• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

«Σκυλάδες» και ψευτοκουλτουριάρηδες αιχμάλωτοι των “like”

Γράφει ο Οικοδόμος //

Όποιος γράφει δημόσια εκτίθεται, με την έννοια του ότι δεν μπορεί να κρυφτεί απ’ όσους τον διαβάζουν, δεν μπορεί να τους κοροϊδέψει, να τους πλασάρει ένα πρόσωπο το οποίο δεν έχει. Αυτό συμβαίνει ειδικότερα με αυτούς που η έκθεσή τους έχει κάποια διάρκεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι απόψεις κάποιου δεν μπορεί να διαφοροποιηθούν ή και ν’ αλλάξουν ή ακόμα και να «μετακινηθεί» η οπτική με την οποία προσεγγίζεται ένα θέμα. Αναλόγως με τις διαμορφούμενες συνθήκες αλλάζουν συχνά και οι άνθρωποι. Είναι σημαντικό να εστιάζουμε πώς και γιατί μεταβάλλονται οι συνθήκες και ποιοι ωφελούνται ή χάνουν κάθε φορά. Είναι εξίσου σημαντικό, ανάμεσα σ’ αυτές τις αλλαγές, να μη χάνουμε το στόχο, γιατί, αν χαθεί ο στόχος, μπορεί να συμβεί να στεκόμαστε στην αντίθετη πλευρά από αυτή που φωνάζουμε ότι υπηρετούμε. Σε κάθε περίπτωση η στάση μας δεν μπορεί να είναι εχθρική απέναντι στην μεγάλη πλειοψηφία που –σήμερα- στέκεται στη λάθος (όχι στην απέναντι) πλευρά.

Με προηγούμενο σημείωμά μας που γράφτηκε με αφορμή τον τραγικό θάνατο του τραγουδιστή Παντελή Παντελίδη, «συμμετείχαμε» σε έναν γενικότερο διάλογο που αναπτύχθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και εκτυλίχτηκε σε ιστοσελίδες, μπλογκς, «τοίχους» και αλλού. Όπως συνηθίζεται άλλωστε, γράφτηκαν απόψεις με επιχειρήματα, εκτοξεύτηκαν αφορισμοί και υπερβολές, εκδηλώθηκαν και τάσεις ανθρωποφαγίας.

Κάποιοι είπαν ότι ξεπλένουμε τον Παντελίδη και αυτό που υπηρέτησε. Ο Παντελίδης «έφυγε» και αν θέλουν (οι κάποιοι) να τον κατασπαράζουν και νεκρό, εμείς δεν θα τους κάνουμε τη χάρη να συμμετέχουμε. Με αφορμή όμως τον γενικότερο διάλογο (ή «διάλογο») που αναπτύχθηκε τις τελευταίες μέρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα σταθούμε σε μερικά ζητήματα που τα θεωρούμε σημαντικά.

Η διαδικασία εδραίωσης της εξουσίας του συστήματος μέσα από την απονεύρωση και αποδόμηση κάθε τι αντίθετου προς αυτό (κάτι που ισχύει από τις πρώτες μέρες της ύπαρξής του), παραμένει παραδοσιακή μόνο ως προς τον σκοπό της. Στις μέρες μας χρησιμοποιείται η τελευταία λέξη της τεχνολογίας, με το διαδίκτυο στην αιχμή του δόρατος της επίθεσης. Μπορεί το διαδίκτυο να είναι μια κατάκτηση της επιστήμης και της τεχνολογίας, αλλά, όπως συμβαίνει και με τις άλλες ανακαλύψεις και επιτεύγματα, σημασία έχει στην υπηρεσία τίνος μπαίνουν και ποιους κυρίως ωφελούν. Με λίγα λόγια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι παρά ένα πολύτιμο πολυεργαλείο που με αυτό στα χέρια του το σύστημα «μαστορεύει» συστηματικά και μεθοδικά την αλλοίωση και (δια)φθορά των συνειδήσεων· ακόμα και αυτών που θεωρούν ότι τα έχουν λυμένα αυτά… και δεν κινδυνεύουν.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φτιάχνουν είδωλα και πιστούς, ανεβάζουν και κατεβάζουν πρόσωπα και συλλογικότητες, χτίζουν και γκρεμίζουν καριέρες, κατασκευάζουν «επώνυμους» και «αστέρια» και μπορούν να ρίξουν στον καιάδα αυτόν που θα στοχοποιήσουν. Λειτουργώντας με μια επίφαση δημοκρατικότητας όπου ο καθένας φαινομενικά μπορεί να λέει ελεύθερα τη γνώμη του, να ασκεί κριτική και να εναντιώνεται ακόμα και στο σύστημα, το τελευταίο, όσο δεν κινδυνεύει… αφήνει όλα τα λουλούδια ν’ ανθίσουν. Έτσι, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν παράλληλα και ως βαλβίδα αποσυμπίεσης της οργής και της αγανάχτησης των καταπιεσμένων και ως «φέρων οργανισμός» μιας ψευτοεπαναστατικότητας, που συνήθως γεμίζει τους εκφραστές της με την ψευδαίσθηση της εκπλήρωσης κάποιου -προοδευτικού (;), αριστερού (;), επαναστατικού (;), ταξικού (;)- καθήκοντος. Αν πάρουμε ως δεδομένο ότι το ταξικό καθήκον δεν εξαντλείται στην πληκτρολόγηση τσιτάτων ή -στην καλύτερη περίπτωση- μερικών παραγράφων δομημένου λόγου, μπορούμε να συνεχίσουμε.

Παρακάμπτοντας τις κακόβουλες ενέργειες (πχ «τρόλινγκ»), δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στην επιφανειακή προσέγγιση που κατά κανόνα ισχύει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πολλές φορές δεν έχει σημασία τι γράφει κανείς, αλλά τι είναι διατεθειμένος να διαβάσει ο κάθε αποδέκτης. Αυτό ξεδιπλώνεται ιδιαίτερα στους διαλόγους κάτω από τις αναρτήσεις. Τα ουσιώδη σχόλια και η αντιπαράθεση με επιχειρήματα χάνονται συνήθως ανάμεσα σε παράλληλους μονολόγους, εκθέσεις «ιδεών» ή σχόλια τύπου «ό,τι του φανεί του λολοστεφανή». Ο καθένας μπορεί να γράψει και ό,τι ανοησία του κατέβει στο κεφάλι, να εκφράσει και την ψυχολογική του κατάσταση, να εκδηλώσει και την εμπάθειά του, -και- να διαστρεβλώσει, -και- να πουλήσει μούρη («δημοκρατία» δεν έχουμε άλλωστε;).

Τον τόνο σε αυτή τη διαδικασία τον δίνει η αποδοχή (από τους άλλους) όπως μετριέται πχ από το… πόσοι αντίχειρες δείχνουν τον ουρανό (εικονίδιο «Μου αρέσει» στο facebook). Έτσι, η αποδοχή και η «επιτυχία» κάποιου (συντάκτη ή σχολιαστή) εξαρτάται από τα πόσα «like» έχει συλλέξει σε σχέση με κάποιον άλλο. Το αποτέλεσμα είναι να παρακολουθούμε συχνά έναν αγώνα δρόμου, όπου τη θέση του διαλόγου παίρνει η ανταλλαγή πυρών ή η επίδειξη κάποιων ικανοτήτων (σαν τα παγώνια που περιφέρουν τον εντυπωσιακό χρωματισμό των φτερών τους και όταν ανοίξουν το στόμα τους…) που υποδαυλίζεται αναλόγως και από την –μετρήσιμη με like- «αποδοχή». Διαμορφώνεται έτσι και ένα ιδιότυπο «σταρ-σίστεμ» που όσοι το αποδέχονται και συμμετέχουν σ’ αυτό γίνονται αιχμάλωτοι της εικόνας που έχουν οι άλλοι γι’ αυτούς. Έτσι βλέπουμε συχνά να εμφανίζονται ως στρατηγοί κάποιοι τύποι που χωρίς «like» η θέση τους θα ήταν… να καθαρίζουν κρεμμύδια στα μαγειρεία. Όμως, όπως είπαμε και στην αρχή, όσο και να προσπαθήσει κάποιος να κρυφτεί δεν θα το καταφέρει για πολύ. Είναι ζήτημα χρόνου ν’ αποκαλυφτεί, διότι αυτό που κουβαλάει μέσα του ο καθένας στο τέλος υπερισχύει όλων των άλλων και βγαίνει στην επιφάνεια.

Δεν κινδυνεύει η εργατική τάξη και η ιστορική αποστολή της από τους ακροατές του Παντελίδη. Θα λέγαμε ότι περισσότερο κινδυνεύει από κάποιους που παρουσιάζονται ως υπερασπιστές της, αυτοπροβάλλονται ως θεματοφύλακες της αισθητικής και στ’ όνομά της διαχωρίζουν ή τσουβαλιάζουν (με την ίδια ευκολία, κατά το δοκούν) αντιπάλους και εχθρούς, που ανακαλύπτουν ή κατασκευάζουν οι ίδιοι. Οι ψευτοκουλτουριάρηδες δεν τολμούν να διανοηθούν ότι ένας λαϊκός άνθρωπος μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματά του με τρόπους διαφορετικούς από αυτούς που καθορίζει η αισθητική φόρμα τους. Δεν χωράει στην τόσο καλλιεργημένη, μα χέρσα από συμπάθεια για κάθε τι λαϊκό οντότητά τους, ούτε ως ενδεχόμενο μια ψυχή που δονείται από το Αγριολούλουδο του Καζαντζίδη να συγκινείται και από τη Σονάτα του σεληνόφωτος του Μπετόβεν. Ο Παντελίδης και το είδος που υπηρέτησε ήταν -γι’ αυτούς- η αφορμή. Χρησιμοποιούν στην ουσία τα ευτελή προϊόντα της υποκουλτούρας ως προκάλυμμα για να εκδηλώσουν την απέχθειά τους στους λαϊκούς ανθρώπους-καταναλωτές αυτών των προϊόντων. Δεν πρωτοτυπούν.

Τηρουμένων των αναλογιών και των μεγεθών αυτό συνέβαινε και στο παρελθόν. Παλαιότερα απαξίωναν τους ρεμπέτες, υποτιμούσαν τον Μάρκο και λοιδορούσαν τον Καζαντζίδη. Και θεωρούνταν «προοδευτικοί» στην εποχή τους, κατά φαντασίαν κουλτουριάρηδες ψευτοδιανοούμενοι του σαλονιού, που δεν είχαν πρόβλημα να τραγουδήσουν αντάρτικα (τότε οι περισσότεροι τραγουδούσαν αντάρτικα) αλλά τους έπιανε αλλεργία όταν διάβαζαν ή άκουγαν τους αντάρτες. Ήταν οι ίδιοι τύποι που χρόνια αργότερα, όταν η κοινωνία τους είχε ήδη προσπεράσει, «ανακάλυπταν» ότι οι ρεμπέτες δεν πάταγαν μόνο λουλά και γέμιζαν τα πρώτα τραπέζια στα ρεμπετάδικα.

Πόσο κοντά είσαι στο λαό όταν κλείνεις τα μάτια ή απαξιώνεις την πραγματικότητα που τον/σε περιβάλλει; Ο ψευτοκουλτουριάρης νομίζει ότι είναι. Κοντά σ’ έναν άλλο λαό όμως, ιδεατό, δημιούργημα της ανοργασμικής σκέψης του και του ελλειμματικού εγώ του. Γι’ αυτό την πέφτει με μανία στους ακροατές του Παντελίδη· γι’ αυτό εκφράζεται υποτιμητικά για όσους αναφερθούν με ανθρωπιά σ’ έναν «επώνυμο» νεκρό. Και σπεύδει να απιθώσει δίπλα του τις σορούς χιλιάδων αδικοχαμένων σε τροχαία και εργατικά δυστυχήματα (όργανο το μπουζούκι, όργανο κι ο αστυφύλακας) – για να συγκρίνει, άραγε, τι;

Η ανθρωπιά δεν τεμαχίζεται και δεν ζυγίζεται. Δίνει όμως τη θέση της στην ανθρωποφαγία, όταν ατονούν οι αισθητήρες της ως αποτέλεσμα της αποξένωσης απ’ το λαϊκό στοιχείο και της περιχαράκωσης σε αποστειρωμένους -διαδικτυακούς και μη- μικρόκοσμους. Όταν στέκεσαι μακριά από την κοινωνία και από τις αρρώστιες που τη μαστίζουν, τότε απομακρύνεσαι και από τις ελπίδες της να θεραπευτεί. Αυτοί που με ευκολία κολλάνε την ταμπέλα του «σκυλά» στους λαϊκούς ανθρώπους που ακούνε Παντελίδη, είναι κατά κανόνα οι ίδιοι που προτιμούν τον εργάτη αμόρφωτο και άξεστο. Στην ουσία απεχθάνονται κάθε τι λαϊκό, την ώρα που επικαλούνται τον λαό.

Δεν θα χαρίσουμε τα νέα παιδιά που λατρεύουν τον Παντελίδη στο σύστημα που παράγει την υποκουλτούρα, όπως δεν θα θυσιάσουμε ως σύγχρονη Ιφιγένεια, για χάρη των δήθεν «προοδευτικών» και ψευτοεπαναστατών φαφλατάδων, τον εργάτη που πέρασε την πόρτα του μπουζουκομάγαζου. Αυτό που βιώνουμε σήμερα ως «κανονικότητα» είναι ανάγκη και έχουμε χρέος να το αλλάξουμε. Δεν θα χαρίσουμε σε κανέναν ψευτοκουλτουριάρη, ούτε ένα παιδί της τάξης μας.

«…Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο»…