• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Τα Χριστούγεννα του κυρ Αντώνη, του Νίκου Γεωργαντώνη

Παραμονή Χριστουγέννων. Βράδυ. Παγωνιά. Και η μικρή και κουρασμένη καρδιά του κυρ Αντώνη κείτονταν στο τραπέζι του αδειανού σπιτιού του, στην ξεχασμένη του γειτονιά. Δεν είχε κάποιον στον κόσμο. Ο κόσμος ήταν ο εαυτός του. Οι σκέψεις του. Η μοναξιά του. Η λύπη του…

Είχε από καιρό χάσει τη κυρά Τασούλα, την αγαπημένη του γυναίκα, την «τριανταφυλλένια» του και επερνούσε τον χρόνο του πότε στο καφενείο παρέα με φίλους παιδικούς, πότε στην αυλή κάτω από την κληματαριά, πότε στου Ξυρογιάννη τη ταβέρνα ξοδεύοντας και τις τελευταίες οικονομίες της φτωχής σύνταξής του, πότε στον ανιψιό του τον Κωστή και τη γυναίκα του το Ελενάκι (τον καλούσαν πότε-πότε για να γευματίζουν το μεσημέρι), πότε στο κατάστημα τυχερών παιχνιδιών, ονειροπόλος και πείσμων μήπως και πιάσει την άφαντη τύχη που όλο γλιστρούσε… πότε στο μανάβικο του κυρ Γιαννακού και γενικά όπου έβρισκε καλή παρέα, ζεστασιά και θαλπωρή ψυχική…

Αλλά τα Χριστούγεννα αυτά, ο κυρ Αντώνης ήταν μόνος στη ζωή… Έτσι ένιωθε. Μόνος μες τους έρημους τοίχους του σπιτιού του. Χωρίς την γυναίκα του. Δίχως τα παιδιά του που ζούσαν στην πρωτεύουσα. Μακριά από τους φίλους και τους άσκεπτους χωριανούς του.

Ήταν μόνος… Έρημος. Ίσως γιατί οι καιροί είχαν αλλάξει, και η παλιά ζεστασιά που κάποτε έθαλλε στις ψυχές των ανθρώπων, τώρα έσβηνε, έφθινε… ακόμη και στους ανθρώπους της δικής του της γενιάς.

Δεν ήταν ήρωας ο κυρ Αντώνης. Ένας φτωχός, καθημερινός, καλοκάγαθος άνθρωπος ενός άσημου χωριού ήταν. Δεν είχε περγαμηνές ηρωισμού στο σεντούκι της ζωής του ούτε ηθικά παράσημα, εκείνα του υψηλού και μεγάλου καθήκοντος του αγώνα. Όχι… Ο κυρ Αντώνης ήταν το τρεμάμενο φως μιας ζωής που φθίνει… και που αλλάζει.

 

Ήταν μόνος σπίτι… Παραμονή Χριστουγέννων. Οι άνθρωποι όλοι με τις οικογένειές τους, με τα παιδιά τους, με τ’ εγγόνια τους. Κι εκείνος ασκητής. Ιερός μοναχός πίστης άπιστης… Άνθρωπος έρημος· μα και πεινασμένος, γι’ ανθρώπινη συντροφιά…

Μα σε ποιον να τό ‘λεγε; Σε ποιον να τ’ ομολογούσε;

Με ποιον ν’ ακουμπούσε την καρδιά του; Ποιον να φώναζε τέτοια στιγμή;

Όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί του είχαν τις οικογένειές τους και, η αλήθεια είναι, ότι κανείς δεν είχε σκεφτεί να τον καλέσει να περάσουν μαζί την παραμονή των Χριστουγέννων. Η ανθρωπιά και η ζεστασιά, είχε ασυνειδήτως χαθεί από τα σπίτια των ανθρώπων. Δίχως να το καταλαβαίνουν εντρυφούσαν στα ήθη της εποχής…

Μόνοι, έρημοι, μακριά από τον χωριανό, τον άνθρωπο, τον φίλο. Τι κι αν οι ανέσεις είχαν αυξηθεί; Το σπίτι της ψυχής είχε φτωχύνει… Και τώρα κρύωνε ακόμη περισσότερο, γιατί οι εποχές είχαν αλλάξει και ήταν πλέον άλλες, και η ζωή των ανθρώπων κατρακυλούσε ακόμη μια φορά, με φούρια προς τα σκοτεινά, τα τρομερά, τ’ ανίδωτα, βαθιά Τάρταρα της Γης!

Μα το μυαλό, μέσα σ’ αυτή την θανάτια πτώση πάλι ζωντάνευε, αφυπνιζόταν, σηκώνονταν…· για να στοχαστεί και να νιώσει πάλι της ζωής τα καθημερινά, μεγάλα προβλήματα… Α, ναι. Τώρα πάλι στη φτώχεια οι άνθρωποι μπορούν να υπεισέλθουν στον κόσμο των ιδεών, και να στοχαστουν, και να σμίξουν τις καρδιές τους…

Μα μέχρι τότες υπάρχει κάποιος δρόμος που πρέπει να διαβούμε.

Οι πόρτες της ζωής δεν ανοίγουν έτσι απλά…

 

Τα παιδιά του κυρ Αντώνη, παρ’ ότι μακριά, θα μπορούσαν να είχαν μεριμνήσει να κάνουν γιορτές μαζί με τον μοναχό πατέρα τους. Αλλά η βουλή τους ήταν άλλη.

Ο κυρ Αντώνης, νέος όντας μιαν εποχή, μεγάλωσε τα παιδιά του με κόπο και αυταπάρνηση. Ασπριτζής τω επάγγελμα, έκανε κι άλλες περιστασιακές κι εποχικές δουλειές για να μπορέσει να θρέψει την οικογένειά του. Όλη μέρα δούλευε. Το βράδυ ξυπνούσε να πάει στη δουλειά, το βράδυ γυρνούσε. Κάθε χάραμα έπαιρνε μαζί του ένα μπογαλάκι κολατσιό από τη τρυφερή γυναίκα του, έδενε στο στήθος του τα πληγωμένα όνειρά του και μαζί μ’ αυτά κινούσε ν’ ανεβεί τον Γολγοθά της καταφρονεμένης ζωής του. Και τον ανέβηκε. Και καθώς τον ανέβαινε επτύσθη… εμαστιγώθη, εκοροϊδεύθη από τους υπέρτερους κι εξευτελίσθη, και εκτυπήθη από φίλους κι εφόρεσε ακάνθινο στεφάνι αγκυλωτό…

Όλα τα υπέστη.

Μόνον ο θάνατος δεν είχε ακόμη αγγίξει την πικροβασανισμένη ζωή του… Μα που ελλόχευε κι αυτός· όπως σ’ όλα τα πλάσματα της γης, αναπότρεπτος… Γιατί έτσι κι οι άνθρωποι: κουβαλούν τους νόμους της ζωής, μέχρι να τους αλλάξουν…

 

Ένεκα μιας τέτοιας δύσβατης ζωής (ζωής κατά πολύ καλύτερης εν συγκρίσει με τις στερήσεις και τις κακουχίες φίλων…), στερήθηκε τα παιδιά του και τα παιδιά στερήθηκαν τον πατέρα τους. Η μητέρα τους, που επωμίστηκε όλη την ανατροφή και τις έννοιες του μεγαλώματός τους, ήταν ένα στοργικό κι ανοιξιάτικο περιστέρι που κούρνιαζε πάνω απ’ τα όνειρά των παιδιών της και τα φύλαγε μ’ αγάπη· μπας και γίνουν μάγια, κι εκπληρωθούν, κι ανθίσουν και δώσουν χαρά!…

Όμορφη η μητέρα αυτή, ζεστή… πλην όμως εξόχως μαλακή και ήπια, σε βαθμό που τα μικρά χαριτωμένα τους εκμεταλλεύονταν αυτή την διττή πλευρά της αδυναμίας της και του απόντος πατέρα, κι απέκτησαν με τον καιρό ελαφρύ εγωισμό, ατομικότητα, κακότροπο πείσμα και χαρακτήρα ιδιωτελή…

Τα παιδιά του κυρ Αντώνη δεν στερήθηκαν τίποτα. Τίποτα όσο επέτρεπε η εποχή και το κουράγιο του ίδιου και της γυναικός του. Οι άμοιροι γονείς στερήθηκαν τα πάντα, για να έχουν τα βλαστάρια τους μια ζωή καλύτερη από αυτή που έζησαν.

Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα;…

Χριστούγεννα. Παγωνιά. Χειμώνας. Κι ο κυρ Αντώνης έψαχνε με κόπο, σμίγοντας τα μάτια, ένα βιβλίο… από τα λίγα που τύχαινε να έχει. Ήταν αυτή η ύστατη συντροφιά του. Τώρα στα γεράματα είχε την επιθυμία και το κουράγιο να μελετάει πότε-πότε κανένα εκλεκτό λογοτέχνημα.

Έψαχνε.

Θαρρώ… πως έψαχνε Παπαδιαμάντη.

***

Ή ώρα είχε περάσει κι ο κυρ Αντώνης είχε διαβάσει ολόκληρο διήγημα… «Μια ψυχή» σιγοψιθύρισε τέλος κι εσυγκινήθη.

Το διήγημα είχεν αγγίξει την ψυχή του. Αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία και ελυπάτο που είχε «χαραμίσει» τα χρόνια της ζωής του στον άχθο και την χειρωναξία. Πόσο θα ήθελε να είχε εντρυφήσει στον κόσμο των ιδεών και των απεικασμάτων! Τι δε θά ‘δινε να είχε γίνει κι αυτός ένας πιστός και πείσμων υπηρέτης του υψηλού!

Η ζωή αλλιώς είχε γράψει το χαρτί της ιστορίας των χρόνων του. Οι Μοίρες αλλιώς είχαν θελήσει το ξόδεμα των δυνάμεών του.

Ας είναι.

Το είχε δεχτεί…

Μόνο, που τό ‘χε παράπονο, για τα παιδιά του… Να σπουδάσουν, να μάθουν, να μορφωθούν (πράγμα που το πέτυχαν!) μα που, όπως έκρινε ύστερα ο κυρ Αντώνης από τις πράξεις τους, τίποτα δεν είχαν μάθει κι ίσως νά ‘ταν σε χειρότερη θέση απ’ ό,τι ήταν η δική του η γενιά στα νιάτα της!

Ω, ναι… Το σκέφτονταν αυτό συχνά.

 

Ο κυρ Αντώνης έκλεισε το δερματόδετο βιβλίο. Χάιδεψε για μια στιγμή το εξώφυλλο κάνοντας κάποιες τελευταίες σκέψεις και μ’ όμορφο συναίσθημα λογοτεχνικό… σηκώθηκε με δυσκολία κρατώντας το χερούλι της καρέκλας… Έπειτα, προμηθεύθηκε το μπαστούνι του και πλησίασε αργά-αργά προς την ταπεινή βιβλιοθήκη να βάλει το βιβλίο στη θέση του.

Το βιβλίο εφαρμόστηκε στην σχισμή της τέχνης μαγνητίζοντας και το χέρι του κυρ Αντώνη που ακούσια πώς!… το είχε αφήσει μετεωριζόμενο στο ράφι του βιβλίου.

Ήταν σκέψεις· που είχαν παρασύρει το μυαλό του. Ήταν κάποιες αδιόρατες για τον παρατηρητή, εσωτερικές φωτεινές διενέξεις… Το μυαλό του κυρ Αντώνη – του μοναχού, του έρημου, του ξεχασμένου – είχε αρχίσει να παρεισφρέει εις περιοχή σκέψης αλλόκοτη για τους πολλούς. Εις τόπο συναισθήματος βαθύ, κι αόρατο και ξένο για τους αμύητους… Πράξεις που έμελλαν ν’ εκδηλωθούν και που βρίσκονταν καιρό τώρα καλά κρυμμένες, μακριά… ακόμη κι απ’ αυτόν, τον ίδιο· τον ίδιο του τον εαυτό.

Δεν ήταν λογικό να περνάει την παραμονή των Χριστουγέννων μόνος…

Όχι!

Το έβλεπε καθαρά… Ανέντιμο! Καμία δικαιολογία! Καμία έκπτωση!

Δημιουργήθηκε βαθμηδόν η ανάγκη να κάνει κάτι εκτός των ανθρώπινων ορίων και των συνηθισμένων… Εκ βάθους αυθόρμητου ένιωσε την ανάγκη να γίνει διαφορετικός…

Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Η ιδιοσυγκρασία του ήταν πλέον μια πελώρια πλημμυρίδα της οποίας τον έλεγχο είχε απωλέσει.

Παρατηρητής θα ήταν απόψε.

Επόπτης.

Αβοήθητος… μπροστά στο αυθόρμητο μυστήριο της ψυχής του που έμελλε να εκδηλωθεί.

***

Ο κυρ Αντώνης περπατούσε μες το κρύο, πείσμων, κρατώντας το μπαστούνι του και την ψυχή του. Είχε γνώση των πράξεών του, δεν είχε τον έλεγχό τους.

Για την ηλικία του η απόφαση να βγει από το σπίτι, νύχτα, με κρύο και παγωνιά, να πάει κόντρα στη φύση και το λογικό ήταν κατόρθωμα ουκ ολίγον ασήμαντο.

Μα δεν τον ένοιαζε… Δεν ένιωθε τον κίνδυνο. Μάλιστα σχεδόν χαμογελούσε! Ένιωθε μιαν αλλόκοτη χαρά καθώς περπατούσε… μόνος, μέσα στη νύχτα με τον αγέρα να πέφει πάνω του δυνατός και να προσπαθεί να τον ρίξει!

Πού πήγαινε; Τι σκοπό είχε; Ποιος ήξερε!…

Εκείνος ένιωθε την ορμή εντός του να ξεχειλίζει. Την φύση να τον εξουσιάζει!… Αυτό ήξερε. Και περπατούσε. Μόνος. Έρημος. Μέσα στη νύχτα. Παραμονή Χριστουγέννων. Και παγωνιά…

 

Καθώς περνούσε έξω από το σπίτι του δημάρχου είδε φως, και κουρτίνα ημιδιαφανής οπισθεν του παραθύρου έδινε την δυνατότητα ο περαστικός να δει εντός του οικήματος.

Ο κυρ Αντώνης σταμάτησε. Στηρίχτηκε στο μπαστούνι του και περιέστρεψε το κυρτό του κορμί… Κοίταξε…

Μες τη βουή του ανέμου ακούγονταν αμυδρά φωνές χαρούμενες και γέλια προερχόμενα από την οικία. Θα σκεφτόταν εύλογα κανείς ότι οι άνθρωποι αυτοί χαίρονταν την εορτινή αυτή μέρα, τη μέρα της συνεύρεσης και της χαράς της οικογενείας. Θα σκέφτονταν ότι η τύχη τους χαμογελά και προστατεύει ολονών τις ζωές υποσχόμενη βίον απρόσκοπτο, όμορφο και μακρύ…

Χαρούμενες φωνές και γέλια ακούγονταν από το σπίτι του δημάρχου.

Ο κυρ Αντώνης πλησίαζε προς το παράθυρο… της χαράς και της καταφρόνιας.

***

«Παππού! Παππού!… Κοίτα!… Εμένα είναι κόκκινη η μπάλα μου!» είπε γελαστή η εγγονή στον παππού της που κάθονταν στον καναπέ.

Ο δήμαρχος διέκοψε την συζήτηση και στράφηκε προς την εγγονή του.

«Ω! Τι όμορφη μπάλα! Πού τη βρήκες Λενούλα μου;…»

«Μου την έδωσε η μαμά!» είπε η τρισχαριτωμένη παιδίσκη.

«Μα τι όμορφη μπάλα πού έχεις! Πολύ όμορφη! Μπράβο στη μαμάκα σου!»

«Ναι! Είναι! Πολύ όμορφη!» είπε ολογέλαστο το κοριτσάκι.

«Και τι θα την κάνεις, γιασεμάκι μου;! Θέλεις να την βάλουμε στο δέντρο;»

«Ναι! Ναι! Να την βάλουμε στο δέντρο!»

Το μικρό κοριτσάκι άρχισε να χοροπηδά γεμάτο χαρά κρατώντας την χριστουγεννιάτικη μπάλα με τα μικρά της χεράκια.

Ο παππούς σηκώθηκε από την καρέκλα του.

«Με συγχωρείτε μια στιγμή! Με καλεί η εγγονή μου!» είπε γεμάτος χαρά.

«Έλα, παππού! Έλα!… Μην αργείς!…» τον έβιαζε η χαριτωμένη εγγονή του.

«Έρχομαι! Έρχομαι!» έλεγε ο παππούς χαμογελώντας, απολαμβάνοντας τις μικρές χαρές της ζωής…

Ο παππούς της μικρής Λενούλας πλησίασε στο δέντρο κι έσκυψε προς την μικρή εγγονή του.

«Πού θέλεις να την βάλουμε;»

Η μικρή ανασήκωσε τους ώμους της δηλώνοντας σύγχυση για το πού μπορούσε να τοποθετηθεί η μπάλα.

«Θέλεις να την βάλουμε ψηλά;… Εκεί, ψηλά στ’ αστέρι;!» είπε ο παππούς χαμογελαστός.

«Ναι! Ναι! Εκεί θέλω!» είπε η μικρή εγγονούλα σηκώνοντας ψηλά με τα δυο της χέρια την χριστουγεννιάτικη μπάλα.

Ο παππούς πήρε την μπάλα, την σήκωσε και την κρέμασε λίγο πιο κάτω από το παραμυθένιο αστέρι των Χριστουγέννων…

«Ορίστε!» είπε. «Πώς σου φαίνεται; Σ’ αρέσει;»

«Μ’ αρέσει πολύ! Μ’ αρέσει πολύ, παππούλη!» είπε το κοριτσάκι χοροπηδώντας, γελώντας και χτυπώντας τα χέρια του.

«Ωραία! Θες κάτι άλλο;» είπε ο δήμαρχος στην μικρή του εγγονή με πονηρό χαμόγελο.

«Όχι! Όχι, παππού μου! Ευχαριστώ!» έλεγε το κοριτσάκι ακόμη χοροπηδόν.

Ο παππούς επέστρεψε στην θέση του χαμογελαστός· κάθισε αναπαυτικά κι είπε:

«Τι λέγαμε;»

«Λέγαμε ότι το γουρουνόπουλο είναι το καλύτερο έδεσμα των Χριστουγέννων, πατέρα…» είπε η κόρη του, η μητέρα της Λενούλας.

«Ναι! Ψημένο στον φούρνο με τα μπαχαρικά του και τα μυρωδικά του και τις σάλτσες του… είναι το κάτι άλλο!» πρόσθεσε ένας ανιψιός που σχεδόν έγλειφε τα χείλια του.

«Βλέπω πεινάσαμε, ε;» είπε ο οικοδεσπότης.

«Τι καλό μας έχετε φτιάξει, θεία;» είπε μια ανιψιά στην οικοδέσποινα του σπιτιού.

«Α!» έκανε χαμογελαστή η σύζυγος σηκώνοντας απαλά το χέρι στον αέρα και διαλύοντας αόρατη ομίχλη. «Κάτι που θα σας αρέσει! Ψάρι με κολοκυθάκια βραστά…»

«Ψάρι με κολοκυθάκια βραστά!» είπαν ενεοί οι περισσότεροι συνδαιτημόνες εναρμονισμένοι εν χορώ.

Ακολούθησε σιωπή… Έπειτα, γέλασαν!

«Είπα και γω!» είπε πρώτος ο ηλικιωμένος δήμαρχος ο οποίος προς στιγμήν είχε κι εκείνος «ψαρώσει» με τα καμώματα της γυναίκας του. «Ψάρι με κολοκυθάκια βραστά… Χριστουγεννιάτικα!»

Γέλασαν όλοι με την καρδιά τους.

Σε λίγο σηκώθηκαν και κάθισαν στο τραπέζι. Εδέσματα εκλεκτά κοσμούσαν την αγαπημένη οικογένεια, που άχνιζαν και σκορπούσαν μεθυστικά αρώματα χαρούμενης ζωής. Το μικρό Λενάκι, σαν αντιλήφθηκε ότι ήρθε η ώρα του φαγητού, έτρεξε στην μαμά της ρωτώντας επίμονα: «Τι έχουμε! Τι έχουμε!»

Ο μπαμπάς του μικρού κοριτσιού, πήρε τη κορούλα του αγκαλιά, την ανασήκωσε και της επέτρεψε να δει όλη την αυτοκρατορία που απλώνονταν στο μακρύ τραπέζι. Το χαρούμενο Λενάκι έτεινε το χέρι του και έδειξε, τι άλλο! τις πατάτες και το γουρουνόπουλο.

«Αυτό θέλω!» είπε. «Μπαμπά! Αυτό θέλω!»

«Έγινε, Λενάκι μου…»

Ο τρυφερός μπαμπάς έδωσε στο Λενάκι του ένα φιλί… Η μικρή ένιωσε μία εσωτερική ευφορία να απλώνεται εντός της.

«Βάλε του παιδιού, Κωστή μου, πατατούλες!» είπε ο παππούς στον γαμπρό του.

Ο στοργικός πατέρας έδωσε πρώτα μια μεγάλη πατάτα, καρφωμένη μ’ ένα πιρούνι, στην ανυπόμονη κορούλα του· έπειτα, της γέμισε ένα πιατάκι με λιχουδιές, της το έδωσε κι εκείνη έφυγε φουριόζα, να τρέξει να πάει να παίξει!

«Πρόσεχε!» την συμβούλευσε η αγωνιούσα μαμά της. «Θα πέσεις!»

«Προσέχω! Προσέχω!» έλεγε ο Λενάκι μη δίνοντας καμία σημασία στις νουθεσίες της μητρός της.

Ο παππούς χαμογελούσε με τα μουστάκια του βλέποντας την εγγονή του έτσι ζωηρή!… Η γιαγιά σέρβιρε τρυφερή τα υπόλοιπα εγγόνια της που ήταν κατά πολύ μεγαλύτερα σε ηλικία…

«Ευχαριστούμε, γιαγιά…» έλεγαν και την φιλούσαν.

Όλοι ήταν αγαπημένοι, όλοι ήταν μονιασμένοι, συντροφευμένοι, ψυχικά δεμένοι, ευτυχισμένοι.

Και γιατί να μην ήταν άλλωστε;

Γιορτές ήταν. Χριστούγεννα. Μέρες χαράς και φιλανθρωπίας… Μέρες ευτυχίας. Με την οικογένεια και την ζεστασιά της. Με τα όμορφα όνειρά της· και τις υποσχέσεις της και το βαθύ γλυκύ μυστικό της…

Την αγάπη.

***

Έξω χιόνιζε πια. Το κρύο ήταν δριμύ… Τα παράθυρα θόλωναν σιγά-σιγά. Και τα μάτια του κυρ Αντώνη δεν μπορούσαν άλλο να διακρίνουν τα πρόσωπα και τις εκφράσεις μέσα στο σπίτι.

Ήτο πλέον μόνος. Ο χιονάς κάλυπτε την πλάτη του και σκέπαζε την περιέργειά του. Έπιπτε στους ώμους του και πάγωνε κάθε του μικρή, κι ευαίσθητη ελπίδα…

Το τζάμι θόλωσε εντελώς.

Δεν έβλεπε τίποτα. Κανένα ανθρώπινο μάτι δεν θα μπορούσε να διαπεράσει το πέπλο αυτό της καταφρόνιας. Μόνο μάτια νοητά ίσως… ιδεατά… σαν των παραμυθιών… που θα διερρήγνυαν την συγκεκαλυμμένη υπόσταση του μικρού πάγου και θα παρανομούσαν ωσάν κλέφτες θρασείς και θα εισορμούσαν… εις κόσμον ξένον, άσπλαχνον, αποξενωμένον, ανέντιμα ζεστόν, αδιάφορον…

Ω! ναι… Έτσι ήταν.

 

Ο κυρ Αντώνης μάζεψε την πληγωμένη του ψυχή, πήρε στα χέρια του την χαμένη του ορμή και κίνησε να περπατά άσκοπα στον χιονιά αναζητώντας το μικρό φωτάκι των ανθρώπων που… ήταν σίγουρος!… ήταν κάπου εκεί έξω…

Το πραγματικό φωτάκι… των Ανθρώπων.

 

Χαμένος στις σκέψεις του, με το παλιό μπαστούνι του, περπατούσε στους δρόμους και τα στενά της έρημης εορτινής νύχτας. Τι ειρωνεία! Εορτή στους δρόμους! Χαρά στον χιονιά! Αγάπη στο κρύο!… Πράγματα τόσο ξένα για τους ανθρώπους… Κι όμως! Κάποιοι ευτυχούσαν σήμερα, κάποιοι γελούσαν. Έχοντας ξεχάσει, όπως κάθε μέρα της τακτοποιημένης ζωής τους, τους ανθρώπους και τον πόνο τους… Έχοντας λησμονήσει ότι άνθρωπος είναι μόνον εκείνος που βοηθά τον συνάνθρωπόν του, που προσπαθεί να κατανοήσει τους λόγους της δυστυχίας του· και σπεύδει να τους αλλάξει… Έχοντας ρίξει εις γκρεμό τ’ απομεινάρια της αυθεντικής ευαισθησίας τους, απόψε ακόμη μια φορά… οι άνθρωποι ξέχασαν πως είναι άνθρωποι… κι εκτύλιξαν την αγάπη μόνο γι’ εκείνους και τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα, και τους δικούς τους.

«Αυτό δεν είναι άνθρωπος» έλεγε με λύπη στην καρδιά του ο κυρ Αντώνης ενώ περπατούσε στους δρόμους με τον χιονιά να μεγαλώνει… «Αυτό είναι απονιά! Φύλλο μονάχο…»

Γιατί τα δέντρα έχουν κάθε τους φύλλο το ένα κοντά στο άλλο… γιατί το κάθε φύλλο ζει από τ’ άλλο και δίχως το δέντρο και την ζωή που αυτό τους εμφορεί τίποτα δεν είναι τα φύλλα… παρά μονάχα φύλλα ξερά, μοναχά, πεσμένα, φθινοπωρινά…

«Έτσι έγιναν οι άνθρωποι» σκέφτονταν ενδιαθέτως περπατών ο κυρ Αντώνης επιζητώντας, πώς! μία από μηχανής Δικαιοσύνη…

 

Κι ο κυρ Αντώνης γύρισε τους δρόμους ώρα πολλή… Περπάτησε κι ερεύνησε κάθε γωνιά πέριξ της γειτονιάς του· έψαξε όλες τις άγνωστες πτυχές και τις σκοτεινές σχισμές των τοίχων και των κρύων δρόμων… Κοίταξε σ’ όλα τα σπίτια… Μελέτησε όλα τα φαινόμενα αυτής της έρημης νύχτας· της εορτινής… Στοχάστηκε κάθε πρόσωπο που είδε…

Τίποτα.

Κανένα φωτάκι απόψε.

Καμιά απαντοχή.

Αφού εννόησε λοιπόν ότι οι άνθρωποι θέλησαν να ξεχάσουν τους ανθρώπους… αποφάσισε να γυρίσει πίσω…

Ανασήκωσε το μπαστούνι του, το χτύπησε ελαφρά στην πάχνη του χιονιά (θέλοντας έτσι να δείξει στην Φύση το κρίμα που κουβαλούν οι άνθρωποι στη ζωή τους) και κίνησε να γυρίσει πίσω, περπατώντας αργά… με κόπο, στο έρημό σπίτι του.

Δεν ήταν μόνος στη ζωή. Κι ας μην το ήξερε. Χιλιάδες άνθρωποι την νύχτα εκείνη βγήκαν στους δρόμους κι έψαχναν την χαμένη Ψυχή του κόσμου…

Πλησίαζαν στα παράθυρα, κοιτούσαν και αφουγκράζονταν τους ανθρώπους που θέλησαν μόνο τον εαυτό τους…

Έπειτα, γύρισαν κι εκείνοι στα σπίτια τους. Μόνοι… Έρημοι… Ξεχασμένοι… Και το Πνεύμα των Χριστουγέννων κατάλαβαν ότι ζούσε μόνο στα παραμύθια που άκουσαν μικροί… Τι λύπη να μην ήταν μικροί!… Τι άχθος να είναι μεγάλοι!… Τι έλλειψις να είναι η ζωή σκληρή κι αβάσταχτη σαν πέτρα… Άτλαντες ήσαν. Αιώνια δεμένοι δούλοι, σκλάβοι των Ουρανών.

Έτσι ένιωθαν.

 

Ο κυρ Αντώνης έφτασε σπίτι του.

Έβγαλε το κασκόλ του. Κρέμασε το καπέλο του. Άφησε το μπαστούνι του στην άκρη και πήγε στο κρεβάτι του. Κάθισε, έβγαλε με δυσκολία τα παπούτσια του και ξάπλωσε, έτσι όπως ήταν, με τα ρούχα. Πήρε τον Παπαδιαμάντη του… κι άνοιξε μία σελίδα. Διάβασε… «Έρωτας στα Χιόνια»

Εσυγκινήθη.

Έπειτα, άφησε το βιβλίο. Έκλεισε το φως, εκοιμήθη. Κι εκοιμήθη ώρα πολλήν ο κυρ Αντώνης, δια πολύν καιρόν… Γιατί είχε κουραστεί πια, από τον χιονιά κι απ’ αυτή την νύχτα την εορτινή κι απ’ τη ζωή του… κι ήθελε κάπως να ξεκουραστεί… Εκοιμήθη. Όπως κοιμούνται οι άνθρωποι στις μέρες μας. Εκοιμήθη ύπνον αξύπνητον, φρικώδη.

Οι άνθρωποι έξω, μη νιώθοντας τίποτα, γελούσαν· χαίρονταν· ευτυχούσαν.

Ο κυρ Αντώνης δε γέλασε ποτέ ξανά.

 

Να’ σαι καλά, κυρ Αντώνη.

Είθε το πνεύμα των ανθρώπων να γίνει πραγματικά ανθρώπινο και να ανθίσουν μέρες όμορφες ξανά και ζεστές στον κήπο της γης.

Να ‘σαι καλά, κυρ Αντώνη. Και ‘μεις ιχνηλατήσαμε τον πόνο σου και κρατήσαμε τον πόνο της ψυχής σου…

Κοιμήσου…

Αυτή η ζωή μέλλεται ν’ αλλάξει.

 

 

***

Νίκος Γεωργαντώνης

n-georgantonis-picΓεννηθείς το 1984, στον Βύρωνα Αττικής. Σπούδασε Ηλεκτρονικός Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών στο Πολυτεχνείο Κρήτης. Εξέδωσε την πρώτη του λογοτεχνική συλλογή με τίτλο “Η Βασανισμένη Ψυχή του Κόσμου” (Ποιήματα & Διηγήματα, Εκδόσεις Γκοβόστη, Δεκ.2014) στο οποίο αξιοποιεί δημιουργικά ένα μέρος του Λογοτεχνικού κεκτημένου. Έχει δημοσιεύσει έργα στον τύπο, στο διαδίκτυο, σε εφημερίδες σωματείων. Είναι μέλος του ΟΜΙΛΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ, και της Συλλογικότητας Αγώνα για την ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ.