• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Όταν οι ποιητές γράφουν για τους μετανάστες

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης //

Δεν είναι η πρώτη φορά που το Ατέχνως παρουσιάζει ποιητές που γράφουν για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες (σε συλλογικό κείμενο ή ατομική παρουσίαση) και που υψώνουν το ανάστημα τους ενάντια στις δολοφονικές πολιτικές της Ευρωπαικής Ένωσης, της FRONTEX και των ιμπεριαλιστικών χωρών και ενάντια στον πόλεμο και στην καταστροφή, ούτε θα είναι και η τελευταία. Για άλλη μια φορά λοιπόν, κάνουμε την επιλογή αυτή και διεκδικούμε να αναδείξουμε ότι η ποίηση και η τέχνη γενικότερα, καθώς κι οι ίδιοι οι δημιουργοί, αυτοί που τουλάχιστον αποτελούν οργανικό τμήμα της εργατικής τάξης, μπορεί και οφείλει να βρίσκεται δίπλα στους απλούς ανθρώπους που χάνουν την περιουσία τους, τη ζωή και τους δικούς τους ανθρώπους στο βρώμικο βωμό του καπιταλιστικού συμφέροντος.

Σε αυτό το αφιέρωμα, χωρίς ενδιάμεσο σχολιασμό από την πλευρά μας, θα παρουσιάσουμε ποιήτριες και ποιητές, νέους και παλιότερους δημιουργούς, που γράφουν για τις δολοφονίες των μεταναστών στο Φαρμακονήσι, στην Λαμπεντούζα και αλλού, που απλώνουν χέρι αλληλεγγύης στα ταξικά τους αδέρφια και που διεκδικούν να μπει ένα οριστικό τέλος στον πόλεμο, στην κοινωνική εκμετάλλευση και εξαθλίωση, στο ρατσισμό και το φασισμό. Οι συνθήκες διαβίωσης και τα συναισθήματα των κυνηγημένων προσφύγων δεν παιρνούν απαρατήρητα από τους ποιητές ενώ παρουσιάζονται κατά  περίπτωση και εκείνοι οι ανθρώποι που έχουν αναλάβει χωρίς τη θέληση τους και για συμφέροντα άλλων να εμποδίσουν την υποδοχή των μεταναστών. Και μπορεί η ποίηση να μην μπορεί από μόνη της να φέρει τις αλλαγές χρειαζόμαστε – υπάρχει ανάγκη για άλλες διαδικασίες, πολιτικής έκτασης, μαζικές και από τη βάση της εργατικής τάξης σε ευθεία σύγκρουση με αυτές τις πολιτικές κι όχι συμβιβάζοντας τα αταίριαστα – όμως έχει απαράβατο καθήκον να βγει μπροστά. Να έρθει ακόμα και σε σύγκρουση με ιδεαλιστικές λογικές εντός κι εκτός της ποίησης που προσπαθούν είτε να αποπροσανατολίσουν πάνω στα κεντρικά σημεία του θέματος, είτε να λειτουργήσουν σαν ανάχωμα στις αντιδράσεις των εργαζομένων.

Στη μικρή ανθολογία που ακολουθεί, τα ποιήματα είτε έχουν δημοσιευτεί στο Ατέχνως, είτε αναδημοσιεύονται από άλλες λογοτεχνικές σελίδες (αναφέρονται στο τέλος του αφιερώματος). Από την πλευρά μας ζητάμε από τον φίλο αναγνώστη όχι μόνο να διαβάσει τα ποιήματα αλλά και να βοηθήσει στη διάδωσή τους. Γιατί το μεγαλύτερο όπλο της ποίησης είναι η επικοινωνία με τους πραγματικούς δημιουργούς της: του ανθρώπους του μόχθου, μακριά από εθνικές και άλλες διαωριστικές γραμμές.

poiites2

 

Δώρα Μουντράκη, Εκμετάλλευση  αλλογενών

Στη λιτανεία των αστυνομικών, στην πειθαρχία της τάξης
ή στην υγρασία οροφής του βρόμικου υπογείου
αναπνέουν ανίσχυροι αστερισμοί σκαφιδωτού ουρανού,
σχήματα λιθοξόου εξαθλίωσης παραδαρμένου χώρου
στη χειροποίητη αποτύπωση ανθρώπινης δυστυχίας
και στο προαύλιο των ματιών τις δακρυσμένες πλάκες
των αχθοφόρων μεταναστών στον πέλεκυ του κράτους.

Στην ακροστασία των έντρομων, στη στέρηση της ζέστης
ή στην ανάγκη φαγητού του πεινασμένου χνώτου,
θρηνούν αποχειροβίωτοι εργατικοί του άθλιου μισθού,
ανθογραφία εξόριστης ομορφιάς παραποτάμιου όρμου
στην κατασκότεινη σπηλιά διογκωμένου φόβου
και στο λιμναίο των κορμιών τις ιδρωμένες πλάτες
των σκλαβωμένων αλλογενών στο έθνος των αισχρών.
(από την συλλογή «Ανθρώπων πάλη»)

Θάνος Λουμπρούκος, Φαρμακονήσι

Φύλαξες σκοπιά και τι κατάλαβες;
Ριπές μετάλαβες από αναποδιά.
Σήματα καπνού με τον ασύρματο:
άντε, ξεκίνα το! (κρίση πανικού)

Πέρναγε ο στρατός με τα F-16 τους,
ραντάρ στην τάξη τους – σμήναρχος δειλός.
Αϊ-Γιώργη εσύ στραβά λογάριασες
και δε χαμπάριασες νύχτα τη Σφαγή.

Κρούσματα πολλά με γιώτα τέσσερα
και δεκατέσσερα χάπια στη σειρά.
Έλεγχος σκληρός – επιθεώρηση –
Σινούκ θεώρηση, έγκλειστος καιρός.

Τρόφιμα, νερό για την ενέδρα τους.
Είχαν στην έδρα τους φύλακα Ουρανό.
Σύροι κι Αφγανοί οι μετανάστες μας
αφού οι δυνάστες μας ψεύτικα ικανοί.

Πέρασα τζιτζί, αχ Φαρμακούσα μου.
Έγινες μούσα μου, ποίηση χακί!
Μάνο θα πνιγώ, την Τρίτη έφυγα,
δεν το απέφυγα. Λάντζα για την Κω.

 

Τέλλος Φίλης, Κάιρο, Δαμασκός, Κίεβο

Κάιρο, Δαμασκός, Κίεβο
όλη τη νύχτα
μα το πιο πυκνό σκοτάδι
στο Φαρμακονήσι
ένας κόσμος με «ψυχολογικά προβλήματα»
μόνη διέξοδός του η αυτοκτονία

και ο ύπνος μια χαμένη άνοιξη
που διαπραγματεύεται αν θα ανθίσει
ζητά ενα πλεόνασμα ανθρωπιάς
που πια απο καιρό δεν διαθέτουμε.

Γιώργος Τζαμαδάνης, Για τους πρόσφυγες

Και τώρα τι θ’ απογίνεις;
η θάλασσα μπροστά
σε θέλγει μαυροφορεμένη
και πίσω σου κακοτράχαλα
σπίτια γκρεμισμένα
πόλεμος, προσφυγιά…
κι εσύ, τα παιδιά, οι γριές
γαντζωμένοι σ’ ένα σαπιοκάραβο,
στη νεκρόφιλη ελπίδα
για τη σωτηρία
Και σαν στη στεριά
φτάνετε μετριέστε,
κορμιά πνιγμένων στην
ανέκφραστη θάλασσα,
μα δεν μπορεί φιλόξενοι
θα ναι οι άνθρωποι,
σκύβετε και φιλάτε το χώμα,
μα ο Ξένιος Ζευς παραμονεύει.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Απάτριδες

 Εμείς οι απάτριδες
πάνω σε κόκκινο χαλί βαλμένοι
με τα σκονισμένα μας παπούτσια,
με τα μαλλιά αφρόντιστα.
Έτοιμοι για χειραψίες-ρυμουλκά.
Τις εσωτερικές μας σκάλες ανεβοκατεβαίνουν χρησμοί
μέχρι που σπάνε από καθαριότητα.
Κλέβουμε ένα χαμόγελο, μια λέξη, αλλά δεν πλουταίνει
ούτε η γλώσσα ούτε η καλοσύνη μας.
Περιμένουμε εδώ ανέκδοτα ερωτηματοιλόγια,
κάποια μορφή αφαλάτωσης, είναι μια δήλωση
που υποστέλλεται δηλαδή
και μια υπογραφή ακόμη που λείπουν
μια φωτογραφία μας όταν κλοτσάμε αβαθή νερά,
τέτοια που δεν σηκώνουν κύματα.
Ούτε αντιρρήσεις.

 Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Θρήνος

Φουρτούνιασε η θάλασσα.
Απελπισμένα κύματα
χτυπιούνται στα βράχια.
Η θάλασσα φωνάζει:
-Όχι, άλλον ΑΪλάν!
Και φτάνει ο αντίλαλος
στη Λαμπεντούζα,
στο Φαρμακονήσι
και σ’ όλη τη Μεσόγειο.
Κλαίνε οι γλάροι:
-Όχι, άλλον Αϊλάν!
Και μένει μέσα μου ο θρήνος,
που κάθε βράδυ με ξυπνά
και μου ζητάει να παλέψω.

Βασίλης Κανιάρης, Στη θάλασσα;

Στη θάλασσα;
δεν πάω πια για μπάνιο
δεν θέλω πια να βλέπω τους νεκρούς
που φτάνουνε στην άκρη της πνιγμένοι.
Το κλάμα τους, εσύ, δεν το ακούς ;

Η θάλασσα;
δεν είναι για παιχνίδια
να χαίρονται στην άμμο τα παιδιά
η θάλασσα; δεν είναι πια η ίδια
κακούργα  είναι, του κόσμου μητριά.

Επήγα, μία μέρα, τελευταία
|και μ΄ άγγιξε στην πλάτη ένας νεκρός
με ξύπνησε, μου είπε  «Καλημέρα,
τελείωσε ο καπιταλισμός»

Στη θάλασσα;
μην πάτε, πια δεν είναι
χαρά που ήταν κάποτε για μας
στ΄ αντάρτικα λημέρια ανεβείτε
ζυγώνει ο καιρός της Λευτεριάς.

(Σεπτέμβριος 2015)

 

(πηγές ποιημάτων: Δώρα Μουντράκη, Βασίλης Κανιάρης από το Ατέχνως, Ιωάννα Διαμαντοπούλου (Απάτριδες) και Θεοχάρης Παπαδόπουλος (Θρήνος) από το Κόσκινο, Θάνος Λουμπρούκος και Τέλλος Φίλης από το Εντευκτήριο, Γιώργος Τζαμαδάνης (Για τους πρόσφυγες στην Εργατική Αλληλεγγύη)