• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Σχολείο – Το πρώτο αίμα

Γράφει ο Βασίλης Κρίτσας //

Καταρχάς δεν υπήρχε αίμα (παρά μόνο αν σκάλιζες τη μύτη σου), γιατί δεν ήταν ακριβώς η παρθενική φορά. Είχαν προηγηθεί ο παιδικός σταθμός και το νηπιαγωγείο, που σε προετοίμαζαν, άλλο αν κάποιοι παραμένουν εσαεί (στα) μεγάλα νήπια, ιδίως στην πολιτική τους συμπεριφορά.

Κατά δεύτερον, η προετοιμασία του Ράμπο, όπου παραπέμπει και ο τίτλος, με το μαχαίρι και την κορδέλα, καθώς παίζει η μουσική, δεν είναι τίποτα μπροστά στη γενική παγκινητοποίηση που έχει ένα σπίτι, κάθε πρωί, και σε όσα πρέπει να θυμηθεί να πάρει μαζί του ένας μαθητής. Κι αν ξεχάσει κάτι, ακούει το τόσο κλισέ (μη) αστείο «το παντελόνι σου ξέχασες να το πάρεις σήμερα;». Που πρέπει να έχει καταχωρισθεί σε κάποιο εγχειρίδιο προετοιμασίας των δασκάλων και σου το λένε όλοι.

Κι όταν με το καλό φτάσεις στο τέλος του εξεταστικού λαβύρινθου του Λυκείου, νιώθεις κι εσύ σα βετεράνος του Βιετνάμ, που πάλεψες μόνος εναντίον όλων –γιατί πρέπει να μάθεις να βλέπεις το συμμαθητή σου ως ανταγωνιστή σου.

Κι αν όλα αυτά φαίνονται κάπως ‘μοβόρικα, σκέψου πως τα σχολεία ανοίγουν συνήθως την 11η Σεπτέμβρη, τη μέρα που (δεν) άλλαξε τον κόσμο των Αμερικανών και που ο Αγιέντε έπεφτε (νεκρός) από τη χούντα του Πινοσέτ. Ηθικό δίδαγμα; Στο σχολείο δεν μπορείς να πας με το σταυρό στο χέρι, χωρίς αντιγραφή, αποστήθιση, φροντιστήριο, ιδιαίτερα ή κάποια άλλη εκδοχή της παραπαιδείας –που καλύπτει τα κενά που αφήνει επιμελώς το δημόσιο και καταλήγει να γίνει κάτι σαν… (παρα)κράτος εν κράτει- γιατί θα την πατήσεις σαν τον Αγιέντε.

Από μια άλλη άποψη, η πρώτη μέρα στο σχολείο είναι σαν την πρώτη μέρα του χρόνου και τις υποσχέσεις που δίνουμε στον εαυτό μας εν όψει της νέας χρονιάς. Θα είμαι επιμελής, θα κρατάω σημειώσεις σε όλα τα μαθήματα, θα προσέχω σαν καινούρια τα βιβλία μου, κτλ. Οι πιο πολλοί τα παρατάνε την πρώτη βδομάδα –άντε κάποιοι να κρατήσουν ως την πρώτη παρέλαση, όπως λένε για τους προπονητές.

Από τη δική μου πρώτη μέρα στο δημοτικό, δε θυμάμαι τόσο τα συναισθήματα όταν πήγαινα, αλλά τη βαρεάρα όταν έφευγα και τραβούσα από το χέρι τη μητέρα μου, που ήταν εκπαιδευτικός κι ήθελε αναλυτική αναφορά, πώς τα πήγε το παιδί, από τη συνάδελφό της. Που ακόμα κι αν ήταν αθλητικός συντάκτης, δε θα μπορούσε να κρατήσει από την πρώτη μέρα αναλυτικές σημειώσεις για την κριτική κάθε παίκτη ξεχωριστά.

Τα επόμενα χρόνια είχαν πολλά, αναλυτικά ρεπορτάζ κι ακόμα περισσότερο τρέξιμο, αθλοπαιδιές, σκισμένες φόρμες στα γόνατα, ιδρωμένες φανέλες και παιχνίδι με κάθε μέσο, εντός κι εκτός τάξης: μπάλες, μπαλάκια, μπαλόνια, τρελομπαλάκια, μπαλάκια από αλουμινόχαρτο, καπάκια στιλό, κουκουνάρια και κουτάκια ή μπουκάλια αναψυκτικών. Γενικώς ό,τι μπορεί να χωρέσει ο νους σου. Κι η φαντασία ενός παιδιού χωράει σχεδόν τα πάντα, εκτός από τη μανία των μεγάλων να του μειώνουν τα διαλείμματα και τις ώρες γυμναστικής στο σχολείο, να του παίρνουν τις μπάλες για να μη χτυπήσει και να το αφήνουν θηρίο στο κλουβί, να βράζει στο ζουμί του. Ώσπου τελικά να βαρεθεί και να συμβιβαστεί στο ρόλο του αγύμναστου τεμπέλη, για τον οποίο προορίζεται, και να εκπληρωθεί έτσι ένας βασικός εκπαιδευτικός στόχος του συστήματος, που θέλει το ακριβώς αντίθετο από το «νους υγιής εν σώματι υγιή».

Ο άλλος βασικός σκοπός του είναι η παπαγαλία κι η αποστήθιση εις βάρος της συνθετικής ικανότητας και της κριτικής σκέψης. Θυμάμαι πχ πόσο δυσκολεύτηκα να χωνέψω την ιδέα πως έπρεπε να μαθαίνουμε απέξω τι λέει πχ το βιβλίο των θρησκευτικών της Τρίτης δημοτικού. Και δεν άλλαξα γνώμη, όταν οι γονείς μου προσπάθησαν να με πείσουν να το δω σαν ένα διασκεδαστικό παραμυθάκι: παίρνει, που λες, «χραπ!» μια χούφτα από τα πλευρά, κάνει «φου» με τη πνοή Του κι έτσι, μας λένε, πως έγινε η ζωή και ζήσανε αυτοί καλύτερα. Αυτή παρεμπιπτόντως ήταν η πρώτη σοβαρή εσωτερική σύγκρουση μέσα μου, μεταξύ δύο αυθεντιών: των γονιών και της δασκάλας, που ήταν αλάνθαστοι και είχανε πάντα δίκιο –και δεν άργησε να λυθεί τελικά εις βάρος και των δύο.

Το δημοτικό πάντως το θυμάμαι κάπως σαν τη χρυσή εποχή των μαθητικών μου χρόνων και σαν τις ιστορίες του Μικρού Νικόλα (Γκοσινί) με την παρέα της τάξης του. Αθώες εποχές, όπου μπορούσαμε να σβήσουμε ακόμα τα λάθη μας με τη σβήστρα, και δε μας απασχολούσαν σοβαρά κι άλυτα προβλήματα, όπως το να βρουμε δουλειά και σύντροφο από το άλλο φύλο. Αλλά και πιο ένδοξες, υποψιασμένες εποχές, όπου γίνονταν ακόμα μαζικές συνελεύσεις γονέων και κηδεμόνων κι είχαμε ακόμα κάποια από τα «προοδευτικά» βιβλία της Αλλαγής (εντός εισαγωγικών, αλλά πραγματική όαση σε σχέση με όσα προηγήθηκαν κι ακολούθησαν). Ενώ ο δάσκαλος μπορούσε να πάρει πρωτοβουλίες, να οργανώσει δραστηριότητες ή να φέρει ένα εξωσχολικό βιβλίο, χωρίς να τον κυνηγάνε τα ασφυκτικά όρια ενός αυστηρού χρονοδιαγράμματος, που έπρεπε να φέρει εις πέρας.

Κι ο εκφοβισμός; Το λεγόμενο bullying; Μα δεν υπάρχει χειρότερος τραμπουκισμός από το να είσαι στο περιθώριο της κοινωνίας και να φέρεσαι επιθετικά σε όλους, γιατί πιστεύεις πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος, για να επιβιώσεις. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερος φόβος από το ότι οι κόποι μιας ζωής θα πάνε χαμένοι κι ότι θα μείνεις με ένα άχρηστο χαρτί, χωρίς κανένα αντίκρισμα.

Ακόμα κι έτσι όμως, παρά το σύστημα διδασκαλίας (που δεν είναι παρά η διδασκαλία του συστήματος, όπως λέει ένα σύνθημα στους τοίχους), παρά τα μεγάλα κενά σε βιβλία και δασκάλους, τα αόρατα ταξικά τείχη για τα παιδιά στις λαϊκές γειτοινιές κι όσα άλλα αρνητικά μπορεί να απαριθμήσει κανείς, παρόλα όσα κάνουν τα περισσότερα παιδιά να «μισούν» το σχολείο και να χαίρονται κάθε φορά που το βρίσκουν κλειστό, αυτό παραμένει μια ανεξάντλητη πηγή. Μια μεγάλη δεξαμενή εμπειριών, παραστάσεων, φίλων, ερωτικών σκιρτημάτων, ερεθισμάτων, συναισθημάτων, γνώσεων, καλλιέργειας και όλων των χρωμάτων της ζωής. Όλων όσων ανοίγουν τους ορίζοντές μας, κάνουν την καρδιά και το νου να πάλλονται και μας κάνουν να σκεφτόμαστε πως «τα μαθητικά τα χρόνια δεν τ’ αλλάζω με τίποτα…».