• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Στρατής Τσίρκας, Αλλαξοκαιριά

Επιμέλεια: ofisofi //

Στις  27 Ιανουαρίου 1980 έφυγε από τη ζωή ένας από τους πιο σημαντικούς και αξιόλογους λογοτέχνες μας, ο Στρατής Τσίρκας. Τον θυμόμαστε σήμερα με το  διήγημα  Αλλαξοκαιριά με το οποίο συμμετείχε στον τόμο Δεκαοχτώ Κείμενα, που εκδόθηκε από τον Κέδρο το 1970 ως πράξη διαμαρτυρίας στο δικτατορικό καθεστώς και στη λογοκρισία που είχε επιβάλει.

Στρατής Τσίρκας, Αλλαξοκαιριά

Δυο κορίτσια κατηφόριζαν την οδό Ναυάρχου Πέρες. Μέσα στο χειμωνιάτικο φως, οι μαύρες μπότες τους κροτούσαν στο πεζοδρόμι ζευγαρωτά. Η πόλη δεν έδειχνε πως εδώ και μήνες, ξαφνικά μέσα στη νύχτα, της είχαν στερήσει τη λευτεριά. Κόπηκε το ραδιόφωνο, τα τηλέφωνα δε λειτουργούσαν` ύστερα οι κιθάρες κλειδώθηκαν. Τραγούδια τέλος, η πόλη βουβάθηκε. Θανάσιμη σιωπή απλώθηκε παντού σα μαύρο χιόνι. Ώρες και ώρες ακούονταν τα μωσαϊκά πλακάκια της πλατείας Σιμόν Μπολιβάρ να ραγίζουν αργά, δυό δυό, κάτω απ’ τις ερπύστριες των αρμάτων μάχης: ένα τρίξιμο φριχτό, σα ραχοκοκκαλιά κρεμασμένου που ξεβιδώνεται.

Το πεζοδρόμι δε χωρούσε τέσσερεις στη σειρά. Οι δυό άντρες που ανηφόριζαν, με τα πακέτα παραμάσχαλα, διστάσαν κάπως. Ο κοντός και παχουλούτσικος ήταν παπάς` ο άλλος, γερασμένος, κοκκαλιάρης και με τριμμένη φορεσιά, κοντοστάθηκε κι αναστέναξε. Τα κορίτσια χωρίστηκαν, παρακάμψανε τους δυό και ξανασμίξαν πίσω τους αμίλητα. Ο ψηλός τσάκωσε τη μελαχροινή να τον κόβει με τη ματιά της` τρίχες απ’ τα ριχτά μαλλιά της ξανθής, που τ’ ανέμιζε το τσουχτερό αεράκι, του χάδεψαν άθελα τ’ αξούριστο μάγουλο.

– Να με συμπαθάς, Πεπίτο, για την αγγαρεία.

– Δεν είναι αυτό. Δεν μπορώ να τις συνηθίσω, τις μίνι θέλω να πω. Τώρα πήγαν μιάμιση πιθαμή πάνω απ’ το γόνατο.

Ο παπάς γέλασε καλόκαρδα` τα μάγουλά του κοκκίνησαν. Ήταν πολύ νέος, μόνο το σκληρό κολλάρο που φορούσε τα πίσω μπρος κι η μαύρη τραχηλιά πάνω απ’ το πουκάμισο φανερώναν την ιερωσύνη του. Κανείς δεν ήξερε να πει με ποια ιδιότητα ήταν αποσπασμένος στην πρεσβεία της Ιρλανδικής Δημοκρατίας. Φίλοι τον είχαν δει μαζί με την πρέσβειρα να μοιράζουν δέματα στις εργατικές συνοικίες.

Λεωφορεία, ταξί και κούρσες τους προσπερνούσαν, σκορτσάριζαν στον ανήφορο και τους γέμιζαν καυσαέρια. Η Ναυάρχου Πέρες είχε γίνει τώρα μονόδρομος` αυτό, κι η βουβαμάρα της νεολαίας – τα κορίτσια και τ’ αγόρια που άλλοτε κατεβαίναν αγκαλιασμένα, συζητώντας έξαλλα – μόνο αυτά δείχναν την αλλαγή. Κατά τα άλλα, τα ίδια μαγαζιά: ένα φωτογραφείο με μπαλλερίνες και στρατηγούς στη βιτρίνα του, κίτρινα λουλούδια σουβλερά σα λόγχες σ’ ενός ανθοπώλη, μια μποτίκ μ’ ένα τόπι πανάκριβο μεταξωτό ξετυλιγμένο και στην άκρη ένα γιγάντιο μπουκάλια παριζιάνικο άρωμα. Κι άλλη μπουτίκ: ανάσκελα πάνω σε τελάρο, κόκκινη ζακέτα κόκκινη φούστα, μπράτσα και σκέλια ολάνοιχτα, σαν κάποια κέρινη  κοπέλα σταυρωμένη που κάηκε αφίνοντας πίσω τα φορέματά της ατσαλάκωτα. Μια Αμερικάνικη Αγορά, ένας αντικαίρ, μια καφετέρια, ένα μανάβικο με βιτρίνα – ψυγείο κι ατσάλινα ράφια. Στην πόρτα, με ποδιά ως κάτω ακηλίδωτη, ο μανάβης.

– Ε, βιέχο! φώναξε αυτός του Πεπίτο αλλά κοίταζε τον αβά. Με το μεσιανό δάχτυλο έστρωσε το ψαρό μουστάκι του με νόημα.

– Ποιος είναι, σε ξέρει; ρώτησε στενοχωρημένος ο αβάς.

– Κι αυτός από πέρα ήρθε, μαζί μας. Είναι ο Ακάθαρτος, αν έτυχε ν’ ακούσεις. Πάνε πόσα, τριάντα χρόνια; Του το κολήσαμε μετά που έπεσε η Μαδρίτη και βγήγκαμε στην αποδημία. Τον κουκούλωσε η απόγνωση, το γύρισε στον κυνισμό, γέμισε ψείρες. Κι αγαπούσε μια – μαυρούκα και στεγνή σαν τσίχλα. Να την έβλεπες πώς πέταγε τις Μολότωφ, διάνα πάνω στους πυργίσκους των θωρακισμένων! Και στον έρωτα, μου έλεγε αυτός, ένα πράμα καυτό, κι αργή, αργή πανάθεμά τη, τον ξεγόφιαζε. Μα όταν της ερχόταν τ’ αστροπέλέκι, ω Μαντρέ ντε Ντιός, άνοιγε ένα στόμα πηγάδι και ούρλιαζε, Υ νο πασαράν, Υ νο πασαρά, και χούφτιαζε τις πλεξούδες της, και μπούκωνε με δαύτες μονάχη το στόμα της να μην ακούγεται, και σπαρταρούσε σαν τη σαρδέλλα στην αμμουδιά…Υ νο πασαράν! Σα να φοβόταν, η άμοιρη, πως θα περνούσαν. Κι αυτός εδώ πια, έπιασε ένα καροτσάκι και πουλούσε λαχανικά, σιγά σιγά μεγαλώσαν οι δουλειές του, ανθρώπεψε. Μα τώρα, με το πραξικόπημα, πήρε πάλι την κάτω βόλτα: ξανάγινε κυνικός.

Κοντοστάθηκαν στη διάβαση περιμένοντας το πράσινο για να περάσουν αντίκρυ, εκεί άρχιζε η πρασιά της πλατείας. Ο αβάς κάτι μουρμούριζε βιαστικά μέσ’ απ’ τα δόντια του` μπορεί και να προσευχόταν για το μανάβη.

– Πάντρε, τον έκοψε ο Πεπίτο, τώρα βρήκες να πεις τα πατερμά σου; Έλα , να περάσουμε. Από μέρες όλο ρωτιέμαι για λόγου σου: Τι με θέλει, πού με πάει αυτός ο …παπιστής; Λίγο το’ χεις να βρισκόταν απ’ την άλλη μεριά όταν πετσοκοβόμαστε για τη Δημοκρατία;

– Καλά είσαι; Δεν έχεις αίσθηση του χρόνου; Στα 1936 εγώ δεν είχα ακόμα γεννηθεί.

– Δε λέω εσύ, απατός σου. Λέω κάποιος σαν και σένα, παπάς, καθολικός. Ποιος διάβολος τα κατάφερε να βρεθούμε, εσύ κι εγώ, μέσα στο ίδιο πηγάδι και να κάνουμε τώρα σκάλα ο ένας στον άλλο για να βγούμε στο φως;

– Θες να σου πω;

– Ξέρω, οι στρατηγοί, τα μονοπώλια, η C.I.A.

– Όχι` μας έσμιξε ο πάσχων Χριστός.

– Ε καλά` παλιό τροπάρι αυτό.

Είχαν φτάσει μπρος στη Λέσχη της Καθολικής Νεολαίας. Πίσω απ’ τη διπλή τζαμόπορτα στεκόταν ο θυρωρός, ένας επιβλητικός τύπος απ’ εκείνους που σου κολλούν πλέγμα κατωτερότητας. Πιο πίσω του πηγαινοερχόταν ένας κακομούτσουνος, στα μαύρα, μ’ ελαστικό περπάτημα. Μήτε σάλεψαν για να τους ανοίξουν, να βοηθήσουν τον αβά και το συνοδό του. Αυτοί βόλεψαν τα δέματα στο καμαράκι του θυρωρού, ο αβάς είπε πως ναι, αυτά να μείνουν εδώ, είναι τα μηχανήματα και οι ταινίες για την κινηματογραφική παράσταση απόψε και να μην τ’ αγγίξει κανείς, εγώ θα σας πω. Ο κακομούτσουνος όλο κοιτούσε το ταβάνι, αδιάφορος.

– Αυτός δε μ’ άρεσε, έκαμε ο αβάς όταν βγήκαν.

– Εμ, αποκρίθηκε ο άλλος μοιρολατρικά. Ειδοποιήθηκε κιόλας η Σεκουριτάδ για το βράδι.

– Σ’ αναγνώρισε;

– Ν’ αναγνωρίσει τι;

– Ευτυχώς δε μίλησες καθόλου.

– Γιατί, αν μιλούσα;

– Τα καστιλιάνικά σου. Δεν έχει πολλούς εδώ…

– Το πολύ να πούνε: Ο αβάς Σην Ο’ Φλάχερτυ με τον Ισπανό βαστάζο του.

– Όχι` θα πούνε: Ο Αντόνιο Αλομάρ, άλλοτε πολιτικός κομμισάριος της 69ης Μεραρχίας με τον μικρό του αβά.

– Αυτό είναι σοβαρό. Δεν το’ ξερα πως ξέρατε…

– Εμ.

– Και ποιος σας είπε πως μπορεί ν’ αλλαξοπίστησα;

– Δεν είσαι εσύ, Πεπίτο. Οι καιροί αλλάξανε. Να καθίσουμε κάπου για να πάρουμε τίποτα;

– Καλύτερα να φεύγουμε απ’ εδώ.

Ήταν αυτός, ο Αντόνιο, που ανησυχούσε τώρα. Μυστικοί, σκορπισμένοι τριγύρω, χάζευαν κάτι μωρά με τα παλτουδάκια τους που μπουσούλιζαν πάνω στην πρασιά. Φίλοι παλιοί και νέοι τον αναγνώριζαν απορημένοι, και τι θα βάζανε στο νου τους. Πήραν οι δυό να κατεβαίνουν τη Ναυάρχου Πέρες. Ο μανάβης, πάλι στην πόρτα του, έκαμε πως δε βλέπει.

– Τι εννοείτε, πάντρε, πως αλλάξαν οι καιροί;

– Αντόνιο Αλομάρ, για ποιον με πέρασες; Δεν καταλαβαίνω, θαρρείς, τι γίνεται; τον έκοψε θυμωμένος ο αβάς.

Είχε μισοτεντώσει τα χέρια μ’ ανοιχτές παλάμες και το στομαχάκι του φούσκωνε κάτω απ’ τη μαύρη τραχηλιά. Στ’ αντικρινό πεζοδρόμι, ένας συνταξιούχος με κασκόλ έδινε το μπράτσο στη γριούλα του. Κι οι δυό φορούσαν μυωπικά γυαλιά. Σταθήκαν και κοίταζαν. Μέσα στο νέο κλίμα της αποκατάστασης των πάντων, ένας ιερωμένος τσακωνόταν μ’ έναν αλήτη. Μήπως θα χρειαστεί να τηλεφωνήσουν στο Περιπολικό;

Ο αβάς κοκκίνισε πάλι` άγγιξε τον Πεπίτο στον αγκώνα για να προχωρήσουν και χαμήλωσε τη φωνή:

– Άλλο θέλω να πω. Εσείς κι εμείς, άσπροι, κίτρινοι, μαύροι, σήμερα, ΣΗΜΕΡΑ ΣΟΥ ΛΕΩ, έχουμε την ίδια μοίρα, μας απειλεί ο ίδιος κίνδυνος.

– Και πώς τον πολεμούν λοιπόν; Με μαγνητοταινίες; Αλλάζοντας τη μουσική κάποιου ντοκυμανταίρ μ’ ένα σπικάρισμα;

– Σπηκάρισμα! Δεν τ’ αναγνώρισες τα λόγια όταν δοκιμάζαμε την ταινία στο στούντιο; Ήταν ο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο στο πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα. Μπρος στο φασίστα, το σακάτη και μισότρελο στρατηγό, που είχε κράξει το σύνθημα της Μαροκινής Λεγεώνας: « Βίβα λα Μουέρτε»! ο προφητικός γέρος, δυό βήματα μόλις από τον τάφο, με φωνή ραγισμένη από τη φρίκη της τραγωδίας που πλακώνει αμείλιχτη , κηρύχνει την πίστη του στη ζωή και στις πνευματικές αξίες του ανθρώπου. Πεπίτο, σήμερα, πρέπει να πιάσει πάλι ν’ αντηχεί ο Λόγος για να στυλωθούν οι ψυχές.

– Με κουβέντες, με πλάγιες αναφορές; Σήμερα, πάντρε, αν δεν πεις τα πράγματα με τ’ όνομά τους, αν δεν τα δείξεις με το δάχτυλο, ό,τι κι αν πεις, κι όσο πιο όμορφα το πεις, είναι νερό στο μύλο της τυραννίας. Για δέστε, θα λέει, ποιος παραπονιέται πως δεν υπάρχει ελευθερία;

– Πολύ την υποτιμάς τη νοημοσύνη του κόσμου. Εσύ ο Αντόνιο Αλομάρ;

– Ποιού  κόσμου; Εσείς τι ξέρετε απ’ όσα γίνονται και λέγονται;

– Ξέρω, Πεπίτο. Η Χίλντα Γκομές πέθανε τρελή, γιατί μια μέρα πριν είδε τον άντρα της να ξεψυχάει κάτω απ’ τα βασανιστήρια κι ύστερα με τον ίδιο τρόπο να πεθαίνει το τετράμηνο βρέφος της. Άκου, μιλά η καλόγρια Κάρμεν Μποργκές Σιλβέιρα: «Πάντρε, μ’ αναγκάσανε να γυμνωθώ μπρος στους βασανιστές μου, κι ύστερα μου χώσαν ηλεκτρόδια στα γεννητικά όργανα». Μιλά η Κοντσίτα Μαρία Κοθενθία Αβελάρ: « Με κρεμάσανε από τα γόνατα και τους αγκώνες σ’ ένα κοντάρι και σ’ αυτή τη στάση μου κάμαν ηλεκτροσόκ μ’ ένα τηλέφωνο εκστρατείας των 90 βολτ. Σ’ αυτή τη στάση ο λοχίας Λέο Χερνάντο με βαρούσε με το ρόπαλό του στα πισινά, στα καλάμια, στις πατούσες. Καμιά φορά σταματούσε το ξύλο κι έπιανε τη σεξουαλική δραστηριότητα…Το κορμί μου χαδεύτηκε, φιλήθηκε και κακοποιήθηκε με τέτοιο τρόπο που δεν τολμώ να σας τον περιγράψω, μην κολαστεί, πάντρε, κι η ψυχή σας…»

Είχαν σταθεί κάπου πέντε λεπτά, όρθιοι, στο πεζοδρόμι, εκεί στην αρχή της Ναυάρχου Πέρες. Ο καιρός είχε γυρίσει στα μεταξύ, κάτι σα συννεφόκαμα, με ζέστη όμως και μπουμπουνητά. Όσο μιλούσε ο αβάς, ένα φως περεχούσε το ήρεμο πρόσωπό του. Ένα νευρικό τράνταζε τις κοκκαλιάρικες πλάτες του Αντόνιο. Ιδρώτας ( ή δάκρυα;), σα λεπτότατο ρυάκι γύρευε δρόμο μέσ’ απ’ τ’ αξούριστα γένια του. Πήγε να μιλήσει κι ένας κόμπος του βράχνιασε τη φωνή. Ξέσπασε λυσσάζοντας:

– Αφελείς, είσαστε αφελείς. Με προβολές και πάρλες θα…Αφελείς, απονήρευτοι, ανίδεοι. Παράδειγμα: Πώς μ’ εμπιστεύτηκες να σου πακετάρω μόνος στο στούντιο τα μηχανήματα και τις ταινίες; Κι αν έχω κρύψει μέσα καμιά μπόμπα;

– Ξέρω ποιος είσαι. Δε θα’ θελες να σκοτωθούν αθώοι.

– Όχι απόψε. Τώρα , τώρα, εκείνος ο κακομούτσουνος κι ο άλλος , ο θυρωρός.

– Δε φταίνε κι αυτοί, δεν ξέρουν τι κάνουνε.

Τότε ακούστηκε από πέρα μια έκρηξη.

– Πεπίτο; έκανε αλαφιασμένος ο αβάς κι άπλωσε το χέρι του που έτρεμε.

Ο άλλος τον κοιτούσε χαμογελώντας αινιγματικά. Σε λίγο είπε:

– Ξενοιάσου. Ήταν φουρνέλο στην πλατεία Μπολιβάρ. Ξυλώνουν τα μωσαϊκά για τη μαρμαρόστρωση.
tsirkas2Δεκαοχτώ κείμενα, Κέδρος, Αθήνα 1994 (πανομοιότυπη ανατύπωση του τόμου που είχε εκδοθεί το 1970)