• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Σύμφωνο συμβίωσης: Τα «ατομικά δικαιώματα» ως δόλωμα του εκμεταλλευτικού συστήματος

Γράφει ο Νίκος Μόττας//

Το τελευταίο διάστημα, μέσα στη λαίλαπα των βάρβαρων αντιλαϊκών μέτρων του τρίτου μνημονίου της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, επανήλθε το ζήτημα του λεγόμενου «συμφώνου συμβίωσης» για τα ομόφυλα ζευγάρια. Πρωτού μπούμε στην ουσία του θέματος, είναι αναγκαίο να συμφωνήσουμε στο εξής: Οποιαδήποτε είδους προσβλητική ή ρατσιστική συμπεριφορά σε βάρος ανθρώπων εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού τους είναι, πέρα ως πέρα, απαράδεκτη και καταδικαστέα. Δεν χωρά η παραμικρή αμφιβολία ότι, ως προς αυτό, ο νόμος πρέπει να είναι αυστηρός – όπως αυστηρή πρέπει να είναι η τιμωρία απέναντι σε οποιαδήποτε ρατσιστική συμπεριφορά, είτε αυτή στοχοποιεί ΛΟΑΤ άτομα, είτε εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες.

Ο σεξουαλικός προσανατολισμός του ατόμου, όπως και οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αποτελούν προσωπικό ζήτημα. Τις τελευταίες δεκαετίες, τόσο παγκοσμίως όσο και στην Ελλάδα, παρατηρείται μια προσπάθεια να διαχωριστεί η κοινωνία με βάση τα «ατομικά δικαιώματα». Πρόκειται για μια προσπάθεια διαχωρισμού εξαιρετικά βολική για το καπιταλιστικό σύστημα – τη θέση του ταξικού διαχωρισμού της κοινωνίας να πάρει ένας διαχωρισμός στη βάση «ατομικών δικαιωμάτων» και προσωπικών ζητημάτων, όπως για παράδειγμα ο σεξουαλικός προσανατολισμός του καθενός. Η ιστορία του καπιταλιστικού, εκμεταλλευτικού συστήματος βρίθει παραδειγμάτων όπου, σκοπίμως, ο ταξικός διαχωρισμός της κοινωνίας συσκοτίζεται με τεχνητούς διαχωρισμούς μέσα στις ίδιες τις κοινωνίες: λευκοί εναντίον μαύρων, χριστιανοί εναντίον μουσουλμάνων, θρησκευόμενοι εναντίον άθεων, ετεροφυλόφιλοι εναντίον ομοφυλόφιλων, προοδευτικοί εναντίον συντηρητικών κλπ. Το ποιός οφελείται, εν τέλει, από τέτοιου είδους πλασματικούς κοινωνικούς διαχωρισμούς είναι κάτι που το δείχνει η ιστορία.

Το καπιταλιστικό σύστημα έχει αποδείξει πως είναι σε θέση να χρησιμοποιεί μια σειρά ατομικών δικαιωμάτων (όπως ο σεξουαλικός προσανατολισμός) προκειμένου να συσκοτίσει το προφανές: πως η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο έχει ταξικό πρόσημο, πως ο εργαζόμενος (είτε ετεροφυλόφιλος, είτε ομοφυλόφιλος) είναι το ίδιο θύμα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να επισημάνουμε το εξής: Είναι άλλο ζήτημα η πάλη για την κατάργηση κοινωνικών διακρίσεων με βάση τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό και άλλο η σκόπιμη προώθηση, μέσω του καπιταλιστικού μάρκετινγκ, του λεγόμενου «τρίτου φύλου». Στην ιστορία του κινήματος για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤ (που άνθισε τις δεκαετίες 1960-70) συναντάμε προσωπικότητες όπως, για παράδειγμα, ο αμερικανός ακτιβιστής και πολιτικός Χάρβεϊ Μιλκ. Ο Μιλκ, που δολοφονήθηκε το 1978, ήταν ο πρώτος- ανοιχτά- ομοφυλόφιλος που εκλέχθηκε σε δημόσιο αξίωμα στην Καλιφόρνια και πιο συγκεκριμένα στο δημοτικό συμβούλιο του Σαν Φρανσίσκο. Σε μια περίοδο που στις ΗΠΑ κυριαρχούσε η πάλη για τα δικαιώματα των μειονοτήτων και που δυνάμωνε το αντιπολεμικό κίνημα ενάντια στην ιμπεριαλιστική επέμβαση στο Βιετνάμ, ο Μιλκ κατάφερε να κινητοποιήσει ανθρώπους και φορείς, υπέρ των ομοφυλόφιλων αποσπώντας νομικές παραχωρήσεις από την πολιτεία.

Στην πρόσφατη ιστορία, ωστόσο, του κινήματος για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤ σημειώθηκε μια σημαντική παρεκτροπή. Σταδιακά, το κίνημα των ομοφυλόφιλων, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, βυθιζόμενο στον ευδαιμονισμό του σύγχρονου καπιταλισμού, πέρασε τα όρια της υπερβολής. Από κίνημα με κοινωνικά, αντιρατσιστικά χαρακτηριστικά μετατράπηκε σε καρικατούρα κινήματος, ξεπερνώντας πολλές φορές το μέτρο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει από το γεγονός ότι για ολόκληρες δεκαετίες, τα ομοφυλόφιλα άτομα αναγκάζονταν να κρύβουν, ή και να καταπιέζουν τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό φοβούμενα ρατσιστική αντιμετώπιση. Έτσι, ένα μεγάλο τμήμα του ΛΟΑΤ κινήματος πέρασε στην αντίδραση, στην υπερβολή ως μέσο εκδίκησης και εν τέλει στο να θέτει αιτήματα (π.χ. υιοθεσία παιδιών) που καμία σύγχρονη κοινωνική ανάγκη δεν απαιτεί.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο λεγόμενο «σύμφωνο συμβίωσης». Η συμβίωση μεταξύ δύο ατόμων, όπως άλλωστε και ο σεξουαλικός προσανατολισμός τους, είναι προσωπικό ζήτημα. Η ουσία του θέματος βρίσκεται στο ότι το Σύμφωνο Συμβίωσης αποτελεί σκαλοπάτι που οδηγεί στην υιοθεσία παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια. Εάν όμως η συμβίωση δύο ενήλικων αποτελεί προσωπική τους υπόθεση, δεν συμβαίνει το ίδιο με τη δημιουργία οικογένειας που αποτελεί ουσιαστικά θεσμό προστασίας των παιδιών. Η βιολογική σχέση άνδρα-γυναίκας, ως αποτέλεσμα της φυσιολογίας του ανθρώπου, είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι αποτελεί κομβικής σημασίας ζήτημα για την ομαλή ψυχική και σωματική ανάπτυξη των παιδιών. Σε διαφορετική περίπτωση, η αντίληψη που γεννά στο παιδί η συμβίωση με ομόφυλους γονείς έχει, εκ των πραγμάτων, χαρακτήρα ανορθολογικό και διαστρεβλωμένο. Ασφαλώς, στο πλαίσιο αυτό, αναπτύσσεται στους κόλπους της επιστημονικής κοινότητας σχετική συζήτηση και έρευνα, η οποία όμως μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει σε μια ενιαία, ευρείας αποδοχής επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη.

Τα νομικά κενά που καλείται- σύμφωνα με την κυβέρνηση- να καλύψει το «Σύμφωνο Συμβίωσης» μπορούν να καλυφθούν μέσω βελτιώσεων και τροποποιήσεων στο υπάρχον αστικό δίκαιο. Μια σειρά, δηλαδή, ζητήματα, όπως για παράδειγμα, το κληρονομικό, θα μπορούσε να επιλυθούν μέσω άλλων νομικών διαδικασιών (διαθήκη, συμφωνητικό) που προβλέπονται από το νόμο. Σε αυτό το σημείο, ενδεχομένως, κάποιος να υποστηρίξει ότι το σύμφωνο συμβίωσης αποτελεί διέξοδο απ’ το γραφειοκρατικό κυκεώνα των νομικών διαδικασιών. Πράγματι. Η λύση στο πρόβλημα της γραφειοκρατίας, όμως, θα μπορούσε να δωθεί μέσω της απλοποίησης του πολιτικού γάμου. Γιατί η κυβέρνηση δεν απλοποιεί τις διαδικασίες του πολιτικού γάμου αντί να νομοθετεί για το σύμφωνο συμβίωσης;

Τελειώνοντας, δε μπορούμε να μην αναφερθούμε στην υποκρισία ορισμένων που αναγάγουν την αποδοχή ή μη του συμφώνου συμβίωσης ως… μέτρο «προοδευτικότητας». Σε μια περίοδο που η καπιταλιστική λαίλαπα, η αντιλαϊκή πολιτική συγκυβέρνησης, ΕΕ και θεσμών, τσακίζει εργατικά, ασφαλιστικά δικαιώματα και φορτώνει νέα βάρη στη λαϊκή οικογένεια, είναι τουλάχιστον υποκριτικό να διαχωρίζονται οι πολιτικές δυνάμεις σε «προοδευτικές» και «συντηρητικές» βάσει των θέσεων τους για το σύμφωνο συμβίωσης ή σε επι μέρους ατομικά δικαιώματα. Το μοναδικό, ουσιαστικό μέτρο με το οποίο οφείλουμε να κρίνουμε τις πολιτικές δυνάμεις είναι το για ποιά κοινωνική τάξη αγωνίζονται και ποιανού το όφελος υπερασπίζονται. Και σε αυτό δε χωράει κανένας άλλος διαχωρισμός παρά μονάχα ο εξής ένας: Ή με το Κεφάλαιο, ή με την εργατική τάξη.

 

* υποψήφ. Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας.