• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Σχολικό Θέατρο και αστική ιδεολογία[1]

Γράφει ο Θανάσης Ν. Καραγιάννης

[1940-1949]

Ιστορική και θεατρική περιρρέουσα ατμόσφαιρα:

Στη δεκαετία, στην οποία εστιάζει ο φακός της ιστορικής μας έρευνας για το Σχολικό Θέατρο και ειδικά για τη δραματουργική του παραγωγή, εξελίσσονται διεθνώς σημαντικά γεγονότα, όπως ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, ο οποίος «γεννήθηκε από τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και στόχευε (σ.σ.: βασικά) στη συντριβή της Ε.Σ.Σ.Δ.»,[3] αλλά και γεγονότα στο εσωτερικό της χώρας μας, όπου η ωμή ένοπλη επέμβαση των Άγγλων στα εσωτερικά μας πράγματα, είχε ως αποτέλεσμα τις εξελίξεις στα «Δεκεμβριανά» (3 Δεκ. 1944-5 Ιαν. 1945), τη συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρ. 1944), το συμβόλαιο του Λιβάνου (20 Μαΐου 1944), τη συμφωνία της Καζέρτας (24 Σεπτ. 1944) και τον τριετή αδελφοκτόνο Εμφύλιο πόλεμο (1946-1949).

Στην Κατοχή (1941-1944) η νεολαία υπέστη τα πάνδεινα: πείνα και κακουχίες (το Χειμώνα του 1941-1942 πέθαναν από την πείνα 60.000 παιδιά και από το διαρκή υποσιτισμό καταστράφηκε η υγεία 130.000 παιδιών) και ένα σημαντικό μέρος της υπέστη ορφάνια και εγκατάλειψη.[4] Είναι φυσικό ότι ο πόλεμος και η Κατοχή επέδρασαν δυσμενώς και στην ψυχική υγεία των περισσότερων παιδιών, εκτός από αυτά που οργανωμένα συμμετείχαν στην Εθνική Αντίσταση, στις τάξεις της Ε.Π.Ο.Ν., με την πολιτική καθοδήγηση και την ηθική στήριξη και διαπαιδαγώγηση του Ε.Α.Μ. και της Π.Ε.Ε.Α. Ο παιδαγωγός Κώστας Καλαντζής σχολιάζει με έμφαση την περίοδο του πολέμου και της Κατοχής, επισημαίνοντας ότι «Εσταμάτησαν την κανονικήν εξέλιξιν του ψυχικού βίου των παιδιών, τα ωρίμασαν προώρως, επέδρασαν βλαπτικώς επί της συναισθηματικής ζωής των, εκλόνισαν την προσωπικότητά των και έθεσαν εν κινδύνω τον ηθικόν των κόσμον. Αντιθέτως ένα μέρος της νεολαίας, το οποίον έλαβε μέρος εις τον Αγώνα της Εθνικής Αντιστάσεως, εξέφυγε την καταστρεπτικήν αυτήν επίδρασιν και διέπλασσε νέαν ηθικήν, της θυσίας, της αλληλεγγύης και της αγάπης προς την Πατρίδα.»[5]

Sxoliko theatro 2

Από την πρώτη στιγμή της κήρυξης του Ελληνο-ιταλικού πολέμου, πολλοί καλλιτέχνες και ηθοποιοί έθεσαν εαυτόν στην Αντίσταση κατά του εισβολέα και στη συνέχεια κατά των κατακτητών της πατρίδας μας.[6] Λογοτέχνες, ηθοποιοί, μουσικοί, σκηνοθέτες, δραματουργοί, σκηνογράφοι, εκπαιδευτικοί κ.ά. άνθρωποι του πνεύματος ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα κυρίως του Ε.Α.Μ. και της Ε.Π.Ο.Ν., οργανώθηκαν και πρόσφεραν πολλά στα δυστυχισμένα παιδιά της πολεμικής και κατοχικής περιόδου, αλλά και αργότερα κατά την εμφυλιοπολεμική περίοδο. Ο Βασίλης Ρώτας, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Νίκος Καρβούνης, η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Γεράσιμος Σταύρου, ο Νίκος Ακίλογλου, ο Αλέκος Ξένος, η Άννα Ξένου, ο Αλέξης Μυριαλής, η Αλέκα Μυριαλή, ο Άκης Σμυρναίος, ο Χάρης Σακελλαρίου και τόσοι άλλοι στις εσχατιές της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας συνέβαλαν καθοριστικά στη μόρφωση και στην ψυχαγωγία των παιδιών, αλλά και στη συνειδητή και αποφασιστική τους μαχητική κοινωνική και αντιστασιακή τους δράση για εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή δημοκρατία, αξιοπρέπεια, με αγωνιστική διάθεση και με ποικίλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες, όχι μόνο στον τομέα της Παιδικής Λογοτεχνίας[7], αλλά και του Παιδικού Θεάτρου και Κουκλοθεάτρου[8], της Μουσικής, της Εκπαίδευσης[9] κ.ο.κ.

Η οργανωτική δουλειά της Ε.Π.Ο.Ν. και των στελεχών και μελών της στάθηκε καθοριστική για την επιτυχία των εκπολιτιστικών εκδηλώσεων σε όλη την Ελλάδα, στην Κατοχή, αλλά και στα βουνά της «Ελεύθερης Ελλάδας». Σημαντική ήταν η θεατρική δραστηριότητα του «Θεατρικού Ομίλου Ε.Π.Ο.Ν. Θεσσαλίας», του Βασίλη Ρώτα και των συνεργατών του, ηθοποιών, μουσικών, σκηνογράφων και μελών της Οργάνωσης[10] και άλλων ΕΠΟΝίτικων θεατρικών ομάδων σε όλη τη χώρα.[11]

Πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί ότι η συγκεκριμένη ιδεολογική πίστη των δημιουργών στα πατριωτικά, κοινωνικά και ταξικά ιδεώδη, δεν είχε κάποια σχέση με τις όποιες προσπάθειες και συγκεκριμένες επιλήψιμες κοινωνικές πρακτικές ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών, οι οποίοι, πολλοί απ’ αυτούς, ιδιοτελείς καθώς ήταν, ήθελαν «και την πίττα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο», δηλ. να προσφέρουν στα παιδιά κάποιο καλλιτεχνικό υλικό, συναισθηματικά και μόνο ορμώμενοι, αλλά υλικό ακίνδυνο και ανώδυνο για τους κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους (δοσίλογους, προδότες, συνεργάτες και κάθε είδους «εθνικόφρονες», οι οποίοι επέδειξαν παντός είδους άνομες και ανήθικες δραστηριότητες κατά την εποχή της Κατοχής και του Εμφύλιου πολέμου, σε βάρος του λαού μας και κυρίως κατά των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης), και τελικά … οι ίδιοι στη συνέχεια βραβεύτηκαν μάλιστα από την πολιτεία γι’ αυτή την ιδιοτελή και μειοδοτική πατριωτικά συμπεριφορά τους.

Έτσι, ορισμένοι απ’ αυτούς, χωρίς ν’ αγωνιστούν κατά του Φασισμού και Ναζισμού, κατά των κατοχικών δυνάμεων, κατά των κυβερνήσεων Γ. Τσολάκογλου και κάθε βασιλόφρονα και «εθνικόφρονα» προδότη της πατρίδας μας και συνεργάτη των κατακτητών, αργότερα κέρδισαν βραβεία και επαίνους από τις μετέπειτα «εθνικόφρονες» κυβερνήσεις και τους βασιλείς.

Θ’ αναφερθώ μόνο σ’ ένα παράδειγμα, εντελώς ενδεικτικό: η Αντιγόνη Μεταξά (η γνωστή «θεία Λένα», η οποία έχει προσφέρει τόσα και τόσα λογοτεχνικά, θεατρικά και εγκυκλοπαιδικά κείμενα για παιδιά) κατά τη διάρκεια της Κατοχής επιμελούνταν τις ραδιοφωνικές εκπομπές της «Θέατρο για παιδιά» και «Η ώρα του παιδιού», και μ’ αυτές πρόσφερε ψυχαγωγία στα παιδιά.[12] Όμως, απ’ όσο γνωρίζω, δεν παρουσίασε κάποια έστω στοιχειώδη αντιστασιακή δραστηριότητα, παρά μόνο επέδειξε ανεκτικότητα στους κατακτητές και συνεργάστηκε με τους συνεργάτες τους. Αργότερα, το 1965, βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και ο βασιλιάς της απένειμε το παράσημο του «Τάγματος της Ευποιίας», ενώ άλλοι άξιοι καλλιτέχνες συνάδελφοί της, αν και έδωσαν τη ζωή τους για τη λευτεριά της πατρίδας μας, αν και άλλοι αγωνίστηκαν στην Εθνική μας Αντίσταση, αν και πρόσφεραν με την τέχνη τους ανυπολόγιστες υπηρεσίες στα παιδιά, στη νεολαία και στο λαό μας, κατά την ίδια περίοδο, εντούτοις δεν έτυχαν παρόμοιων διακρίσεων. Και όσοι απ’ αυτούς επέζησαν, όχι μόνο δεν πήραν βραβεία και παράσημα από το αστικό μετεμφυλιοπολεμικό κράτος, αλλά αντιθέτως εξορίστηκαν και βασανίστηκαν και τοιουτοτρόπως «αμείφθηκαν» … για τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στην πατρίδα.

Θεματολογικές προσεγγίσεις:

Η θεματολογία της Δραματουργίας για παιδιά, την περίοδο που εξετάζουμε, ήταν ποικίλη, και κυρίως κάλυπτε τις ανάγκες των σχολικών γιορτών[13]: της 25ης Μαρτίου 1821,[14] της 28ης Οκτωβρίου 1940 (από το 1944 και μετά),[15] των Χριστουγέννων-Πρωτοχρονιάς, των Αποκριών, της Μητέρας και των εξετάσεων.

Οι δραματουργοί όμως του Σχολικού Θεάτρου επικέντρωναν την παραγωγή τους και σε άλλα θέματα, όπως: στην Ελληνική Μυθολογία, τη λαϊκή μας παράδοση, τους Βαλκανικούς πολέμους, τον Μακεδονικό Αγώνα, την Κατοχή και την Εθνική Αντίσταση, την αντικομμουνιστική προπαγάνδα και σε άλλα κοινωνικά, θρησκευτικά και φυσιολατρικά θέματα.

Sxoliko theatro 1

Ιδεολογικές επισημάνσεις:

Μια παράμετρος του αστικού ιδεολογικού φάσματος ήταν η θρησκοληψία και η καλλιέργεια της μεταφυσικής σκέψης των παιδιών. Ο ορθολογισμός, η απλή λογική σκέψη και πόσο μάλλον η επιστημονική σκέψη και γνώση απουσιάζουν και δεν αποτελούν στόχους από παιδαγωγική άποψη στους θεατρικούς διαλόγους και κατά την εξέλιξη του μύθου. Αναφέρω ένα παράδειγμα:

Η Λίζα Π. Τζουνάκου, στο βιβλίο της Το ανταρτόπληκτο (Πειραιεύς 1949) και συγκεκριμένα στο κείμενο «Τα παιδιά μας στο 1942. Μονόπρακτο δραματάκι για τα σχολεία», αναφέρεται στο βαρύ χειμώνα του 1942 της Κατοχής. Η μάνα Αννιώ συζητά με τα μικρά παιδιά της, Νίκο και Βάσω, για τις κακουχίες του πολέμου και ιδιαίτερα για την πείνα. Κι ενώ εκείνα επικρίνουν το θεό για την απονιά του, η μάνα τούς απαντά: «ΑΝΝΙΩ: Πάψε, Νίκο! Δεν ντρέπεσαι; Τι λόγια είναι αυτά; Ο καλός Θεός όλον τον κόσμο αγαπά και τον φροντίζει, τον λυπάται. Μα αυτό που μας κάνει σήμερα είναι τιμωρία, γιατί δεν τον ακούμε. Η καταστροφή έχει πέσει σ’ όλον τον κόσμο, γιατί έφυγε απ’ το δρόμο του Θεού. Γι’ αυτό έστειλε τους Γερμανούς και μας τιμωρούν, γι’ αυτό χρειάζεται, καλά μου παιδιά, υπομονή. Κι’ αν είσθε καλά παιδιά πάλι θαρθούν καλές μέρες.», και παρακάτω, ενώ προσεύχεται: «[…] Εσύ γλυκειά μου Παρθένα, εσύ λυπήσου πια τον κόσμο σου. Μη τον τιμωρείς. Αρκετά υποφέρει. Λυπήσου, σα μάννα πούσαι, τουλάχιστον αυτά τα φτωχά παιδάκια. Τι φταίνε τα κακόμοιρα, που κάθε μέρα πληρώνουνε, με τη ζωούλα και την υγεία τους, την κακία πούχουν οι μεγάλοι αναμεταξύ τους.» Είναι σαφής η αντι-διαλεκτική σκέψη, η ηθικοπλαστική και θεοκεντρική αντίληψη και ιδεολογία της συγγραφέα, η οποία δεν αγγίζει καν θέματα, από ιστορική και κοινωνιολογική άποψη, όπως: ο ναζισμός και τα εγκλήματά του στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, η Εθνική Αντίσταση κ.ά., αλλά αντιθέτως καλλιεργεί στα μικρά παιδιά: α) τη μοιρολατρία, β) την ιδεαλιστική αντίληψη των κοινωνικών φαινομένων –χωρίς τουλάχιστο ν’ αναφέρει έστω μια λογική σκέψη–, γ) τον αποπροσανατολισμό των παιδιών από τις αιτίες του πολέμου και των φρικτών συνεπειών του και δ) δεν προσπαθεί να τα πείσει, παίζοντας τον προσήκοντα παιδαγωγικό ρόλο της ως μάνα, και τον κοινωνικό ρόλο της ως άνθρωπος, για την αναγκαιότητα αντίστασης σε αυτούς που σκόρπισαν το θάνατο και τις καταστροφές σε εκατομμύρια ανθρώπους, στη φύση και στον ανθρώπινο πολιτισμό, σε αυτούς που τους σκλάβωσαν και που αποτελούν την αιτία για την πείνα και το θάνατο του λαού μας και των άλλων λαών. Τοιουτοτρόπως, θα έδινε στα παιδιά της επιχειρήματα για να κατανοήσουν το μέγεθος της αδικίας, της εγκληματικότητας, της ανηθικότητας, της διεθνούς παράνομης τρομοκρατίας των ναζιστών και φασιστών του Άξονα κ.ο.κ.

Η αστική αντικομμουνιστική ιδεολογική προπαγάνδα και υστερία είναι μια άλλη πλευρά της θεματολογίας του Σχολικού Θεάτρου, την οποία συναντούμε ιδιαίτερα στα έργα της περιόδου του Εμφύλιου πολέμου. Μια μεγάλη μερίδα εκπαιδευτικών είχαν γαλουχηθεί στη βασική και στην ακαδημαϊκή τους εκπαίδευση, στην οικογένειά τους, αλλά και στον κοινωνικό τους περίγυρο, με τα νάματα του τρίπτυχου «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», ενός συνθήματος του οποίου οι ρίζες, όπως μας πληροφορεί η Έφη Γαζή, βρίσκονται στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 1880-1930.[16] Θ’ αναφερθώ μόνο σε ορισμένες σχετικές περιπτώσεις έργων του Σχολικού Θεάτρου[17]:

Ο Δημήτριος Αντ. Σαμαράς, Διευθυντής του 12ου Δημ. Σχολείου Α΄ Περιφ. Θεσσαλονίκης, κυκλοφόρησε στα 1949 το βιβλίο του Νάουσα, στο οποίο συμπεριέλαβε το έργο «Το Ελληνόπουλο. Χριστουγεννιάτικο δραματάκι σε δύο πράξεις». Ένα μισαλλόδοξο έργο, μ’ εθνικιστικό και όχι πατριωτικό πνεύμα, με θρησκόληπτη και όχι θρησκευτική αντίληψη, με το οποίο φιλοδοξούσε να διαποτίσει τις ψυχές των μικρών παιδιών με μίσος για τους Σλάβους, «τα κόκκινα τσακάλια», που «πήραν οι κακούργοι τα παιδιά για να πουλήσουν την ψυχή τους στον Σατανά», «που αυτοί οι κακούργοι τα μάζεψαν και τα πήγαν στις σλαβικές χώρες», που προσπαθούν «τα Ελληνόπουλα αυτά, πολύ δύσκολα και με πολλά βασανιστήρια να κατορθώσουν να τα κάμουν σαν τα μούτρα τους». Ο δημοδιδάσκαλος, ένα από τα βασικά πρόσωπα του έργου, με οργίλο ύφος λέει: «Οι κακούργοι ορφάνεψαν χιλιάδες ελληνόπουλα και χιλιάδες γονείς τούς πήραν τα παιδιά τους! Άτιμοι Σλάβοι, ’κείνο που χρόνια επιθυμούσατε, να αφανίσετε την ελληνική φυλή πάτε να το επιτύχετε, ως ένα βαθμό, με τα ελληνόφωνα όργανά σας», υπονοώντας το Ε.Α.Μ., τον Ε.Λ.Α.Σ. και το Κ.Κ.Ε. Και συνεχίζει: «Οι συμμορίτες σαν τους πεινασμένους λύκους τώρα, σε μικρές ομάδες χωρισμένοι μπαίνουν στα χωριά, για να αρπάξουν τρόφιμα και να σπείρουν τον τρόμο, την καταστροφή και το θάνατο. Οι τυφλοί! Οι αφιονισμένοι απ’ την εθνοκτόνο προπαγάνδα των Σλάβων, δεν βλέπουν πως φθίνει η φυλή μας κάθε μέρα! Οι κανίβαλλοι! Ελληνίδων μανάδων παιδιά οι ίδιοι, ροφούν το αίμα της μεγάλης τους μάνας, της Ελλάδας.» Και η σύζυγος του δασκάλου εκθειάζει τις Παιδουπόλεις και την εμπνεύστριά τους την «καλή» Γερμανίδα, πρώην δραστήριο μέλος της ναζιστικής χιτλερικής νεολαίας, βασίλισσα Φρειδερίκη, που «όλα τα παιδιά την αγαπούνε σαν νάναι μητέρα τους και τη λατρεύουνε σαν αγία.»: «Αυτά τα καημένα έχασαν τον πατέρα και τη μάνα τους. Τους σκότωσαν οι αγριάνθρωποι, μα βρήκαν μια πονετική μάνα, την Βασίλισσά μας, που τα συμμάζεψε και τα φροντίζει τόσο, που ξεχνούν τον πόνο της ορφάνιας.»

Η αστική προπαγάνδα, προσπαθούσε να μπολιάσει τον αντικομμουνισμό στις ψυχές των μαθητών των Δημ. Σχολείων, ασύστολα και με αντι-δεοντολογικό και αντι-επιστημονικό τρόπο. Ουσιαστικά, προσπαθούσε να μη μάθουν ποτέ τα παιδιά και οι γονείς τους την αλήθεια για τη φιλοξενία, τη στοργή και τη θαλπωρή που δέχτηκαν χιλιάδες παιδιά στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Επιδίωκε να δυσφημιστούν οι Λαϊκές Δημοκρατίες και η συμβολή τους στο «παιδοσώσιμο» αυτών των 25.000, περίπου, παιδιών, τα οποία στάλθηκαν εκεί μετά από πρόταση των λαϊκών συμβουλίων της χώρας μας, από σχετικό αίτημα της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης και με αποδοχή από τις εκεί κυβερνήσεις ν’ αναλάβουν όλα τα έξοδα για την αποκατάσταση της διαταραγμένης από τον πόλεμο ψυχικής υγείας των παιδιών, την υγιεινή διαβίωσή τους και τη μόρφωσή τους.[18] Επίσης, η ντόπια αστική πολιτική ηγεσία και ο ξένος παράγοντας ήθελαν να μη μάθουν ποτέ οι Έλληνες τη φασιστική προπαγάνδα και αυταρχική συμπεριφορά που δέχονταν όσα παιδιά, ιδίως φυλακισθέντων, εξορισθέντων, πολιτικών προσφύγων και εκτελεσθέντων κομμουνιστών, κλείστηκαν στις επονομαζόμενες ψευδεπίγραφα «Παιδουπόλεις» της Φρειδερίκης, στα επί της ουσίας «παιδικά γκέτο», «φασιστικά κάτεργα», «στρατόπεδα-αντικομμουνιστικά αναμορφωτήρια».[19]

Θ’ αναφερθώ και σ’ ένα άλλο έργο της ίδιας θεματολογίας, το οποίο διακατέχεται, επίσης, από μισαλλοδοξία, αντικομμουνισμό και φιλοβασιλική προπαγάνδα. Πρόκειται για το θεατρικό κείμενο του Βασιλείου Παπαευθυμίου, «Οι Ηπειροτοπούλες. Πατριωτικό σκετς» (απ’ το βιβλίο του, Το Σχολείο μας γιορτάζει, Αθήναι 1949). Ο δραματουργός σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου: «[…] πιστεύω ακόμα πως δίνω ένα βιβλίο μορφωτικό και ψυχαγωγικό για τον μαθητή πρώτα και για κάθε Έλληνα ύστερα». Και ασφαλώς ευνοούσε η εποχή για να θεωρείται ένα έργο του Σχολικού Θεάτρου ως «μορφωτικό», όταν αυτό υμνούσε τη βασιλεία και μπόλιαζε στις ψυχές των παιδιών την απέχθεια στον κομμουνισμό. Είναι το μοναδικό βιβλίο, στο οποίο συνάντησα την εξής θεματολογική κατηγορία έργων του Σχολικού Θεάτρου: «Από τον αντικομμουνιστικό αγώνα». Ο δραματουργός σημειώνει, επίσης, πληροφοριακά τα εξής: «Το σκετς λαμβάνει χώραν στην Αγία Μαρίνα της Ηπείρου, λίγο πριν να μπουν μέσα οι Σλαυοκομμουνισταί», δίνοντας σαφές ιδεολογικό στίγμα. Η υπόθεση σχετίζεται με το «Χορό του Ζαλόγγου», προσομοιάζοντας εκείνη την ηρωική πράξη αυτοθυσίας των Σουλιωτισσών, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, με την τωρινή πράξη κάποιων Ηπειρωτισσών, οι οποίες πέφτουν από το βράχο και σκοτώνονται για να σωθούν από τους «κατσαπλιάδες», ελπίζοντας ότι θα μεταμορφωθούν πεθαίνοντας σε σειρήνες της θάλασσας και θα ρωτούν τους καραβοκύρηδες, όπως περίπου ρωτούσε η γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξανδρου: «Ζη η Ελλάδα μας παιδιά;» και θα τους απαντούν «Ναι! ζει και μεγαλώνει!» Και θα ξαναρωτούν: «Ζη ο Παύλος Βασιλιάς;» και θ’ απαντούν: «Ω! Ζη και βασιλεύει!».

Το παιδαγωγικό και κοινωνικό μήνυμα έβγαινε έμμεσα και με αβίαστο τρόπο: καλύτερα βασιλιά, παρά κομμουνισμό…! ή κάπως έτσι… Ο συγγραφέας εκφράζεται ως «ακραιφνής βασιλόφρων» και με στιχουργικό τρόπο, στην αρχή του βιβλίου, με τη δημοσίευση «εμπνευσμένων καλλιτεχνικών» στίχων του με τίτλο: «Ύμνος εις την Α.Μ. την Βασίλισσαν Φρειδερίκην», οι οποίοι βρίσκονται μελοποιημένοι[20] σε παρτιτούρα στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Αντιγράφω μερικούς, απ’ αυτούς, τους οποίους υποθέτω ότι τραγουδούσαν κάποιοι μαθητές σε ορισμένα σχολεία, ώστε οι φιλόμουσοι βασιλόφρονες διδάσκαλοί τους να δώσουν και μ’ αυτό τον τρόπο τα διαπιστευτήριά τους στους προϊσταμένους τους, στη Βασίλισσά τους και στην Εθνική τους Κυβέρνηση: «Εσύ Μεγάλη Εστιάδα, / στον ιερό μας το βωμό / με της ψυχής σου την λαμπάδα / κράτα τον ιερό πυρσό. / Κι’ οδήγα μας, Βασίλισσά μας, / σε πιο μεγάλα ιδανικά / για να γεννούν τα δάκρυά μας / του Θρόνου σου τα πιο λαμπρά / διαμάντια αγάπης του Λαού μας / να τον κοσμούν παντοτεινά / και σκόρπιζέ μας τη χαρά / με χέρια πάντα στοργικά.» Και το ρεφραίν: «Μάγισσα είσαι, Ρήγισσα, / με το χρυσό ραβδί σου / ξέρεις να γειάνης τις πληγές, / τους πόνους να γιατρεύης, / ξέρεις να βασιλεύης.»

Επίσης ο Ν. Φατσέας, στο βιβλίο του Θεατρικά σκετς (πατριωτικά και κωμικά) (Αθήναι 1948), συμπεριέλαβε το αντικομμουνιστικό και φιλοβασιλικό έργο του «Ελληνικό προσκλητήριο», στα πλαίσια του πατριωτικού πνεύματος, που όταν ο συγγραφέας υπερβάλλει, μετατρέπεται σε εθνικιστικό, όπως άλλωστε συνηθιζόταν για πολλές δεκαετίες στη Σχολική Δραματουργία. Το πρωταγωνιστικό πρόσωπο «Η Ελλάς» προσκαλεί όλα τα παιδιά της ν’ αγωνιστούν ενάντια στους «συμμορίτες», για να σωθεί η πατρίδα μας. Λέει ο «Αεροπόρος»: «γιατί με τον ατσάλινο δικό σας ανδρισμό / εσείς θα ξεκληρίσετε τον συμμοριτισμό.» Και ο «Στρατιώτης» λέει στη «Β. Ήπειρο»: «Θα ξαναρθής ολόκληρη πάλι στην αγκαλιά μας / και θάχης για κορώνα σου τον Παύλο Βασιλιά μας.»

Επίλογος:

Ιδεολογικές αποχρώσεις και αντιθέσεις, οι οποίες υπάρχουν ανά τους αιώνες, ενταγμένες στο φιλοσοφικό δίπολο ιδεαλισμός/υλισμός επικρατούσαν και στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία 1940-1949. Οι ιδεολογικές συγκρούσεις γενικότερα είχαν κατά την περίοδο εκείνη ως αποτέλεσμα ακόμη και την ένοπλη έκβασή τους κατά τον Εμφύλιο πόλεμο. Ως επικρατούσα ιδεολογία όμως ο ιδεαλισμός, είχε παραχθεί, επιβληθεί και διοχετευθεί μέσα από πολιτικά, κοινωνικά, εκπαιδευτικά κανάλια, με όπλα την αστική προπαγάνδα, και με επιπλέον θεσμούς όπως ήταν η εκκλησία, ο τύπος και ο στρατός. Το ιδεολογικό τρίπτυχο της «πιο διαδεδομένης “συνθηματικής φράσης” της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας»: «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια», είχε ριζώσει βαθιά στη συνείδηση των παιδιών από την καθεστωτική ιδεολογία, είχε επιβληθεί και νομοθετικά, ώστε κανένας να μην μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή της ή να μην έχει την ευχέρεια να την αμφισβητήσει, ιδίως οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι «μεταλαμπαδευτές των αιώνιων ιδεαλιστικών αξιών»…, οι εκπαιδευτικοί. Η δε τρομοκρατία που ασκήθηκε είτε νομοθετικά είτε με τα όπλα, τους διωγμούς, τις δολοφονίες, τις φυλακίσεις, τις εξορίες, κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών, είχε ως αποτέλεσμα το φόβο, τη σύμπραξη με το «δυνατό δυνάστη», Έλληνα ή ιμπεριαλιστή εισβολέα, με έμπρακτη πρακτική: την ανοχή, τη σιωπή και τον «ιδεολογικό παπαγαλισμό», «για να έχουν ήσυχο το κεφάλι τους» πάρα πολλοί εκπαιδευτικοί.

Το Σχολικό Θέατρο δεν ήταν δυνατό ν’ αποφύγει το σφιχτό ιδεολογικό εναγκαλισμό της αστικής προπαγάνδας στην ποικίλη θεματολογία της δραματουργίας που παρήχθη κατά την εν λόγω δεκαετία. Εκείνο που ξέφυγε από τον κλοιό ήταν ως ένα βαθμό το Παιδικό, το Ερασιτεχνικό και το Λαϊκό Θέατρο, κυρίως αυτό που δημιουργήθηκε από αριστερούς δραματουργούς, αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, όπως ήταν οι: Βασίλης Ρώτας, Γιώργος Κοτζιούλας, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μιχάλης Παπαμαύρος, Γεράσιμος Σταύρου, Νίκος Ακίλογλου, Χάρης Σακελλαρίου, Στρατής Π. Παπαδάκης κ.ά. Η θεματολογία της δραματουργίας τους ήταν συνυφασμένη με την αριστερή και σοσιαλιστική ιδεολογία και με κοινωνικές αξίες, όπως: η εθνική ανεξαρτησία, η ειρήνη, η λευτεριά, ο πατριωτισμός, η λαοκρατία, η αυτοθυσία, η συλλογικότητα, η συντροφικότητα, η ανιδιοτέλεια, το αγέρωχο και ασυμβίβαστο του χαρακτήρα κ.ά., δίνοντας μέσα από τα θεατρικά κείμενά τους για παιδιά, ακόμη και στο Κουκλοθέατρο και στο Λαϊκό Θέατρο Σκιών, ισχυρά ραπίσματα, στους δοσίλογους προδότες συνεργάτες των ναζιστών και φασιστών κατακτητών, στους συμβιβασμένους ποταπούς κουκουλοφόρους Γερμανοτσολιάδες, στους ιδιοτελείς μαυραγορίτες, στους αδίστακτους δολοφόνους και τρομοκράτες Χίτες και άλλους παρακρατικούς. Αυτοί ήταν εκείνοι που με την ανοχή του νόμου και την οργανωμένη συμβολή της αστυνομίας και του στρατού, κάτω από τις εντολές και τη συνεργασία των αποικιοκρατών/ιμπεριαλιστών Άγγλων και Αμερικανών αφεντικών τους, έδωσαν συνέχεια μετά την Κατοχή στην αστική ιδεολογική προπαγάνδα και στη βίαιη επιβολή των «αστικών αξιών», γεγονός που επηρέαζε έμμεσα –πλην σαφώς άμεσα– την εκπαιδευτική πολιτική, την ιδεολογική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας και το Σχολικό Θέατρο. Και … η έρευνα συνεχίζεται!

Τα Θεατρικά έργα και η Θεματολογία τους:

Στον παρακάτω «Ενδεικτικό κατάλογο» περιλαμβάνεται ένα μέρος της εκδοτικής παραγωγής έργων Σχολικού Θεάτρου, αλλά και άλλων που δημοσιεύτηκαν στον περιοδικό τύπο κατά τη χρονική περίοδο στην οποία αναφέρομαι.

Αποκλείονται απ’ αυτόν άλλα θεατρικά έργα, τα οποία γράφτηκαν ή δημοσιεύτηκαν στις επόμενες δεκαετίες, με θεματολογικές αναφορές στα ιστορικά γεγονότα της περιόδου 1940-1949.

Επειδή ο εν λόγω κατάλογος είναι ευρύς, δημοσιεύω εδώ ένα μέρος του και αφορά τις θεματολογικές ενότητες: «Για την 28 Οκτωβρίου 1940», «Για την περίοδο 1941-1944 (Κατοχή και Εθνική Αντίσταση)», «Για τον Εμφύλιο πόλεμο» και «Από τον αντικομμουνιστικόν αγώνα».

 

ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ – ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

– ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ[21]

Για την 28η Οκτωβρίου 1940:

Θύμης Κωνσταντίνος[22], «Η συμβολή των ελληνίδων στον Αγώνα», 1949 (Εθνική Κιβωτός)

  1. Θύμης Κωνσταντίνος, «Γράμμα από το Μέτωπο», 1949 (Εθνική Κιβωτός)
  2. Θύμης Κωνσταντίνος, «Ο γυρισμός του πατέρα (Διάλογος)», 1949 (Εθνική Κιβωτός)

Για την περίοδο 1941-1944 (Κατοχή και Εθνική Αντίσταση):

Ρώτας Βασίλης, «Το πιάνο. Κομωδία για κούκλες», 1943 (Το πιάνο)

  1. Ρώτας Βασίλης, «Η Κατοχή. Μονόπρακτο» (ανέκδοτο)
  2. Ρώτας Βασίλης, «Μάνα. Μονόπρακτο» (ανέκδοτο)
  3. Ρώτας Βασίλης, «Οι Γραμματιζούμενοι», 1946
  4. Ρώτας Βασίλης, «Τα ελληνικά νειάτα. Τραγωδία» [1946][23] (Τα ελληνικά νειάτα)
  5. Χάσουλας Γεώργιος Κωνστ., «Η σκλαβωμένη Ελλάδα 1941-1944. Δράμα σε τρεις πράξεις», 1947 (Η σκλαβωμένη Ελλάδα 1941-1944)
  6. Μπασιάκος Ευάγ., «Η θυσία. Μονόπρακτο» [ Για την πατρίδα. 2. Η θυσία (1947) και: Στον βωμό σου Πατρίδα (1949)]
  7. Παππάς Στέφανος Β., «Τα Νέα Ψαρά. Δράμα σε δυο πράξεις» [1948] («Εμπνευσμένο από την τραγική σφαγή του Κομμένου στις 16 Αυγούστου 1943») (Τα Νέα Ψαρά)
  8. Αντωνίου-Καραντώνη Ελένη, «Στα χρόνια της Κατοχής. Σκετς», 1949 (Σχολικές Εορτές)

[Δημόπουλος Ευάγ. Κων., «Τρίπρακτον έργον. Η Ελληνική Ψυχή (28η Οκτωβρίου 1940 – 14 Οκτωβρίου 1944)», 1949 (Η Ελληνική Ψυχή)]

  1. Παπαευθυμίου Βασ., «Ο γυιος μου (σε δύο μέρη)», 1949 (Το Σχολείο μας γιορτάζει)
  2. Μπασιάκος Ευάγ., «Χριστούγεννα του 1942. Μονόπρακτη δραματική σκηνή» [1949] (ο μύθος εξελίσσεται το 2002) (Στον βωμό σου Πατρίδα)
  3. Παπαμαύρος Μιχ., «Ο Αγώνας. Δράμα», 1989 (Σακελλαρίου Χάρης, Το Θέατρο της Αντίστασης)
  4. Μαυροειδή-Παπαδάκη Σοφία, «Το τραίνο δε θα περάσει», 9.1945[24]
  5. Παπαδάκης Στρατής, «Η γέφυρα του χωριού (Ανοικοδόμηση) Μονόπρακτο πατριωτικό σκετς», χ.χ. (αναφορά στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο, 1945) (Τελειώνοντας το σχολείο μας. Τόμος Β΄)

Για τον Εμφύλιο πόλεμο:

Φατσέας Ν.[25], «Ελληνικό προσκλητήριο. Φιναλέτο επιθεωρησιακό», 1948 (Θεατρικά σκετς. Πατριωτικά και κωμικά)

  1. Σαμαράς Δημ. Αντ., «Το Ελληνόπουλο. Χριστουγεννιάτικο δραματάκι σε δύο πράξεις», 1949 («παιδομάζωμα»-«παιδοσώσιμο») (Νάουσα)

«Από τον αντικομμουνιστικόν αγώνα»:

[Φατσέας Ν., «Ελληνικό προσκλητήριο. Φιναλέτο επιθεωρησιακό», 1948 (Θεατρικά σκετς. Πατριωτικά και κωμικά)]

[Δημόπουλος Ευάγ. Κων., «Τρίπρακτον έργον. Η Ελληνική Ψυχή (28η Οκτωβρίου 1940 – 14 Οκτωβρίου 1944)», 1949 (Η Ελληνική Ψυχή)]

[Σαμαράς Δημ. Αντ., «Το Ελληνόπουλο. Χριστουγεννιάτικο δραματάκι σε δύο πράξεις», 1949 (Νάουσα)]

  1. Παπαευθυμίου Βασ., «Οι Ηπειροτοπούλες. Πατριωτικό σκετς», 1949 (Το Σχολείο μας γιορτάζει)

[1]. Εισήγηση που ανακοινώθηκε την Κυριακή, 7 Οκτ. 2012, στο 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο του Ελληνικού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Παιδαγωγικής και Εκπαίδευσης (ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.Ε.Κ), με τίτλο «Παιδεία κάλλιστον εστί κτήμα βροτοίς», το οποίο πραγματοποιήθηκε στο διήμερο 6 & 7 Οκτ. 2012 στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στην Αθήνα.

[3]. Βλ. εφ. «Κυριακάτικος Ριζοσπάστης», «7 ΜΕΡΕΣ μαζί», 6 Σεπτ. 2009, σ. 11-14.

[4]. Ο Κ. Καλαντζής γράφει σχετικά: «Η ιδία η Κυβέρνησις έρριψεν εις τον δρόμον εκατοντάδες ορφανών παιδιών επιτάξασα Ιδρύματα και ορφανοτροφεία, όπως το περίφημον ορφανοτροφείον Αθηνών “Γ. και Αικ. Χατζηκώστα” δια να το μετατρέψη εις φυλακάς.», βλ. Καλαντζής Κωνσταντίνος, Η Παιδεία εν Ελλάδι 1935-1951 (εισαγωγή: Γ. Γρόλλιος – Χρ. Τζήκας), Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2002, σ. 101.

[5]. Βλ. Καλαντζής Κωνσταντίνος (2002), Η Παιδεία εν Ελλάδι 1935-1951 (εισαγωγή: Γ. Γρόλλιος – Χρ. Τζήκας), Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, σ. 101.

[6]. Σχετικά με το θέμα υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία και αρθρογραφία. Ενδεικτικά αναφέρω: Λεονταρίτης, Γ., «Το θέατρο στην Κατοχή», στο ένθετο «Επτά Ημέρες» της εφ. «Καθημερινή», 25.4.1999, σ. 5-14, Καγγελάρη, Δηώ, «Της Κατοχής και του Θεάτρου», στο ίδιο ένθετο της ίδιας εφημερίδας (Αφιέρωμα: «Η Κατοχική Αθήνα»), 25.4.1999, σ. 15-17, της ίδιας, «Σκηνές πολέμου», στο ίδιο ένθετο της ίδιας εφημερίδας (Αφιέρωμα: «Η Ελλάδα τον 20ό αιώνα 1940-1945»), 14.11.1999, σ. 34-36, Γεωργοπούλου, Βαρβάρα, «ΣΕΗ – Διοικητικά Συμβούλια και η δράση τους: Ιστορική αναδρομή. Β΄1940-1945: Τα δύσκολα χρόνια», σ. 105-112, και «Εθνική και κοινωνική προσφορά των Ελλήνων ηθοποιών. Β΄1940-1947», στο βιβλίο Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Ογδόντα χρόνια. 1917-1997 (έρευνα – εποπτεία – συντονισμός: Χρ. Σταματοπούλου-Βασιλάκου), Σμπίλιας, Αθήνα 1999, σ. 283-334 κ.ά.

[7]. Βλ. Σακελλαρίου Χάρης, Η Παιδική Λογοτεχνία στην Αντίσταση, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1983.

[8]. Βλ. Σακελλαρίου Χάρης, Το Θέατρο της Αντίστασης, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 21995.

[9]. Βλ. Σακελλαρίου Χάρης, Η Παιδεία στην Αντίσταση, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 32003.

[10]. Βλ. Ρώτας Βασ., «Το Θέατρο στην Αντίσταση», στο βιβλίο: Θέατρο και Αντίσταση, Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών – Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981, σ. 13-29.

[11]. Σχετικές αναφορές έχω συμπεριλάβει στην «Παραστασιογραφία» για την εξεταζόμενη χρονική περίοδο, στο τελευταίο βιβλίο μου. Βλ. Θανάση Ν. Καραγιάννη, Ιστορία της Δραματουργίας για παιδιά στην Ελλάδα (1871-1949) και την Κύπρο (1932-1949), Εκδόσεις Αντ. Σταμούλη, Θεσ/νίκη 2012, σ. 261-318.

[12]. Οι παρακάτω αναφορές μάλλον σκοπεύουν στην εξιδανίκευση και τον εξωραϊσμό των αστικών προτύπων από ορισμένους σύγχρονους μελετητές και συγγραφείς, και αναμφίβολα ένα απ’ αυτά τα’ αστικά πρότυπα είναι η Αντιγόνη Μεταξά. Αυτό γίνεται σαφές και από το ύφος και από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι συντάκτες τους: α. «Στα χρόνια που η Ελλάδα στέναζε κάτω απ’ τον εχθρικό ζυγό (1941-1944), η γλυκιά Θεία Λένα με τα παραμύθια της γύριζε το Ελληνόπουλο στις παλιές εποχές και δόξες, το ενθάρρυνε και κρατούσε άσβεστη μέσα στην καρδιά του τη φλόγα που λέγεται ελπίδα, και ταξίδευε μαζί της χέρι με χέρι, καρδιά με καρδιά, από την εποχή της δόξας της Ελλάδας μέχρι την εποχή εκείνη της σκλαβιάς, ανάμεσα στα δρομάκια και στα υπόγεια, όπου η πείνα, ο τρόμος και ο θάνατος είχαν φωλιάσει.», βλ. τη δακτυλογραφημένη μελέτη: Σχολή Νηπιαγωγών Καρδίτσας, Πηνελόπη Δέλτα – Αντιγόνη Μεταξά – Εισαγωγή στην Παιδική Λογοτεχνία, Καρδίτσα 1979, σ. 109, β. «Γέμισε –λένε πολλοί– την παιδική λογοτεχνία με ζωάκια και παιδάκια και κουκλίτσες και τρενάκια, με υποκοριστικά και ροζ κόσμο που καμιά σχέση δεν είχε με την πραγματικότητα και που καμιά κριτική σκέψη δεν καλλιεργούσε. Ξεχνούν όμως εδώ οι επικριτές την εποχή και τις ειδικές ανάγκες που κάλυψε η προσφορά της. Με τα ζωάκια και τα ροζ παιδάκια κράτησε τη νύχτα της Κατοχής μια πόρτα ολάνοιχτη, την Ώρα του Παιδιού, για ν’ ακούνε τα παιδιά – όσα μπορούσαν – τη γλώσσα τους και να παίρνουν κουράγιο, να νιώθουν ζεστασιά και να περνούν, έστω και νηστικά, λίγα λεπτά γαλήνης, όταν όλα γύρω τους τα τάραζαν και τα τρόμαζαν και δεν τους έκρυβαν τίποτα από την τραγική πραγματικότητα και τη φρίκη του πολέμου.», βλ. Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Λότη, Μιλώντας για τα παιδικά βιβλία, Καστανιώτης, Αθήνα 1983, σ. 69 και γ. «Και κάτι ακόμα που αυξάνει το ειδικό βάρος αυτής της εκπομπής (σ.σ.: «Η ώρα του παιδιού») είναι ότι υπήρξε κατά το διάστημα της κατοχής 41-44 το ηθικό αντιστύλι, η παρηγοριά και η ελπίδα. Με την αναφορά στους θρύλους του λαού μας, στους αρχαίους και νεότερους ήρωες, στη μυθολογία και στις παραδόσεις μας θέρμαινε τις καρδιές με τον πόθο της λευτεριάς και ενίσχυε την πεποίθηση πως γρήγορα η γαλανόλευκη θα κυμάτιζε στην Ακρόπολη. Αυτή είναι μια πλευρά της προσφοράς της Θείας Λένας, που θα άξιζε ασφαλώς μια ειδικότερη μελέτη και αξιολόγηση.», βλ. Αναγνωστόπουλος Β.Δ., «Το έργο της Θείας Λένας. 15 χρόνια από το θάνατό της», περ. «Διαδρομές», τεύχ. 3, Φθινόπωρο 1986, σ. 193.

Σημειωτέον ότι κατά την Κατοχή γενικός διευθυντής της ελληνικής ραδιοφωνίας ανέλαβε ο Ιωάννης Βουλπιώτης (1902-1999), ο οποίος υπήρξε ένας από τους βασικούς πρωτοστάτες για την ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Η Αντιγόνη Μεταξά από το 1941 συνεργάστηκε μαζί του, καθιερώνοντας τις ραδιοφωνικές εκπομπές της: «Η ώρα του παιδιού», «Ελάτε να ταξιδέψουμε», «Το Θέατρο της Κυριακής» και άλλες. Βλ. σχετικά: Αναγνωστόπουλος Β.Δ., «Πενήντα χρόνια Ραδιοφωνίας και οι παιδικές εκπομπές», περ. «Διαδρομές», τεύχ. 13, Χειμώνας 1988, σ. 279. Συμπεραίνεται ότι έχει δίκαιο ο Β.Δ. Αναγνωστόπουλος όταν σημειώνει ότι: «θα άξιζε ασφαλώς μια ειδικότερη μελέτη και αξιολόγηση.» και για τις ραδιοφωνικές παιδικές εκπομπές της, αλλά θα πρόσθετα και γενικότερα,.

Για τον Ιωάννη Βουλπιώτη, αντιγράφω ένα σύντομο βιογραφικό του από το διαδίκτυο: «Γεννήθηκε το 1902 στην Αθήνα και σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός στη Γερμανία. Στα τέλη της δεκαετίας 1920, έπειτα από τον γάμο του με την κόρη του Γερμανού μεγαλοβιομηχάνου Ζήμενς, ανέλαβε διευθυντική θέση στα κεντρικά γραφεία του συγκροτήματος AEG – Siemens – Telefunken. Εκπροσώπησε το συγκρότημα έναντι του Ελληνικού Δημοσίου σε διάφορες συμβάσεις μεγάλων προμηθειών, όπως των τηλεφωνικών κέντρων και των ραδιοφωνικών εγκαταστάσεων. Με την ιδιότητα αυτή συμμετείχε στα Δ.Σ. των ημικρατικών εταιριών ΑΕΤΕ (προκάτοχος του ΟΤΕ) και ΑΕΡΕ (προκάτοχος του ΕΙΡ). Κατά την Κατοχή ανέλαβε γενικός διευθυντής της ελληνικής ραδιοφωνίας και υπήρξε ένας από τους βασικούς πρωτοστάτες για την ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Πέθανε το 1999 στην Αθήνα.»

Θα ήταν πολύ διαφορετική, άκρως ζοφερή και δυσάρεστη, η πολιτική και κοινωνική κατάσταση των λαών και των ανθρώπων, εάν είχαν επικρατήσει ιδέες όπως οι παραπάνω. Δηλαδή, σε περίοδο φασιστικής και ναζιστικής κατοχής ενός λαού, να ενδιέφερε μόνο η ψυχαγωγία των παιδιών με μύθους, θρύλους και παραμύθια, μόνο η παροχή ηρώων και προτύπων, μόνο η παιδαγωγική θεωρητική αναφορά και ενασχόληση, χωρίς παράλληλα να υπάρχει συμμετοχή στην πρωτοποριακή αντιστασιακή δράση των διανοούμενων και καλλιτεχνών για το ξεσήκωμα του λαού, με στόχο τη λευτεριά και την εθνική του ανεξαρτησία.

[13]. Βλ. Μαυρίδου Ελένη, «Η καθιέρωση των σχολικών γιορτών στο Δημοτικό Σχολείο – Ιστορικό διάγραμμα (19ος και 20ός αιώνας)», Διαδίκτυο, 12.7.2010.

[14]. Καθιερώθηκε ως σχολική γιορτή με Β.Δ. από το 1838. Βλ. «Η πρώτη εθνική εορτή», εφ. «Ακρόπολις», Αθήνα 25 Μαρτίου 1884, σελ. 2.

[15]. Καθιερώθηκε ως σχολική γιορτή με Β.Δ. από το 1944 (Φ.Ε.Κ. 4/24.10.1944), τεύχ. Α΄, σ. 13 και αργότερα με το Β.Δ. 157/25.2.1969 (Φ.Ε.Κ. 46/11.3.1969)

[16]. Βλ. Γαζή Έφη, Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια. Ιστορία ενός συνθήματος 1880-1930, Πόλις, Αθήνα 2011, σσ. 361, Ανδρειωμένος Γιώργος, Η νέα γενιά υπό καθοδήγηση: Το παράδειγμα του περιοδικού Η Νεολαία (1938-1941), Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 2012, σ. .

[17]. Οι όποιοι σχολιασμοί, σχετικά με το θέμα, έχουν δημοσιευθεί στο παρελθόν, μάλλον είναι επιφανειακοί και γενικόλογοι. Παραθέτω μόνο μία περίπτωση: «Δύο τρία (σ.σ.: έργα) αναφέρονται στον Εμφύλιο (κυρίως στο “παιδομάζωμα”), διαποτισμένα με φανατισμό, συνέπεια του εμφυλιοπολεμικού πνεύματος.», βλ. Αναγνωστόπουλος Β.Δ., Η ελληνική παιδική λογοτεχνία κατά τη μεταπολεμική περίοδο (1945-1958), Καστανιώτης, Αθήνα 1991, σ. 175.

[18]. «Για την αντιμετώπιση του προβλήματος της μόρφωσης και της πατριωτικής του διαπαιδαγώγησης, το Κ.Κ.Ε. συγκρότησε το Μάη του 1948 την Επιτροπή Βοήθειας στο Παιδί (Ε.ΒΟ.Π.), με επικεφαλής τον καθηγητή της Ιατρικής Πέτρο Κόκκαλη και μέλη την Έλλη Αλεξίου, τον Γιώργη Αθανασιάδη, τον Γιώργη Ζωίδη και άλλους εκπαιδευτικούς.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, τα τρομαγμένα και άρρωστα Ελληνόπουλα απαλλάχτηκαν από τους εφιάλτες του πολέμου, ηρέμησαν ψυχικά, επανέκτησαν την υγεία τους και επιδόθηκαν με ζήλο στη μάθηση.

Όταν στάλθηκαν στις λαϊκοδημοκρατικές χώρες το 60% απ’ αυτά ήταν αγράμματα, το 17% είχε τελειώσει μόνο την Α΄ Δημοτικού και το 14% μόνο τη Β΄. Στις φιλόξενες χώρες όλα φοίτησαν σε σχολεία και πολλά έγιναν επιστήμονες ή τελείωσαν μέσες και ανώτερες τεχνικές σχολές.», βλ. Δοκίμιο ιστορίας του Κ.Κ.Ε. Α΄ τόμο, 1918-1949, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 32001, σ. 589-590.

[19]. Βλ. Σέρβος Δημ., Το Παιδομάζωμα και ποιοι φοβούνται την αλήθεια, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2001, σσ. 349, «Οι “νεκρές ζώνες” και οι συνέπειες της δημιουργίας τους», στο βιβλίο Η τρίχρονη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας 1946-1949, Ριζοσπάστης – Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 21998, σ. 457-469, «Η διάσωση χιλιάδων παιδιών από τις περιοχές των πολεμικών συγκρούσεων», στο βιβλίο Δοκίμιο ιστορίας του Κ.Κ.Ε. Α΄ τόμο, 1918-1949, ό.π., σ. 589-590, Μητσόπουλος Θαν., «Μείναμε Έλληνες», Οδυσσέας, Αθήνα 1979, Γκριτζώνας Κώστας, Τα παιδιά του Εμφυλίου πολέμου, Φιλίστωρ, Αθήνα 1998, Πανελλήνια Ένωση Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης και Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, Τα παιδιά του Εμφυλίου και της Πολιτικής Προσφυγιάς, Έκδοση Π.Ε.Α.Ε.Α.-Δ.Σ.Ε., Αθήνα 2011, σσ. 335 κ.ά.

Σχετικά με το «Παιδομάζωμα» κυκλοφόρησαν και στα επόμενα χρόνια βιβλία με θεατρικά έργα για το Σχολικό Θέατρο, όπως γ.π. του Μιχ. Α. Μπαξεβάνογλου, Σχολικό Θέατρο. Το Παιδομάζωμα, Αθήνα 1950 κ.ά.

[20]. Από τη Δ. Ι. Παναγιωτοπούλου-Κούρου, στις σ. 126-127.

[21]. Στον «Ενδεικτικό κατάλογο» περιέχονται έργα του Σχολικού Θεάτρου, τα οποία γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν σε βιβλία και σε περιοδικά (ή είναι ανέκδοτα) κατά την περίοδο 1940-1949. Όσον αφορά τα ιστορικά γεγονότα της ίδιας χρονολογικής περιόδου γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν αρκετά ακόμη έργα του Σχολικού Θεάτρου, τα οποία δεν περιέχονται εδώ.

[22]. Ο Κωνσταντίνος Θύμης είναι συντ. εκπαιδευτικός-θεολόγος, νομικός και ιστορικός, από την Κέρκυρα. Στη συγγραφική του παραγωγή συμπεριλαμβάνονται και βιβλία που αφορούν την εκπαίδευση και εκδόθηκαν πριν από το 1949, όπως: Το Παιδαγωγικόν Σχολείον της εποχής μας (2 τεύχη), Τα δίκαια παράπονα των δημοδιδασκάλων, Πάλι στη δόξα (ποιήματα), Ελληνικός & Χριστιανικός Ευαγγελισμός (Σχολική εορτή), Μία εκλεκτή συλλογή δια σχολικάς εορτάς (μονόλογοι, διάλογοι, ποιήματα και λόγοι).

[23]. Το έργο άρχισε να γράφεται από το δραματουργό στο τέλος του 1944 και τέλειωσε μέσα στο 1945.

[24]. Περ. «Νέα Γενιά», Αρ. φύλλου 56, 5 Σεπτέμβρη 1945, σ. 10-11.

[25]. Ο Νίκος Φατσέας (1914-1990) γεννήθηκε στα Φατσάδικα των Κυθήρων. Ήταν δραματουργός και στιχουργός. Συνεργάστηκε με σημαντικούς καλλιτέχνες του Μεσοπόλεμου, αλλά και της μεταπολεμικής περιόδου, όπως οι: Μιχ. Σουγιούλ, Νίκος Γούναρης, Μίμης Πλέσσας, Γιώργος Μουζάκης, Γιώργος Κατσαρός κ.ά., γράφοντας θαυμάσιους στίχους πολύ γνωστών και διαχρονικής αξίας τραγουδιών τους, όπως: «Γύρισε, σε περιμένω, γύρισε», «Για μας κελαηδούν τα πουλιά», «Τίποτε άσχημο δεν έχεις», «Απόψε τα μεσάνυχτα» κ.ά.