• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Δεν είναι αργία, είναι απεργία

Γράφει ο Σφυροδρέπανος //

Το ποδόσφαιρο έχει χαρακτηριστεί μπαλέτο της εργατικής τάξης. Κι οι αγώνες που γίνονται κεκλεισμένων των θυρών μοιάζουν με μπαλέτο, χωρίς μουσική συνοδεία. Τι σχέση έχουν όμως με την εργατική τάξη και τους δικούς της αγώνες οι υψηλόμισθες μπαλαρίνες, δηλ οι παίκτες που προσφέρουν το θέαμα εντός αγωνιστικού χώρου; Και τι γίνεται όταν αυτοί οι τελευταίοι αποφασίζουν κατέβουν σε απεργία;

Μπορεί να μην είναι εύκολο να συνδέσει κανείς τους ακριβοπληρωμένους αστέρες με το γνωστό σύνθημα «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» (κι αυτό παρά τη διεθνιστική σύνθεση των περισσότερων ομάδων, που μετά το νόμο Μπόσμαν και τα ανοιχτά σύνορα, είναι ένα μωσαϊκό λαών), αλλά από τη στιγμή που το ποδόσφαιρο έμπλεξε στα δίχτυα της εμπορευματοποίησης κι έγινε επαγγελματικό, οι αθλητές θεωρούνται επαγγελματίες, με συγκεκριμένες υποχρεώσεις αλλά και δικαιώματα. Μόνο που αυτά τα τελευταία δεν είναι διασφαλισμένα κι αυτονόητα, όπως θα πίστευε ένας εξωτερικός παρατηρητής.

Γι κάθε μεγάλο άσο, με παχυλό συμβόλαιο, υπάρχουν δεκάδες συνάδελφοί του που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα (από τη μισθοδοσία μέχρι την ασφάλισή τους και την περίθαλψή τους σε περίπτωση τραυματισμών), ακόμα και για τη στοιχειώδη επιβίωσή τους πολλές φορές. Βρίσκει ισχύ δηλαδή ο γενικός κανόνας για όλους τους χώρους του θεάματος (ηθοποιοί, τραγουδιστές, δημοσιογράφοι και τηλεοπτικοί παρουσιαστές, κτλ) και όχι μόνο.

Αυτό ακριβώς το χάσμα μεταξύ της ελίτ και της «πλέμπας» είναι που υπαγορεύει τη στάση της (συντριπτικής πλειοψηφίας της) αφρόκρεμας, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, κι αναδεικνύει τις διαφορές και την «ταξική διαστρωμάτωση» που υπάρχει στον «κλάδο».
Κάτι που είχε γίνει φανερό, πριν από μερικά χρόνια, στην απεργία των Ελλήνων παικτών της Α1, στο μπάσκετ, όταν μερικοί διεθνείς, με επικεφαλής το Λάζαρο Παπαδόπουλο, είχαν μπει μπροστάρηδες στην κινητοποίηση και την αποχή από τους αγώνες της πρεμιέρας του πρωταθλήματος. Μια πρωτοβουλία που σκόνταψε ωστόσο στην πράξη, στους συμπαίκτες τους στην Εθνική, το Σπανούλη, το Διαμαντίδη, και όλους τους καλαθοσφαιριστές που αγωνίζονταν στους δύο αιώνιους, ΠΑΟ και Ολυμπιακό, και δεν ήθελαν να ρισκάρουν τα μεγάλα συμβόλαιά τους, με μια απεργία. Παράλληλα διεκτυλίχθηκαν σκηνές απείρου κάλλους, με τα ΜΑΤ να εισβάλουν στα παρκέ για να προστατέψουν το προϊόν του ΕΣΑΚΕ και να απομακρύνουν την υποτυπώδη περιφρούρηση των μελών της διοίκησης του ΠΣΑΚ –κάτι που σήμανε και το κύκνειο άσμα του Λάζου στο τιμόνι της διοίκησης.

Αυτή τη φορά, το μπαλάκι (ή μάλλον η μπάλα) περνάει στους ποδοσφαιριστές και τον (συνήθως διακοσμητικού χαρακτήρα) ΠΣΑΠ, που είδαν την υπομονή τους να εξαντλείται με την αθέτηση των συμφωνηθέντων από τις ποδοσφαιρικές αρχές (ΕΠΟ, Super League) και ζητάει για τα μέλη του συνδέσμου (τους επαγγελματίες των 491 ευρώ, όπως αναφέρονται σε μια ανακοίνωση) μια σειρά μέτρα, όπως τη δημιουργία ενός εγγυητικού ταμείου, για τους ποδοσφαιριστές που μένουν ξεκρέμαστοι από τις ΠΑΕ που υποβιβάζονται σκόπιμα στις ερασιτεχνικές κατηγορίες, για να απαλλαγούν τα χρέη τους, κι αφήνουν πίσω τους φέσια και απλήρωτους παίκτες.

Το ζήτημα βέβαια είναι πως οι μεγάλες ΠΑΕ μπορούν να χρησιμοποιήσουν πολύ εύκολα ως «απεργοσπαστικό μηχανισμό» τη λεγεώνα των ξένων, που δεν υπάγονται στο ίδιο όργανο, ενώ και η ΕΠΟ (που έχει συμφωνήσει στο αίτημα του ΠΣΑΠ και φέρει ευθύνη για όσα δεν έχουν γίνει) απειλεί με τιμωρία τις ομάδες που δε θα παρατάξουν πλήρη σύνθεση στον αγωνιστικό χώρο.

Η απεργία μοιάζει λέξη απαγορευμένη, ακόμα και σε αυτό το επίπεδο. Κι οι (ποδοσφαιρικές και πολιτειακές) αρχές βρίσκονται πάντα στο πλευρό των ανώνυμων εταιριών και των προέδρων τους. Αλίμονο τώρα αν η μπάλα πάψει να λειτουργεί ως όπιο για τους οπαδούς και τους λαούς των ομάδων, κι αρχίσει να περνάει άλλα αγωνιστικά μηνύματα.