• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Το φως λιγόστεψε στην άκρη της πόλης

Δελτίο Τύπου

Παρουσίαση βιβλίου

Το φως λιγόστεψε στην άκρη της πόλης
της Αναστασίας Βούλγαρη
από τις εκδόσεις “Εύμαρος” του Πέτρου Κακολύρη

Την Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016 και ώρα 18:00 θα παρουσιαστεί η νέα ποιητική συλλογή της Αναστασίας Βούλγαρη «Το φως λιγόστεψε στην άκρη της πόλης» στο  Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Η παρουσίαση θα γίνει με ένα θεατρικό αναλόγιο από τους ηθοποιούς Ευγενία Αποστόλου, Αλίκη Ζαχαροπούλου, Τάκη Νάτση και τον Βασίλη Παλαιολόγο, οι οποίοι  θα διαβάσουν αποσπάσματα  του βιβλίου, ενώ στο πιάνο ο Στέφανος Κορκολής, με το ευφάνταστο μοναδικό  του ταλέντο, θα συνοδεύσει τις αναγνώσεις με μελωδίες εμπνευσμένες από τα ποιήματα του βιβλίου και τραγούδια, που θα ερμηνεύσει η Σοφία Μανουσάκη. Την σκηνοθετική επιμέλεια θα κάνει ο ηθοποιός και σκηνοθέτης ο Αλέξιος Κοτσώρης.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο φιλόλογος Μανώλης Χατζηνάκης, ο ποιητής Βασίλης Κουμής και ο ζωγράφος και συγγραφέας Ανδρέας Μαράτος.

Το βιβλίο προλογίζει ο ζωγράφος και συγγραφέας Ανδρέας Μαράτος, ο οποίος φιλοτέχνησε το εξώφυλλο με το έργο του «Αναμονή ΙΙΙ».

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον Μίκη Θεοδωράκη.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΡΑΤΟΥ

Η Αναστασία Βούλγαρη συνθέτει μια ελεγεία για τη ναυαγισμένη πολιτεία. Οι πηγές της είναι διάφανες· τα νάματα μιας βιωμένης ελληνικότητας μετουσιωμένης σε ποιητική εμπειρία. Η ποίησή της διαλογική με προνομιακούς συνομιλητές τον Μίκη, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη, τον Καζαντζάκη, τον Ελύτη, μιλά για την ήττα, την προσμονή, τη μνήμη και τον έρωτα και διαρκώς ταλαντεύεται –συνειδητά και καθόλου αναποφάσιστη- ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό ψηλαφώντας τη δύσκολη διαλεκτική τους. Αλαφιασμένη γυρνά στο παρελθόν ζητώντας απ’ τον προμηθεϊκό ραψωδό που στέκει στο βράχο του χρόνου και της ιστορίας να κρατήσει κρυμμένα τιμαλφή τις ραψωδίες του  –αν ακούσουν όλα του τα έργα μπορεί να τον μισήσουν, ποιος θέλει άλλωστε ν’ ακούει στις μέρες μας αλήθειες;-. Ακούει τη γυναίκα με τα μαύρα έξω στους δρόμους και τους χρόνους της πολιτείας, όχι πια προφυλαγμένη στις σκιές του φεγγαριού μα κάτω απ’ το αμείλικτο φως της μέρας, να μονολογεί: «Δεν μπορεί, κάπου θα σε βρω…Όλη μου η ζωή μια συνεχώς αναβαλλόμενη επανάσταση κι ένας απλησίαστος έρωτας». Μας καλεί στα σταυροδρόμια των ανθρώπων με τα υλικά μιας Ρωμιοσύνης ανυπότακτης και τον πυρετό του απόλυτου έρωτα. Οικοδομεί τελικά μια νοερή εστία, μια «μήτρα τρυφερότητας» -καταφύγιο για πλάνητες μα όχι πλανημένους όταν έξω αγκομαχάει ο καιρός- κι από εκεί μας ανοίγει ένα παράθυρο σ’ έναν κόσμο που κοπιάζει, δύναται, επιθυμεί κι ονειρεύεται ακόμα. Δεν έχει αυταπάτες για όσα την πονούν και την πεισμώνουν κι έτσι γίνεται συχνά αμφίθυμη. Εκεί που βλέπει το δρόμο να κλείνει σε αιώνιο κύκλο κι απελπισμένη ακούγεται να ζητά ανάποδα ο χρόνος να γυρίσει, δεν διστάζει να ακολουθήσει μια «νεκρική πομπή κατάβασης σε πορεία μελλοντικής ανάστασης». Ξέρει πως μόνο έτσι σταματά τούτος ο διαρκής πόλεμος. Αξίζει να την ακολουθήσουμε κι εμείς.

Ανδρέας Μαράτος

Ζωγράφος-Συγγραφέας