• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Συγγρού 1932: Η απόδραση του Μ. Μπεζεντάκου

Δεν είχε συμπληρωθεί χρόνος από την απόδραση των 8, όταν μια νέα απόδραση από τις φυλακές Συγγρού συγκλόνισε την Αθήνα και κατατάραξε τις αστυνομικές αρχές.

Θάταν ή ώρα 8.30 εκείνο το συννεφιασμένο πρωινό της 4ης Μαρτίου 1932, όταν ένας διαβάτης που περνούσε τον λασπωμένο δρόμο, έξω από τις φυλακές Συγγρού, πρόσε­ξε μια μεγάλη τρύπα να χάσκει στο κέντρο του τοίχου, δυο μέτρα πάνω από το έδαφος.

Στάθηκε και την χάζευε, μέχρι που τον πρόσεξε ο σκοπός από το υπερυψωμένο φυλάκιο που βρισκόταν στην κορυφή του ίδιου τοίχου, αριστερά στη γωνία του κτιρίου.

— Τι χαζεύεις πατριώτη, άντε, πάρε δρόμο.

— Την τρύπα.

— Ποια τρύπα;

— Να, αυτήν εδώ, είπε και έδειξε.

Από τη θέση που βρισκόταν ό φρουρός δεν μπορούσε να ιδεί. Φώναξε ωστόσο έναν από το προσωπικό της φυ­λακής και εκείνος με τη σειρά του τον επικεφαλής της στρατιωτικής φρουράς.

Σε λίγο oι υπεύθυνοι της φυλακής βρισκόντουσαν έξω και περιεργαζόντουσαν την τρύπα. Στην αρχή δεν σκέφτηκαν ότι πρόκειται για δραπέτευση. Και από μια άποψη είναι φυσικό αφού η τρύπα ήταν στους απομακρυσμένους λουτήρες και όχι σε κελί (βλέπε σχεδιάγραμμα).

mpezentakos2

Κάποιος υποστήριξε ότι η τρύπα υπήρχε εκεί από πριν. «Άρχισε τότε – γράφει εφημερίδα της εποχής – μια περίεργη συζήτηση. Υπήρχε πριν ή τρύπα ή δεν υπήρχε;».

— Δεν μετράμε καλύτερα τους φυλακισμένους; πρό­τεινε κάποιος.

— Μα δεν πάει πολύ ώρα που τούς μετρήσαμε, είπε ένας από τούς φύλακες.

Πραγματικά η καθιερωμένη πρωινή καταμέτρηση είχε βγάλει σωστό τον αριθμό των φυλακισμένων, πράγμα άλλωστε που σημειώθηκε στο επίσημο βιβλίο αναφορών: «…μετρηθέντες ευρέθησαν εν τάξει και όλα έχουν καλώς».

— Και δεν τους ξαναμετράμε;

— Να τους ξαναμετρήσουμε.

Η «κόκκινη φωλιά»

Στο νου τους ήρθε ή απόδραση των 7 και του «κόκκι­νου δεκανέα» τον περασμένο χρόνο και τους έπιασε πα­νικός.

—Ας αρχίσουμε από την «κόκκινη φωλιά».

Ενα από τά μέτρα που είχαν λάβει μετά από εκείνη την απόδραση, ήταν να μεταφέρουν τούς καταδικασμέ­νους και τους υπόδικους κομμουνιστές -62 συνολικά – στην μπροστινή πτέρυγα των φυλακών, την «κόκκινη φωλιά», όπως την έλεγαν, που είχε κριθεί περισσότερο ασφαλής.

Μπήκαν και άρχισαν την καταμέτρηση. Την ώρα εκεί­νη οι φυλακισμένοι, κλεισμένοι ακόμη στα κελιά τους, διάβαζαν, έκαναν το νοικοκυριό τους ή κοιμόντουσαν.

Έβγαλαν ένα στεναγμό ανακούφισης. Οι κρατούμενοι ήταν όλοι εκεί. Ή τρύπα όμως τι σήμαινε; Μια πρόχειρη έρευνα που έκαναν από την εσωτερική μεριά, τους έπεισε ότι είχε ανοιχτεί την προηγούμενη νύχτα.

— Δεν κάνουμε μια ακόμη καταμέτρηση;

Άλλα και ή καινούργια καταμέτρηση έβγαλε σωστούς τους φυλακισμένους.

Στο μεταξύ έφτασαν οι διευθυντές των φυλακών Νίκου και Γιάνναρος, οι όποιοι διάταξαν με τη σειρά τους μια καινούργια, αλλά ονομαστική καταμέτρηση, με όλους τούς φυλακισμένους σε παράταξη.

Ένας λιγότερος

Τη φορά αυτή οι κρατούμενοι κομμουνιστές βγήκαν 61. Έλειπε ο Μιχάλης Μπεζεντάκος, ένας από τούς πιο επικίνδυνους για την Ασφάλεια κομμουνιστές, αφού τον βάραινε η κατηγορία, ότι ήταν επικεφαλής του «κόκκινου εκτελεστικού αποσπάσματος» – όπως το χαρακτήρισαν οι εφημερίδες της εποχής – που ένα χρόνο πριν σκότωσε σε μια συμπλοκή στη Δραπετσώνα τον αστυφύλακα Γυφτοδημόπουλο. Η δίκη τους είχε οριστεί για την ερχόμενη Δευτέρα, 7 Μαρτίου.

— Πού είναι ο Μπεζεντάκος; ρωτάνε οι διευθυντές.

— Στο κελί του, άρρωστος, λέει δειλά ένας από τους φύλακες.

Μπαίνουν στο κελί και τον φωνάζουν. Ό Μπεζεντάκος είναι κουκουλωμένος μέχρι απάνω. Τον σκουντάνε. Τίποτα. Τον ξεσκεπάζουν τότε, και βλέπουν ένα έντεχνα φτιαγμένο ανθρώπινο ομοίωμα.

— Δεν είναι εδώ! λένε σαστισμένοι.

Ή επόμενη ερώτηση απευθύνεται στους συγκάτοικους του Μπεζεντάκου, αλλά δεν βγαίνει τίποτα. «Οι σύντρο­φοι – γράφει αστική εφημερίδα της εποχής – προέβησαν στη δήλωση, ότι δεν ήταν δυνατό να συνεργήσουν στη δίωξη εναντίον του συναδέλφου τους».

Πανικόβλητοι οι δύο διευθυντές, στην αναμέτρηση των ευθυνών τους, διατάζουν την απομόνωση των κρατουμένων και ειδοποιούν τις αρχές.

Έπειτα από λίγο καταφτάνουν ο εισαγγελέας Παπαθανασίου, ο ανακριτής Γιαννόπουλος, ο διευθυντής Γενι­κής Ασφαλείας Λαμπρινόπουλος, ο υποδιευθυντής Έβερτ και αξιωματικοί της Ειδικής Ασφαλείας, που είχε τότε αναλάβει το έργο της δίωξης τών κομμουνιστών.

Ακολούθησε η ανάκριση των δυο δεσμοφυλάκων που ήταν υπεύθυνοι για την φρούρηση της «κόκκινης φωλιάς» και των 3 στρατιωτών που την προηγούμενη νύχτα άλλαξαν σκοπιά στο φυλάκιο που βρισκόταν στην κορυφή του τοί­χου απ’ όπου δραπέτευσε ο Μπεζεντάκος.

Κανένας δεν είχε αντιληφθεί τίποτα. Εκείνο όμως που έγινε φανερό ήταν, ότι τόσο στη βραδινή όσο και στην πρωινή καταμέτρηση είχαν συμπεριλάβει και το ομοίωμα του Μπεζεντάκου.

Λίγο αργότερα δινόταν σ’ ολόκληρη την επικράτεια το σήμα του συναγερμού για τη σύλληψη του δραπέτη. Ειδοποιήθηκαν οι λιμενικές αρχές, για την περίπτωση που θα προσπαθούσε να φύγει για το εξωτερικό, και μια τρί­δυμη φωτογραφία του – ανφάς και προφίλ από τις δύο πλευρές – μοιράστηκε παντού.

Ιδιαίτερα ευαίσθητη για την απόδραση του Μπεζεν­τάκου, που τον βάραινε η κατηγορία ότι σκότωσε αστυ­φύλακα, η αστυνομία, όρισε αμοιβή 20 χιλιάδες δραχμές για εκείνον που «θα τον φονεύση ή θα τον συλλαβή άνευ χρόνου».

Με απόφαση του ΚΚΕ

Ο Μπεζεντάκος είχε πιαστεί τον προηγούμενο Οκτώβριο, δύο μήνες μετά την δολοφονία του αστυφύλακα Γυφτοδημόπουλου. Νωρίτερα είχαν συλληφθεί με την ίδια κατηγορία και επρόκειτο να δικαστούν μαζί του οι Μαν. Βοσυνάκης, Κ. Σαρίκας, Α. Δερδίσογλου, I. Καλογερίδης και Μ. Δουλγέρης.

Από τις εφημερίδες της εποχής δεν είναι εύκολο να βγει αν ό Μπεζεντάκος σκότωσε πραγματικά τον αστυφύλακα. Μια σημερινή όμως μαρτυρία που έχω από τον Βα­σίλη Νεφελούδη, που ήταν συγκροτούμενος στο ίδιο κελί με τον Μπεζεντάκο και τον βοήθησε στην απόδραση του, το επιβεβαιώνει, δίνοντας παράλληλα και μερικές πληροφορίες για τις πολιτικές του θέσεις:

«Τον Γυφτοδημόπουλο τον σκότωσε ο Μπεζεν­τάκος (όπως κατάθεσε ο ίδιος στον ανακριτή), στην προσπάθειά του να απελευθερώσει κρατούμενο που ο αστυφύλακας οδηγούσε στο τμήμα. Τότε ούτε ο Μπεζεντάκος, ούτε κανένας άλλος από την ομάδα των συλληφθέντων για την υπόθεση αυτή, ήταν μέ­λος του ΚΚΕ.

Το ΚΚΕ έκανε δημόσια αυστηρή κριτική του φό­νου, γιατί ήταν σαφώς κηρυγμένο εναντίον της ατομι­κής τρομοκρατίας. Αυτό όμως δεν εμπόδισε την ηγε­σία του να αναλάβει την οργάνωση της δραπέτευσης τού  Μπεζεντάκου από τη φυλακή, στις παραμονές της δίκης, όταν όλες οι ενδείξεις έπειθαν για προ­αποφασισμένη καταδίκη σε  θάνατο και εκτέλεση, πράγμα που αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε μεγαλύ­τερη όξυνση,  αναταραχή  και  πιθανώς σε νέους εξ­τρεμισμούς από διάφορες τροτσκιστικές ομάδες. Τόσο ο Μπεζεντάκσς, όσο και οι σύντροφοι του που πιάστηκαν ήταν μέλη μιας τέτοιας τροτσκιστικής ο­μάδας, με τον τίτλο «οι φραξιονιστές». Μέσα στη φυ­λακή ο Μπεζεντάκος αναγνώρισε ότι ο φόνος τού α­στυφύλακα ήταν λάθος. Και ζήτησε από το ΚΚΕ να τον βοηθήσει να δραπετεύσει, πράγμα που έγινε». Το ότι η απόδραση αποφασίστηκε και βοηθήθηκε από το ΚΚΕ, βγαίνει από μια λιτή ανακοίνωση του ΠΓ του ΚΚΕ που δημοσιεύθηκε στην πρώτη σελίδα του «Ριζοσπάστη» στις 6 Μαρτίου 1932:

«Με απόφαση του ΠΓ απόδρασε από τις φυλακές Συγγρού ο Γ. Μπεζεντάκος».

Και είναι ίσως από τις μοναδικές περιπτώσεις που ένα νόμιμο κόμμα αποδέχεται δημοσία την αυτουργία μιας τόσο αξιόποινης πράξης.

Η συνεργασία του Κόμματος στην απόδραση του Μπεζεντάκου διαφαίνεται και από τον τίτλο του «Ριζοσπάστη» της προηγούμενης ημέρας: «Ο Μπεζεντάκος αποσπάστη­κε από τα νύχια της κεφαλαιοκρατίας που τον προόριζε για τουφέκισμα».

Στο φύλλο εξ άλλου της 6ης Μαρτίου ο «Ριζοσπά­στης» θα γράψει για τους κατηγορούμενους για τον φόνο του αστυφύλακα:

«Ανεκδιήγητα είναι τα μαρτύρια που τράβηξαν οι κατηγορούμενοι εργάτες για το φόνο. Αρκεί ν’ ανα­φέρουμε ότι κρεμάστηκαν πολλές φορές ανάποδα κι έτσι σερνόντουσαν μέχρι να φτύσουν αίμα. Τέτοια ήταν τα βασανιστήρια ώστε απ’ τα μπουντρούμια της Ασφάλειας που τους βασάνιζαν οι οιμωγές τους έφταναν στα απέναντι γραφεία».

Από τους λουτήρες

Από τη στιγμή που πάρθηκε η απόφαση για την α­πόδραση άρχισε η αναζήτηση του τρόπου. Έπειτα από πολλή έρευνα καταλήξανε στο άνοιγμα της τρύπας στον τοίχο των λουτήρων.

Η λύση αυτή κρίθηκε σαν η πιο προσφορότερη: α) Γιατί οι λουτήρες ήταν απομακρυσμένοι από τα κελιά και δεν τους επισκέπτονταν ταχτικά φύλακες. β) Ό τοί­χος τους έβλεπε κατευθείαν στο δρόμο, προς τη μεριά της Καλλιθέας και δεν υπήρχε εξωτερικός φρουρός, γ) Η σκο­πιά στην κορυφή της γωνίας του κτιρίου ήταν αρκετά μα­κριά και μόνο αν έσκυβε ο φρουρός θα μπορούσε να ιδεί τι γίνεται στον τοίχο, και δ) Μέσα στους λουτήρες υπήρχαν μόνιμα τρία μεγάλα ντεπόζιτα με νερό πίσω από τα οποία θα μπορούσε εύκολα να κρυφτεί κάποιος.

Ο Μπεζεντάκος έμενε στην αριστερή πλευρά της πτέ­ρυγας. Μαζί του στο ίδιο κελί έμεναν άλλοι 3: Ο δημοσιογράφος του «Ριζοσπάστη» Μαρμαρέλλης, ο γνωστός συνδικαλιστής Β. Νεφελούδης και ο επίσης συνδικαλιστής Χριστοδουλάκης. Οι τρεις αυτοί υπήρξαν και οι βασικοί συνεργοί του στην απόδραση.

Μια βδομάδα πριν από την απόδραση του, ο Μπεζεν­τάκος, άρχισε να προσποιείται τον αδιάθετο, να ζητάει κινίνο και να παραμένει ξαπλωμένος για πολλές ώρες. Κάπου-κάπου μόνο σηκωνόταν, για να δείξει ότι δεν ήταν τόσο άσχημα ώστε να του φέρουν γιατρό.

Στο μεταξύ οι συνεργοί του έπαιζαν τον δικό τους ρό­λο στο σχέδιο. Με διάφορες προφάσεις πήγαιναν όσο γι­νόταν ταχτικά στους λουτήρες και μούσκευαν με νερό το μέρος του τοίχου που είχαν διαλέξει για το άνοιγμα της τρύπας, ώστε να μαλακώσει το αμμοκονίαμα. Παράλλη­λα, με κάθε δυνατή προφύλαξη, προμηθεύτηκαν από το ξυλουργείο της φυλακής, αλλά και απ’ έξω, τα απαραίτη­τα σύνεργα του εγχειρήματος, τα οποία σιγούρεψαν πίσω από τα ντεπόζιτα: ένα μικρό λοστό, ένα ξυλόσφυρο, δύο σουγιάδες, ένα φακό.

Πίσω από τα ντεπόζιτο

Το απόγευμα της 2 Μαρτίου ο Μπεζεντάκος σηκώθη­κε από το κρεβάτι του, τυλίχτηκε με μια χλαίνη και βγή­κε κούτσα-κούτσα στο προαύλιο, για να επωφεληθεί τάχα από τον ταχτικό απογευματινό περίπατο και να πάρει λίγο αέρα.

Με την κάλυψη των άλλων, κατάφερε έπειτα από λίγο να γλιστρήσει στους λουτήρες και να χωθεί πίσω από ένα ντεπόζιτο. Λούφαξε εκεί κάπου 6 ώρες και γύρω στις 11 βγήκε, άναψε το φακό και άρχισε δουλειά.

Εβγαλε με τους σουγιάδες το μαλακό αμμοκονίαμα και κατόπιν, με το λοστό και το σφυρί, άρχισε να βγάζει τις πέτρες. Στο μεταξύ πότιζε συνέχεια τον τοίχο με νερό που έπαιρνε από τα ντεπόζιτα.

Δούλευε προσεχτικά, αποφεύγοντας κάθε θόρυβο. Το έργο όμως απαιτούσε πολλή περισσότερη δουλειά απ’ όση υπολόγιζε. Ο τοίχος, πάχους 80 εκατοστών, δεν ήταν εύκολος στο άνοιγμά του. Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και δεν είχε σκάψει ούτε 40 πόντους.

Και τότε αποφάσισε να αναβάλει την απόδραση για την άλλη νύχτα. Το ενδεχόμενο αυτό άλλωστε είχε υπολογιστεί, για το ένα ή το άλλο απρόοπτο, έτσι οι σύντρο­φοι του που τον περίμεναν απ’ έξω δεν υπήρχε περίπτω­ση ν’ ανησυχήσουν πολύ.

Έσκαψε κάμποση ώρα ακόμη και σταμάτησε. Έριξε τα χώματα μέσα στο σύστημα που έπεφταν τα νερά των λουτήρων, ξανάβαλε τις πέτρες στη θέση τους, κρέμασε μπροστά στον σκαμμένο τοίχο μια πετσέτα και λούφαξε ξανά στη θέση του περιμένοντας να ξημερώσει.

Το «σάλτο»

Στην πρωινή εκείνη καταμέτρηση μετρήθηκε για δεύ­τερη φορά το ομοίωμα του Μπεζεντάκου που είχαν καταχώσει στο κρεβάτι του. Μόλις άνοιξαν τα κελιά για τον πρωινό περίπατο, οι τρεις σύντροφοι του που αδημονού­σαν, τρύπωσαν στους λουτήρες.

Τους εξήγησε τι έγινε και με την κάλυψη τους ξανα­βρέθηκε στο κελί του και χώθηκε στο κρεβάτι, εξακολουθώντας να καμώνεται τον άρρωστο.

Ή επόμενη φροντίδα των συντρόφων του ήταν η πε­ριφρούρηση της τρύπας. Πότε ό ένας, πότε άλλος βρι­σκόταν με κάποια πρόφαση στους λουτήρες, προσέχοντας να μην μετακινήσει κανένας την πετσέτα και αποκαλύψει το μυστικό.

Φύλακες δεν προσπερνούσαν από τούς λουτήρες. Τρεις τέσσερεις συγκρατούμενοί τους που ήθελαν να πλυθούν πεί­στηκαν να το αναβάλουν για την άλλη μέρα. Η φρούρηση δεν παρουσίασε πολλά προβλήματα.

Προς το βράδυ ο Μπεζεντάκος ξαναχώθηκε με τον ίδιο τρόπο στους λουτήρες. Στο μεταξύ είχε βρεθεί τρόπος να ειδοποιηθούν οι απέξω για τον λόγο της αναβολής.

Εκείνη τη νύχτα είχε έναν αναπάντεχο σύμμαχο. Δυ­νατός αέρας και βροχή έδερνε αδιάκοπα την Αθήνα. Έτσι κι όταν ακόμη άνοιξε η τρύπα και μια πέτρα του ξέφυγε και έπεσε προς τα έξω δεν ακούστηκε από κανένα.

Γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα ήταν έτοιμος. Έριξε μια προσεχτική ματιά έξω κι όταν βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε ψυχή, έκτος από τον αθέατο φρουρό που τουρτούριζε στη σκοπιά του, πήδηξε στο λασπωμένο δρόμο. Λίγο πιο πέρα τον περίμεναν οι σύντροφοί του. Μπήκαν σ’ ένα αυτοκίνητο και χάθηκαν στη βροχερή νύχτα.

Σαν μυθιστόρημα

Η απόδραση επισκίασε κάθε άλλο θέμα στις εφημερί­δες. Ακόμα και την περίφημη δίκη των δολοφόνων του «καημένου Αθανασόπουλου» που έπιανε τις ήμερες εκεί­νες σελίδες ολόκληρες. Υπήρχαν όλα τα στοιχεία για ένα συναρπαστικό ρεπορτάζ που γινόταν ακόμη πιο ερεθιστικό με τον τρόπο που το σερβίριζαν οι δημοσιογράφοι της εποχής.

«Ακριβώς όπως εις το περίφημον αστυνομικόν μυθιστόρημα της «κίτρινης Αράχνης»  – γράφει η «Α­κρόπολις». Ενας  μικρός λοστός κάτω από τον επενδύτην του αρχισυμμορίτου, μία νύχτα θυελλώδης, μία τρύπα στον τοίχο της φυλακής και… δώθε παν οι άλλοι».

Και πιο κάτω:

«Ο Μπεζεντάκος και οι συνδραμόντες αυτόν εξεπέρασαν εις φαντασίαν και εκτέλεσιν και αυτόν τον Γκαστόν Λεροΰ.  Εγιναν αύτοι ήρωες του τολμηρό­τερου που εγράφη από την πραγματικότητα περιπε­τειώδους μυθιστορήματος».

Ανάλογος είναι και ο θαυμασμός του «Έθνους»: «Πάντως θαύμα θαυμάτων η δραπέτευσις. Μόνον αυτοκίνητον δεν κατώρθωσε να είσαγάγη εις την φυλακήν του. Κατά τα λοιπά το νοικοκυριό του πλήρες… Και έτσι υπό την βροχήν και εντός της λιμνοθαλάσσης των γύρω αγρών, απέπλευσεν ηλεκτροφώτιστος και ταχύπλους…».

Απιαστος

Ο Μπεζεντάκος δεν πιάστηκε ποτέ. Οι αστικές εφημερίδες έγραψαν, προφανώς για να δικαιολογήσουν την αποτυχία των αστυνομικών άρχων να τον συλλάβουν, ότι έφυγε με το σοβιετικό πλοίο «Τσιτσερίν», που αναχώρησε την ίδια νύχτα από τον Πειραιά.

Η αλήθεια είναι ότι έμεινε κάμποσο καιρό στην Ελ­λάδα και έπειτα φυγαδεύτηκε στη Σοβιετική Ενωση.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Β. Νεφελούδη, δού­λεψε εκεί σαν εργολάβος και έφτιαξε οικογένεια. Με τον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο πήγε εθελοντής στην Ισπανία και σκοτώθηκε μαχόμενος με τις δημοκρατικές δυνάμεις. Υπάρχουν όμως και άλλες εκδοχές για την τύχη του.

Η δίκη των συντρόφων του – και του ίδιου – για τον φόνο του αστυφύλακα, που επρόκειτο να γίνει 4 μέρες μετά την απόδραση, άρχισε πραγματικά την 7 Μαρτίου στο Κακουργιοδικείο Πειραιώς αλλά αναβλήθηκε «λόγω απου­σίας ουσιωδών μαρτύρων».  Εγινε όμως λίγους μήνες αρ­γότερα. Οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν από 5-20 χρό­νια. Τρεις από τους 5 καταδικασμένους στη δίκη αύτη θα τους δούμε 3 χρόνια αργότερα να δραπετεύουν – μαζί με άλλους 5 – από τις φυλακές της Αίγινας…

Οσο για τους τρεις συγκροτούμενους του στο ίδιο κελί, κατηγορήθηκαν σαν συνεργοί στην απόδραση και προφυλακίστηκαν (όντας φυλακισμένοι) για 8 μήνες. Στη δίκη που ακολούθησε δικάστηκαν σε 8 μήνες φυλάκιση – χρόνος που συμψηφίστηκε με την προφυλάκιση.

Το τραγούδι

Λίγες μέρες μετά την απόδραση αντηχούσε στις φυ­λακές το τραγούδι του Μπεζεντάκου, που όπως γράφουν οι εφημερίδες της εποχής «οι σύντροφοι του, βέβαιοι περί της επιτυχίας της αποδράσεως, το είχαν έτοιμο από πριν, για λόγους εσωτερικής καταναλώσεως».

Να οι στίχοι του στην αρχική τους μορφή:

Μέσα στο καρναβάλι
οι αστοί την πάθαν πάλι
ο Μπεζεντάκος μας άφησε γεια
παντού τρεξίματα
μυθιστορήματα
παντού ραπίσματα η εργατιά.
Τον είχανε κλεισμένο
και διπλοκλειδωμένο
να τον δικάσουνε σε θάνατο
κι αυτός τρυπάει τον τοίχο
χωρίς κανένα ήχο
και βρίσκουν κούτσουρο στο θάλαμο…

 

πό το βιβλίο του Δημήτρη Γκιώνη «Οι μεγάλες αποδράσεις»)

 

Η αφήγηση των γεγονότων από την αδελφή του Μιχάλη Μπεζεντάκου.