μου επλάτυνε πολύ για να χωρέσει – το μικρό αυτό γιασεμί που έσπειρες – με τα λεπτά σου δάκτυλα αυτήν τη νύχτα – στην καρδιά μου – Δεν σ’ έβλεπα καθόλου – δεν μπορούσα να σε διακρίνω – μέσα σε τόσο σκοτάδι – τα μάτια σου όμως τα ένιωθα – πάνω σ’ όλο μου το δέρμα να με διατρέχουν – σαν τα κοπάδια της Πίνδου – και μπορούσα να μαντέψω ακόμα – τους μικρούς Νάρκισσους πεσμένους – πάνω από τα πρασινόγκριζα νερά τους – Δεν ήμουν πια μόνος – αιχμάλωτος αυτής της σκοτεινής δυστυχίας – Πλάι μου άρχισε ήδη να φουντώνει – η πυρκαγιά που άναψες εκείνο το βράδυ – τρίβοντας με δύναμη το γέλιο σου – πάνω στην ανώμαλη επιφάνεια της καρδιάς μου – όπως κάνουν στα ανήσυχα δάση – της Κεντρικής Αφρικής – Τώρα κατάλαβες κι εσύ πόσο κοντά μου – είναι αυτή η φωτιά ώστε να κινδυνεύω – να γίνω στάχτη – Έτσι όμως που μ’ έχεις ποτίσει με κρασί και με γάλα – με χαρά κι εμπιστοσύνη – πιστεύω πως θα γίνω μια γόνιμη στάχτη – Θέλω λοιπόν να με σκορπίσεις – στις ρίζες των μικρών καρδιών – που ονειρεύονται έναν παρόμοιο θάνατο – Θ’ ανάψω παντού πυρκαγιές – θα κάνω ν’ ακούγεται παντού – το πύρινο γέλιο σου – Αμφιβάλλω όμως αν οι φωτιές μου – φτάσουν το φως τόσο ψηλά – που ανεμίζεις τη σημαία των ματιών σου – Θα ζήσουν λοιπόν οι άνθρωποι ακόμα – ανυποψίαστοι πως υπάρχουν – σαν τρομαγμένα πλοία που τσακίζονται – στους βράχους – κι οι μικροί Νάρκισσοι πεσμένοι – πάνω από την πρασινόγκριζη επιφάνειά τους – θα εξακολουθούν να πνίγονται γεμάτοι έκσταση – προσπαθώντας να ανακαλύψουν το βυθό – που υποβαστάζει – τόση απλότητα και αγάπη- συμπυκνωμένη.»

Γιατί τάχα αυτό το συναίσθημα της αυτοκαταστροφής; Η Μυρτώ, που ως τότε ήταν φανατικιά ΕΠΟΝίτισσα, μπροστά στο δικό μου πάθος άρχισε να φοβάται. Γινότανε κάθε μέρα και πιο συντηρητική. Ήταν ήδη τριτοετής στο Πανεπιστήμιο. Οι συνάδελφοί της, επίδοξοι γιατροί, έκαναν τα επαγγελματικά τους όνειρα. Που όλα φυσικά κατέληγαν σ’ ένα ιατρείο γύρω απ’ το Κολωνάκι. Δε μου το’ λεγε, όμως το ένιωθα ότι μαζί μου είχε πρόβλημα. Τι θα κάνουμε στο μέλλον; Από τους φτωχότατους γονείς μας δεν μπορούσαμε να περιμένουμε καμιά βοήθεια. Εμείς εξάλλου εξακολουθούσαμε να μένουμε στο σαλόνι του θείου Αντώνη, ο ένας πάνω στον άλλον, μην έχοντας τη δυνατότητα ούτε να νοικιάσουμε κάπου δυο δωμάτια. Τέλος του ’46, ο Συνεταιρισμός έκλεισε και βρέθηκα χωρίς δουλειά.

Η μόνη μου ελπίδα το δίπλωμα Αρμονίας. Ίσως μ’ αυτό να διοριζόμουν κάπου καθηγητής της μουσικής. Να όμως που δίνω εξετάσεις και με κόβουν! Η πολιτική μάχη έχει μεταφερθεί και μέσα στο Ωδείο Αθηνών. Οι Χίτες μαθητές μπαίνουν ένοπλοι. Από την άλλη πλευρά πρέπει να οργανωθούμε, για να μη μας πετάξουν έξω. Διεκδικούμε το χώρο με καθημερινές συγκρούσεις. Σαν αρχηγός των αριστερών, ενοχλώ τη διεύθυνση και τους καθηγητές μου. Έτσι με απορρίπτουν και δε μου δίνουν το δίπλωμα. Γιατί, παρακαλώ; Γιατί στις εξετάσεις τις ιστορίας δε γνώριζα την ύπαρξη του κυρίου Χαϊνίχεν: Ποιος είναι αυτός; Ένας συνθέτης – φυσικός που διαδραμάτισε μεγάλο ρόλο στο συγκερασμό του τόνου. Όπως ίσως ξέρετε, ο τόνος υποδιαιρείται σε εφτά ίσα μέρη. Πράγμα που σημαίνει ότι μεταξύ του ΝΤΟ δίεση και του ΡΕ ύφεση υπήρχε μια έβδομη διαφορά. Για να διαιρεθούν τα εφτά σε τρισήμισι και τρισήμισι πέρασε ένας αιώνας προσπαθειών. Ο καημένος ο κύριος Χαϊνίχεν – βασικά φυσικός – συνέτεινε αποφασιστικά σ’ αυτό. Όμως εκείνος που εδραίωσε το νέο σύστημα ήταν ο Μπαχ, με τα περίφημα « πρελούδια και φούγκες για ένα καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο».

Έχοντας χάσει το δίπλωμά μου για τον κύριο Χαϊνίχεν, αναγκαστικά τον έμαθα καλά. Και βρήκα άμεση αντιστοιχία, ανάμεσα σ’ αυτόν και ορισμένους σημερινούς μαθηματικούς – φυσικούς συνθέτες. Έτσι μια μέρα περπατώντας στην avenue de l’ Opera στο Παρίσι, θα΄λεγα σ’ έναν από αυτούς: « Είσαι σαν το Χαϊνίχεν. Προετοιμάζεις το έδαφος για κάποιο μελλοντικό Μπαχ». Πώς θέλετε να με αγαπούν αυτοί οι άνθρωποι, όταν τους χτυπάς πάνω στο αδύνατο τους σημείο; Άλλο η φυσική και άλλο η μουσική, κύριε Χαϊνίχεν. Συμβολική λοιπόν και η απόρριψή μου. Για κάποιον που δε θα μπορούσα ποτέ να του μοιάσω . Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει. Και άμεσα και μελλοντικά. Ας είναι καλά ο Μενέλαος Παλλάντιος , που μίλησε για μένα στον ιδιοκτήτη του ΛΥΚΕΙΟΥ « ΑΘΗΝΑ», που με διόρισε έστω και χωρίς δίπλωμα. Έτσι έγινα καθηγητής στη μουσική. Τότε το σχολείο ήταν στην πλατεία Βικτωρίας. Το μεσημέρι έτρωγα ένα σάντουιτς στην τάξη, για να μελετώ πιάνο. Και μετά υποδεχόμουνα τα αγόρια και τα κορίτσια (προπαντός) που έρχονταν να σπάσουν πλάκα με το μάθημα της μουσικής.

mikis28eΜαταίως προσπάθησα να υψώσω τον τόνο, μιλώντας τους για τους μεγάλους συνθέτες και τις μεγάλες φόρμες. Υπήρχε διάχυτη η προκατάληψη. Τα κορίτσια , λίγο μικρότερα από μένα, έπαιρναν πόζες και εκφράσεις βαμπ, για να με γοητεύσουν. Ήταν ένα φανερό ερωτικό παιχνίδι με μπαγκράουντ την πλάκα. Είχα γράψει μερικά σχολικά τραγούδια. Ένα από αυτά, σε ποίηση του Βασίλη Ρώτα, ήταν ο « Κόκοράς μας». Στο μέσον του τραγουδιού, κάποια από τις «μοιραίες» φωνάζει «κουκουρίκου». Οπότε την πλησιάζω και της αστράφτω ένα χαστούκι. Μονομιάς η τάξη ησύχασε. Μερικοί με κοίταζαν με θαυμασμό. Τι συμπέρασμα να βγάλω; Δεν κράτησε πολύ το καθηγητιλίκι. Μόνο λίγους μήνες , γιατί τον Ιούλιο του 1947 με πιάσανε. Αυτήν τη φορά για εξορία. Ήδη το μουσικό κατεστημένο, με επικεφαλής τον ίδιο το Δάσκαλό μου, με τιμωρούσαν για τις ιδέες μου.

Μια βδομάδα πριν, πήγα να συναντήσω τον κύριο Φαραντάτο, πιανίστα, διευθυντή του Ωδείου Αθηνών, και διευθυντή του μουσικού τμήματος του ΕΙΡ. Απόρησε για την επίσκεψή μου. Νόμιζε ότι θα διαμαρτυρηθώ, γιατί αυτός μου υπόβαλε την ερώτηση « Χαϊνίχεν». Εγώ όμως πήγα για να του δώσω τα «ΠΡΕΛΟΥΝΤΙΑ» για πιάνο, που μόλις είχα τότε συνθέσει. Τα κοίταξε, με κοίταξε και μου τα γύρισε πίσω.Έτσι βοηθούσαν τότε οι μεγάλοι τους μικρούς. Συμβουλευόμενος τα χαρτιά μου, ανακάλυψα μερικές επιστολές με το πρόβλημα της απόρριψής μου στις εξετάσεις. Απευθυνόμενος στο Φαραντάτο γράφω: « Το γεγονός ότι κανείς από την εξεταστική επιτροπή δεν είχε καν υπόψη του τον πρώτο μουσικό που εφήρμοσε το συγκερασμένο σύστημα, το Δαβίδ Χαϊνίχεν, μου δίνει το δικαίωμα να ερωτήσω την επιτροπή: Με τι δικαίωμα με απορρίπτουν επειδή δεν ήξερα τον Γκρετρύ, όταν αυτή αγνοεί έναν επίσης μουσικό σημασίας , το Χαϊνίχεν;» Επομένως τα πράγματα είναι αντίστροφα απ’ ό,τι σας τα αφηγήθηκα. Εγώ γνώριζα το Χαϊνίχεν και όχι η επιτροπή.)

Η ζωή μου – η μουσική μου καριέρα – παίχτηκαν μεταξύ Γκρετρύ και Χαϊνίχεν. Νίκησε ο Γκρετρύ και μαζί του, η σοφία και η δύναμη του ελληνικού μουσικού κατεστημένου. Το ότι είμαι ένας φτωχός βιοπαλαιστής που τόλμησα να αφήσω τη δυστυχία και να αφοσιωθώ μ’ όλη μου την ψυχή στη μουσική , αυτό δε σας συνεκίνησε. Δε θέλω να πω πως ήθελα να μου φερθείτε με επιείκεια. Γνωρίζω όμως ότι μου φερθήκατε με αδικία.

Τον Ιούνιο, ένα μήνα πριν από τη σύλληψή μου, έγραψα στο Δημήτρη Μητρόπουλο. Δεν είμαι βέβαιος όμως αν του έστειλα την επιστολή. « Προ ημερών έδωσα εξετάσεις για πτυχίο. Με χτύπησαν όμως με εμπάθεια και φανατισμό(..). Η περίπτωση αυτή αντανακλά, ως ένα σημείο, το κατάντημα της μουσικής ηγεσίας στην πατρίδα μου. Η μουσική σήμερα στην Ελλάδα έγινε σχεδόν μια επιχείρηση εμπορική, με αφεντικά τους επιτήδειους και πονηρούς, και με σκλάβους τους τίμιους και ικανούς εργάτες της τέχνης.»

Στο μεταξύ το αντάρτικο άρχισε να φουντώνει για καλά στα βουνά. Όσο η τρομοκρατία θέριευε, τόσο οι αγωνιστές αποφάσιζαν να τους αντιμετωπίσουν με το όπλο στο χέρι. Όλα γίνονταν, λες και κάποιος σιδερένιος εγκέφαλος καθοδηγούσε τα γεγονότα. Το ΚΚΕ, το ΕΑΜ, ο «Ριζοσπάστης», όλα νόμιμα και νόμιμοι στην Αθήνα. Στα βουνά, ο πόλεμος. Σχιζοφρένεια. Αρχές του ’47, ετοιμάζονταν να μας επιστρατεύσουν. Τα παιδιά μάς ρωτούν: « Τι να κάνουμε;» Το κόμμα λέει: « Να παρουσιαστείτε, να παλέψετε μέσα από το στρατό». Αυτά έλεγα στους άλλους. Όμως εγώ έξυσα τις ημερομηνίες στην ταυτότητά μου και τις άλλαξα. Δεν πίστευα ότι θα μπορούσα να δράσω μέσα από τον εθνικό στρατό. Προτιμούσα να βγω στο βουνό.

Συναντώ τον Πίνδαρο, κομματικό υπεύθυνο, με παραμορφωμένη τη μύτη από σφαίρα, πλάι στον κινηματογράφο « Ορφέα». « Όχι, μου λέει. Δε θα πάμε στο βουνό. Το κόμμα πιστεύει ότι η κύρια μάχη θα δοθεί εδώ, στην Αθήνα. Από δω ξεκινούν οι εφεδρείες του εχθρού. Εδώ είναι οι μηχανισμοί του.» Εμένα όμως η ψυχή μου πετούσε μακριά – πλάι στους μαχητές του καινούργιου αντάρτικου. Στους κόρφους των προαιώνιων βουνών μας. Απευθύνομαι στον ΟΛΥΜΠΟ και του γράφω ( το Φεβρουάριο του 1947): « Αν έμεινες ξαφνικά τόσο έρημος κι εγκαταλελειμμένος – από τις φωνές που χρωμάτιζαν τον ορίζοντα – σου’ χαν απομείνει σύντροφοι πιστοί τα γέρικα έλατα – και η πολύχρωμη μεταμόρφωση της Άνοιξης – Ήσουν ένας καλόγνωμος πατέρας – με σγουρά γένια κι ολόισιες σκέψεις – και θυμάσαι που καλούσες – τους αχτένιστους βοριάδες της Θράκης – να κρατούν φουντωμένες τις φωτιές που φυτρώνουν – στις καρδιές των αμέτρητων παιδιών σου – Μιλούσες ήσυχα με τον Ήλιο για με τη Νύχτα – καθώς γέμιζες με κόκκινους σπόρους – τις φτερούγες των πουλιών – Κι εκείνα τρέχαν χαρούμενα να τους σκορπίσουν – στις τέσσερις γωνιές της γης μας – Φυτρώναν από κάθε σπόρο δέντρα με κόκκινα μήλα – κι όσοι τρώγαν γίνονταν παιδιά σου. – Ήσουν πατέρας μας – έπρεπε να ξαναρθούμε κοντά σου – να συνάξουμε τα τρομαγμένα πουλιά – να βάψουμε ξανά πολύχρωμο τον ουρανό – με τα τραγούδια μας – Σ’ ακούσαμε πάλι να κουβεντιάζεις ήρεμα – με τη Νύχτα και με τον Ήλιο – καθώς βλέπαμε να’ ρχονται από κάθε μονοπάτι – τις ρόδινες λαχτάρες του κόσμου – και ν’ απευθύνονται στα γόνατά σου – Είμαστε τώρα δυο φορές παιδιά σου – κι οι φωτιές μας που φλογίζανε τον ουρανό – οδηγούν απ’ το ψηλό σημείο – τα τρομαγμένα πλοία – στο γαλήνιο λιμάνι της άνοιξης».

Μίκης Θεοδωράκης Οι δρόμοι του Αρχάγγελου . Αυτοβιογραφία. τ. 2, Κέδρος 1987

( Οι φωτογραφίες από το βιβλίο)