• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου (Ναπολέων Λαπαθιώτη)

Σαν σήμερα 7 Ιανουαρίου 1944 πέθανε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (Γεννήθηκε 31 Οκτωβρίου 1888). Όπως έγραψε ο Τάσος Βουρνάς, στην περίπτωση του Λαπαθιώτη υπήρχε ένα διχασμός ανάμεσα σε μια λεηλατημένη ζωή. Οσο μπορούσε στάθηκε συνεπής εχθρός της πολιτικής βίας και της κοινωνικής καταπίεσης. Εξέφρασε την αντίθεσή του στη δικτατορία του Μεταξά και στη ναζιστική κατοχή μέχρι του σημείου να τρέφει σοβαρές συμπάθειες στο ΕΑΜ. Μάλιστα λίγο πριν από την αυτοκτονία του, το 1943, ο Λαπαθιώτης συνδέθηκε με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και τους χάρισε τα όπλα τού πεθαμένου πια στρατιωτικού πατέρα του.

Όταν το 1932 ο Λαπαθιώτης  δημοσίευσε στους «Νέους Πρωτοπόρους» το πεζό ποίημα «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου», έχει παρέλθει περισσότερο από μία δεκαετία από την πρώτη του φιλοκομμουνιστική εκδήλωση, με την επιστολή του, στις 13 Ιουνίου του 1921, στον «Ριζοσπάστη». Στις 6 Αυγούστου του 1927, με επιστολή του πάλι στο «Ριζοσπάστη» ζητούσε από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών να τον διαγράψει από το ορθόδοξο ποίμνιο.

***

Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου

…Ακούς, ακούς; ζυγώνουν οι ξυπόλυτοι -ζητιάνοι της χαράς και της αγάπης- οι καταφρονεμένοι, με τα χοντρά, τα ροζιασμένα δάχτυλα και την αδέξια την περπατησιά, για να σου στρίψουν το άσπρο σου λαιμάκι -και για να σ’ αφανίσουν, μια για πάντα, μεταξωτή μυγιάγγιχτη κουκλίτσα, καμαρωτή μικρούλα τιγριδούλα, κοκώνα με τη σάπια την ψυχή!…

* * *
Φτάνουν απ’ τα πέρατα του κόσμου, μ’ αξίνες, με σφυριά και με δρεπάνια, για να σου δώσουν τώρα, μια για πάντα, το μεγάλο μάθημα τ’ αξέχαστο, της πρώτης και στερνής δικαιοσύνης, καθώς την πήραν απ’ τα χέρια της ζωής -με τα θαμπά και τ’ άξεστα μυαλά τους πυρ­πολημένα από την αγανάκτηση…

* * *
Ξεμπουκάρουν απ’ όλες τις μεριές -και φτά­νουν, όλο φτάνουν, όλο φτάνουν- σέρνοντας τις θολές τους τις καρδιές, με την ακατάλυτη στοργή, και με τ’ ανεξερεύνητα τα μίση -για να σε μάθουν πράματα μεγάλα- πράματα μεγά­λα κι’ αλησμόνητα, που θα τ’ ακούσεις μια φορά για πάντα, που θα τα νιώσεις μια φορά για πάντα, και πια δε θα μπορείς να τα ξεχά­σεις.

* * *
Έρχονται τώρα, με σφιγμένα δόντια και μ’ ανταριασμένα τα μαλλιά, να σε πατήσουν με τ’ αγροίκα πόδια τους, να σε ποδοκυλίσουν αδυσώπητα, μέσ’ στο χρυσό σου τραγικό πα­λάτι -να σπάσουν τη φαρμακερή καρδιά σου, με το θυμό που σπάνε τ’ αποστήματα -να σ’ αφανίσουν τώρα, μια για πάντα -να σβήσεις απ’ τη μνήμη των ανθρώπων, για το κρίμα που τους έχεις κάνει, να τους αναθρέψεις με το μίσος, και με το μαύρο βόγγο στην ψυχή…

* * *
Φτάνουν οι γυμνοί κι αδικημένοι -κι οι τα­πεινοί κι οι καταφρονεμένοι- που μέρα νύχτα τους κεντούσες με τα σίδερα, για να σου γλύ­φουν δουλικά τη φτέρνα- πλακώνουν τώρα, κύμα μανιασμένο, να τραγανίσουν τη ζεστή καρδιά σου, για το μεγάλο κρίμα που τους έκανες, να τους σκοτώνεις αναμεταξύ τους, για να ρουφάς τα δόλια τους μεδούλια, και να χορταί­νεις, μέσ’ στην ξενοιασά σου, καλοθρεμμένο τέρας αστικό…

* * *
Ξυπνούν οι σκλάβοι απ’ όλες τις μεριές, να σε ξεσκίσουν με τα μαύρα νύχια τους, γιατί πει­νούσαν και διψούσανε γι’ αγάπη -και συ τους πότιζες, δεν ξέρω πόσα χρόνια, τους πότιζες με ξύδι και χολή…

* * *
Γιατί τότε μόνο, τότε μόνο, το πράμα αυτό που κράζουν ουρανό, θα ξαναγίνει πάλι γαλανό· γιατί τότε μόνο, τότε μόνο, θα τραγουδήσουν πάλι τα πουλιά, και θα μοσκοβολήσουν τα ρόδα· γιατί τότε μόνο θ’ ακουστεί το καθαρό τρα­γούδι του αηδονιού, και τ’ άστρα, που είναι σκόρπια στο διάστημα, θα ξαναβρούνε την πα­λιά τους όψη! Τότε κι η Στοργή θα κατεβεί, να φιλήσει στα χείλη τους ανθρώπους…

* * *
Γιατί μόνο τότε, μόνο τότε, μόλις χαθείς αγύ­ριστα, για πάντα, και τα κλαμένα βλέφαρα στεγνώσουν, και γίνουν ιλαρά τα μάτια πάλι- τότε μονάχα θα ξανακουστεί, μεσ’ απ’ τα μαύρα βάθη της αβύσσου, χαρμόσυνη, λαμπρή κι αγ­γελική, μια φοβερή κι απέραντη φωνή -φωνή της μακρινής κι ακατανόητης, τώρα, Σοφίας της Δημιουργίας…