• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η «αποκατάσταση» των Μικρασιατών προσφύγων στη νεοελληνική λογοτεχνία

Της Αναστασίας Αβραμίδου, μέλους του ΔΣ της Πανελλήνιας Ενωσης Φιλολόγων

 

Στην ομιλία μου θα αναφερθώ στον τρόπο που απεικονίζεται η εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων στην ελληνική λογοτεχνία και η λεγόμενη αποκατάστασή τους στη νέα πατρίδα, την Ελλάδα. Ένα θέμα πολυδιαβασμένο και πολυσυζητημένο. Η δική μου προσέγγιση θα γίνει μέσα από τα έργα τεσσάρων λογοτεχνών που τους συνδέει η κοινή πολιτική τους θέση. Συμμετείχαν στο εργατικό λαϊκό κίνημα του Μεσοπολέμου, στρατεύτηκαν στο ΚΚΕ, είχαν ενεργό δράση στη διάρκεια της Κατοχής και στον Εμφύλιο και διώχθηκαν μετά από αυτόν.  Τα βιβλία  που επέλεξα είναι πολυδιαβασμένα -αν και σήμερα δε φιγουράρουν στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, και δυστυχώς τραγικά επίκαιρα. Πρόκειται για τα έργα :  Ο εικοστός αιώνας της Μέλπως  Αξιώτη (1946),  το Συννεφιάζει (1946 ή 1948) και η Αγέλαστη άνοιξη (;) του Μενέλαου Λουντέμη, Το ξεκίνημα μιας νέας γενιάς , Από τα βαλτονέρια της Μεγάλης Ιδέας του Θέμου Κορνάρου (το βρήκα στο αρχείο του Περιοδικού Θέματα Παιδείας, για το αφιέρωμά τους στις εκδόσεις των πολιτικών προσφύγων) και το Σαν τα τρελά πουλιά της Μαρίας Ιορδανίδου (1978)[1].

Σύμφωνα με τον Αναστάση Γκίκα, που ασχολήθηκε και με το ζήτημα των Μικρασιατών προσφύγων,  η στέγαση ήταν μία από τις βασικότερες παραμέτρους της αποκατάστασής τους. Οι δυσκολίες τεράστιες: ο τεράστιος αριθμός των προσφύγων, η αισχροκέρδεια των εργολάβων και οι κακοτεχνίες τους, η έλλειψη νερού, οι κρατικές αποζημιώσεις που δεν δόθηκαν σχεδόν ποτέ (μόνο για το 25%) ή μπήκαν στα εκλογικά παζάρια του τότε δικομματισμού. Συγχρόνως έγινε προσπάθεια βάσει σχεδίου να ενταχθούν σε ξεχωριστές κοινότητες και να καταμεριστούν σε εκλογικές περιφέρειες που βόλευαν πολιτικά τις εκάστοτε κυβερνήσεις (βλέπε ανάλογη εγκατάσταση Ποντίων εκ Ρωσίας τη δεκαετία του ‘90). Άλλοτε η εγκατάστασή τους έγινε με γνώμονα τις βιομηχανικές περιοχές που χρειάζονταν φθηνά εργατικά χέρια. Η μεγάλη θνησιμότητα, η ανεργία, η έλλειψη ιατρικής περίθαλψης , ο συνωστισμός σε ελάχιστο χώρο, οι τενεκεδουπόλεις ήταν τεράστια προβλήματα. [2]  Συγχρόνως, πάντοτε υπήρχε από τους κρατούντες ο φόβος ριζοσπαστικοποίησης των εξαθλιωμένων:  ο πρόεδρος της ΕΑΠ δήλωνε: τα παιδιά πεθαίνουν από ανάγκη και οι άνθρωποι γίνονται αναρχικοί…  [Η] Ανακούφιση της απόγνωσης σε τέτοιο βαθμό αποτελεί πολιτική αναγκαιότητα όσο και ανθρώπινη υποχρέωση.[3]

Ο  παιδαγωγός Γληνός γράφει σχετικά το 1936:Ο πρόσφυγας ύστερ’ από δεκατρία χρόνια ζώντας ακόμα μέσα σε συνθήκες αφάνταστης αθλιότητας στο Γκαζοχώρι, στα Παλαιά Σφαγεία, στο Σκοπευτήριο, στο Περιστέρι, στην Κοκκινιά και σε χίλιους άλλους συνοικισμούς, μέσα σε συνθήκες που ατιμάζουν τον πολιτισμό μας.[4]

Ας περάσουμε στα ίδια τα λογοτεχνικά έργα. Οι σκηνές της άφιξης και η πρώτη επαφή προσφύγων και ντόπιων αποδίδουν όλη την τραγικότητα της  βιωμένης  εμπειρίας  των πρώτων, την ακραία εξάντληση του σώματος και της ψυχής τους καθώς και  την απελπισία τους[5].  Πρόκειται για «σκληρές» σκηνές, που για μας σήμερα είναι  σοκαριστικές ίσως, ανταποκρίνονται όμως  στην σκληρή πραγματικότητα της εποχής. Ο Κορνάρος, που στο επιλεγμένο έργο του αυτοβιογραφείται, τοποθετεί την ιστορία του σ’  ένα χωριό της Μακεδονίας, όπου οι ντόπιοι μετά από πρωτοβουλίες   των παιδιών έχουν προετοιμαστεί να υποδεχτούν τους πρόσφυγες που φτάνουν με το τρένο. Εκτός από τον ωμό ρεαλισμό που χρησιμοποιεί δεν ξεχνάει να αναφέρει την αιτία για την κατάντια τους : τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που προηγήθηκε. Βουβοί στέκονται οι ντόπιοι. Βουβοί κι αυτοί που ήρθανε. Αντικριστά. Ποιος θα είναι ο πρώτος λόγος που θ’ ακουστεί; Τι λένε σ’ αυτή την περίσταση; […] Όπου κι αν πέσει η ματιά σου θα τσαλαβουτήξεις σε πρασινοκίτρινες λάσπες που όταν προσέξεις είναι ενεργητικές πληγές. Βλέπεις κοκαλωμένες ματιές που ήρθανε μόνο για να φέρουνε θανατικό.[…] Πρώτη κατεβαίνει μια μαυροφορεμένη γριούλα με φαρδιές βράκες της Ανατολής. Ακολουθούν κι άλλοι μαυροφορεμένοι. Μαύροι  ή  βρόμικοι οι μπόγοι. Κι όμως  ο χρωματισμός που δίδει τον αποφασιστικό τόνο είναι ο κίτρινος. Κι έρχεται από τα πρόσωπα των προσφύγων. Ακόμα και τα μάτια κίτρινα. […] Ο πόλεμος ρούφηξε όλο το καρνάδο αίμα του σφρίγους, πιπίλισε όσο μπορούσε πιο σφιχτά την κάθε φλέβα, κι όταν φάνηκε στον πίνακα των προσώπων το πινέλο με την ώχρα, τότε με το σιδερένιο του χέρι σφεντόνισε από τη μια στεριά στην άλλη όλες τούτες τις στιμμένες, λασπωμένες λεμονόκουπες με το θαμπό κίτρινο χρώμα.

Μαλλιά σύρριζα κουρεμένα, κεφάλια κοριτσιών φορτωμένα αδέξιες ψαλιδιές, αγόρια φορούνε κάποιο φουστάνι που βρέθηκε για να μην περιφέρονται γδυμνά, και κοπέλλες είναι φορεμένες με τρύπιες κουβέρτες. […]  Οι πρασινοκίτρινες πληγές που βλέπεις σε μάγουλα, κούτελα, λαιμούς, δεν είναι από φωτιά ή από μαχαίρι. Τα παιδάκια που καρφώνουνε τα μαύρα βρόμικα νύχια τους και ξύνονται με μανία, σου μαρτυρούνε πως η ψείρα που θρέφεται από τα’ απομεινάρια του πολέμου, δεν περιφρονεί μηδέ το πύο, μηδέ το πτώμα. […].  Η πρώτη λέξη που ακούστηκε ήταν τούρκικη: Νερό![6]

Για τις συνθήκες στέγασης  των προσφύγων γράφει η Αξιώτη για έναν προσφυγικό συνοικισμό στον Πειραιά: Ήτανε μπαράγκες μπαράγκες. Ενώνονταν η μια απ’ την άλλη με το ποτάμι του οχετού. Βρόμα; Μέχρι λιποθυμιά. Το κάτουρο και τα χοντρά; Ως απάνω. Τα παιδιά; Σαν τη μούμια που της αφαίρεσες    τα σωθικά κι εσούφρωσε σαν τον πλισέ, και της έμειναν μόνο μάτια […] Εφυσούσε αγέρας. Ήταν η μεριά ξάνεμη. Από πάνω απ’ την κεφαλή, χτύπαγε ένα πράγμα ντουκ ντουκ, πολύ κανονικά, σαν ταμπούρλο, σαν ντέφι. Αψήλωσε τα μάτια της κι ήταν η σκεπή που έπαιζε. Μια λαμαρίνα, ένας ντενεκές σκουριάρης, ξεφτισμένος, πήγαινε πέρα δώθε, σαν σκισμένη σημαία που έπεσε χάμω και ανεμίζεται [7. Επίσης δεν της διαφεύγει η κερδοσκοπία των τραπεζών με τα δάνεια κατοικίας προς τους πρόσφυγες: Πέρασαν πολλά χρόνια, ώσπου ο κόσμος καταγάλιασε. Σαν τα σκουλήκια τρύπωσε μες σε κοτέτσια που η διεθνής φιλανθρωπία τού τά’ δωσε, κάνοντάς του τη χάρη να τα πληρώσει με υπομονή. Κι αν δεν προλάβαινε ο παππούς, δεν πειράζει, είναι το εγγόνι του.[8]

Αυτός όμως που ήταν ο ίδιος προσφυγόπουλο και αυτοβιογραφείται σε μια τετραλογία του ως Μέλιος, ο Λουντέμης, έχει προσωπικές εμπειρίες από την εγκατάσταση των προσφύγων στη Μακεδονία, στην  ύπαιθρο. Στην Αγέλαστη άνοιξη ο Μέλιος φτάνει σ’ ένα προσφυγοχώρι  το σούρουπο και έχει την αίσθηση ότι είναι ακατοίκητο. Οι άνθρωποί του πεθαίνουν, γιατί πίνουν νερό από έναν βούρκο. Η γη είναι χέρσα και ζουν από τα αγριόγκορτσα. Η αγανάκτηση των ανθρώπων που ζουν στο έλεος του θανάτου εκδηλώνεται στην οργισμένη  στάση του κυρίου Πυθαγόρα, γιατρού από τη Σμύρνη, όταν νομίζει ότι ο επισκέπτης του, ο Μέλιος,  είναι της Αποκαταστάσεως:  Είσαι της Αποκαταστάσεως; συνεχίζει πάντα εχθρικά ο άνθρωπος. Έλα. Έχω ολίγον στο στόμα μου. Έλα να στο πτύσω! Αγγελοκάμωτη… φωνάζει μία από τις κόρες του. Φέξε στον ευεργέτη μας να ανέλθει. Έλα σωτήρα μας. Σε αναμένομεν με το νεράκι στο στόμα.[9] Και λίγο παρακάτω, αφού αντιληφθεί  ότι ο ξένος είναι παιδί ακόμη και ζητήσει συγγνώμη για το φέρσιμό του,  αναφέρει ότι πίνουν το νερό τους από ένα μικρό βάλτο γεμάτο βατράχια και κουνούπια. Και αναρωτιέται: Γιατί μας έφεραν εδώ; Ερωτώ εσένα διότι οι άλλοι σιωπούν. Γιατί μας έφεραν;… Επειδή εβρήκαν μίαν εκκλησίαν. Μα οι εκκλησίες ζουν χωρίς νερό και χώμα. Τους αρκεί ένα κυπαρίσσι. Πολλές φορές ούτε κι αυτό. Γι’ αυτό σου απαντώ εγώ. Απλούστατα. Οι άνθρωποι θα πεθάνουν. Ιδού ο λόγος δια τον οποίον μας έφεραν εδώ. Μας κατεδίκασαν εις θάνατον και μας έφεραν εδώ δια να εκτίσωμεν την ποινήν μας.[10]

Αλλά και οι αιτίες της κατανομής τους ανά την Ελλάδα και οι υπαρκτές συγκρούσεις με τους μεροκαματιάρηδες ντόπιους δεν αποσιωπούνται στο έργο του Κορνάρου. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι από τις αρχές του 20ου αι. είχαν προηγηθεί τρεις πόλεμοι και ο ελληνικός λαός ζούσε ήδη σε μεγάλη ένδεια. Στα καπνοχώραφα της Θεσσαλίας, όπου εργάζονται τόσο ντόπιοι όσο και πρόσφυγες εργάτες γης, ένας ντόπιος, ο Στάθης, βγάζει όλο το άχτι του : βρίζει τους πρόσφυγες που πιάσανε όλες τις δουλειές και οι ντόπιοι δε βρίσκουνε πια μεροκάματο, και τώρα θέλουνε οι μάγκες να σου γίνουνε και πλούσιοι, να κάνουνε αυτοί τα καπνά, και να παίρνουνε αυτόν τον Στάθη εργάτη τους. Μωρέ μούτρα! Ακούς απαίτηση! Εξυπνάκηδες, χαραμοφάηδες, από πού κι ως  πού δηλαδής είναι δικά τους τα τούρκικα τσιφλίκια; Αυτά είναι, λέει, αυτονών που τα δουλεύουνε από πάππου προσπάππου. Αυτοί, ας μη φεύγανε από τις περιουσίες και από τα μέρη τους. Μια πέτρα να έπιανε ο καθένας θα τους τάχανε τσακίσει τα κεφάλια της Τουρκιάς. Μα πού φιλότιμο! Εμείς έπρεπε να πάμε να σκοτωνόμαστε για λόγου τους, κι ύστερα έρχονται οι κόντηδες και μας ζητάνε να τους θρέψουμε ζωή κι αυτούς και τα φούμαρά τους. Εμείς δεν έχουμε να φάμε, δεν χωράμε στην ψωροκώσταινα, κι ορίστε κι ενάμιση εκατομμύριο τουρκόσποροι να σου παρασταίνουνε τους Ρωμηούς  και να γυρεύουνε μερτικό από τη γη μας. Μα δε φταίνε, λέει, αυτοί παρά οι κερατάδες που τους κουβαλήσανε ξεπίτηδες για να τους ψηφίζουνε…[11]

Όμως μια τέτοια συμπεριφορά προς τους τουρκόσπορους  είναι μονόπλευρη. Οι συγγραφείς που επέλεξα δεν ξεχνούν να αναφέρουν και αυτή τη μερίδα των γηγενών που συμπαραστάθηκαν σε δυστυχισμένους ανθρώπους, με τους οποίους τελικά τους ενώνει ο αγώνας των φτωχών για την επιβίωση. Οι κάτοικοι του γειτονικού χωριού μετά από παρότρυνση του Μέλιου αποφασίζουν να βοηθήσουν τους κατοίκους του προσφυγικού χωριού που ζει και ο γιατρός εκ Σμύρνης, Πυθαγόρας. Καταλαβαίνουν ότι διαφορετικά θα πεθάνουν όλοι από ασιτία και λειψυδρία. Αποφασίζουν να στείλουν κι αλεύρι-ένα κόσκινο ο ένας, μπορεί και δύο- θα βρεθεί. Όμορφα Μέλιο να τα κάνουμε όλα αυτά. [Και σε λίγο] Τα κάρρα κυλούσαν κλαίοντας μες στον σκονισμένο δρόμο. Η ‘ζουρλαμάρα’ που έπιασε το Στρατή κόλλησε κι άλλους χωριάτες. Ζέψανε και κείνοι τα κάρρα τους. Πήγαν και στην πλατάνα και γιόμισαν τα βαγένια φρέσκο νερό. Άχνιζε ο τόπος από πηχτή ζέστη. Απόκαμαν τα τζιτζίκια να φωνάζουν ‘βοήθεια’.[12]  Και με την αλληλέγγυα ανθρωπιά τους έδωσαν τη δυνατότητα στους κατοίκους του Βλοϊαριού (όνομα κατ’ ευφημισμόναν που συγγενεύει με  τη λέξη ευλογία ή από την αρρώστια της ευλογιάς;)  να κερδίσουν την επιβίωση μέχρι να σπείρουν τα χωράφια τους και να καρπίσουν.

Η βιοπάλη, λοιπόν,  την εποχή εκείνη ήταν σκληρή και για τους ντόπιους και για τους πρόσφυγες. Για τους δεύτερους ένας λόγος παραπάνω.  Έτσι αναγκάζονταν να κάνουνε οποιαδήποτε δουλειά για την επιβίωση. Η Ιορδανίδου μιλάει για τις δουλειές των γυναικών που αναγκάστηκαν να βγουν στην παραγωγή πιο νωρίς από τις ντόπιες  και βέβαια έτσι να συμβάλλουν στη βελτίωση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας γενικότερα. Μέσα σε πολλές παράγκες έχουν στηθεί μικροί, πρόχειροι αργαλιοί, όπου υφαίνονται κουρελούδες. Άλλες γυναίκες είναι πεσμένες με τα μούτρα και κεντούν αριστουργήματα. Άλλες πλέκουν, άλλες ράβουν. Άλλες λείπουν από τα σπίτια τους, λείπουν στα μεροκάματα. Γέμισε η Αθήνα πλύστρες, καθαρίστριες, κάθε είδους άξια και τίμια χέρια γι’ αυτήν τη δουλειά. Γιατί τις μάχονται οι ντόπιοι; Φταίνε εκείνες που καταστράφηκαν, που βρέθηκαν στους δρόμους, και τώρα πρέπει να ξενοδουλέψιυν για να ζήσουν;[13] Η Αξιώτη αναφέρεται στις νταντέλες που γίνονται το μέσο επιβίωσης των προσφύγων γυναικών, αλλά και στην εκμετάλλευσή τους από τις ντόπιες που αγοράζουν πολύ φθηνά αυτά τα αριστουργήματα θεωρώντας ότι τις κάνουνε και μεγάλη ευεργεσία. Οι ντόπιοι, λοιπόν,  διακρίνονται σε δύο ομάδες. Σε αυτούς που, άλλος σε μικρότερο, άλλος σε μεγαλύτερο βαθμό, κερδοσκόπησαν  σε βάρος των προσφύγων, αλλά  και σε αυτούς που με μεγάλη ανθρωπιά τους συμπαραστάθηκαν  χωρίς ανταλλάγματα. Συχνά μάλιστα η εκμετάλλευση γινόταν από άτομα με περίοπτη κοινωνική θέση και κάλυψή τους από μέλη του κρατικού μηχανισμού, αυτό που λέμε σήμερα οι διαπλεκόμενοι , όπως ο Νομάρχης στο έργο του Κορνάρου, που θα αναφερθώ και παρακάτω. Γράφει η Αξιώτη:

 [Τις νταντέλες ]οι γυναίκες τις φτιάχνανε. Μοτίφια, φιλέδες, ιρλάντες  του πήχεως, κοπανέλια, γκιπούρες.[…] τζάμπα η τιμή, και το πράγμα περίφημο. ‘Να τους υποστηρίξομε!’, λέγαν  [οι γυναίκες] στης Πολυξένης, κι όλο αγοράζανε. Μονάχα ο πατέρας της είπε κάποια μέρα: ‘Δε γνωρίζω από τέτοια γυναικεία ζητήματα, αλλά ασφαλώς  τους κλέβετε’. Εσταυρωκοπηθήκανε! ‘Τόσο αγοράζουνε όλοι! Και πού να δεις μπριλάντια, που αγόρασαν [άλλοι] κι επλούτισαν!’. ‘Πλούτισαν’ είπε ο πατέρας της, ‘από την καταστροφή’.

Στο έργο του Κορνάρου ο ευυπόληπτος κατά τα’ άλλα πρώην Νομάρχης, εγκαταλείπει την πόλη του στη Μακεδονία και πηγαίνει στα νησιά της Λέσβου, της Χίου και της Σάμου όπου τάχα βοηθάει  τους νεοαφιχθέντες πρόσφυγες και [δήθεν]μοίραζε, και προστάτευε κι έκλαιγε και έπαιρνε άρρωστα παιδιά στα νοσοκομεία. [14] Στην πραγματικότητα επιδίδονταν σε εμπόριο κειμηλίων που έφερναν οι πρόσφυγες μαζί τους τάζοντάς τους μελλοντική χρηματική αποζημίωση, ώσπου αυτή του η απάτη ξεσκεπάζεται από τον Αντρέα ένα παιδί- θύμα του απατεώνα που του λέει: – Εγώ θέλω τα ίδια τα εικονίσματα κλέφτη. Μας βρήκε στην ανάγκη, ρημαδιό, κι έπεσε πάνω μας ο σκύλος και μάζεψε εικόνες, βέρες, χρυσαφικά, από χιλιάδες πεινασμένους πρόσφυγες. Σ’ άλλους έδινε αυτά τα κωλόχαρτα η απάτη.[15] Στο τέλος, το θύμα-  ο Αντρέας- χαρακτηρίζεται ως αναρχικός, ενώ ο Νομάρχης με τις διασυνδέσεις του αθωώνεται.

Όμως δε διαφεύγει από τους συγγραφείς μας ότι γηγενείς και πρόσφυγες διέθεταν έναν πολύ σημαντικό τόπο όπου αντικειμενικά τέμνονταν η δράση, οι αγώνες και τα πραγματικά τους συμφέροντα: ο εργασιακός τους χώρος και οι διεκδικήσεις τους. Ο μικρός Μέλιος στο βιβλίο Συννεφιάζει εργάζεται σκληρά με Μακεδόνες έξω από την Έδεσσα και διεκδικούν από κοινού καλύτερα μεροκάματα, αλλά και το προσφυγόπουλο, ο Αντρέας του Κορνάρου,  συμμετέχει με τους άλλους εργάτες γης στη Θεσσαλία σε απεργία, που νεκρώνει τον κάμπο,  για καλύτερους όρους δουλειάς.

Συμπέρασμα: ο λόγος των λογοτεχνών στους οποίους αναφέρθηκα είναι διττός. Από τη μια ο ωμός ρεαλισμός τους δηλώνει την κριτική και καταγγελτική στάση τους προς τους κρατούντες που είχαν την κύρια ευθύνη για την κατάντια των προσφύγων, αλλά και υπερτονίζουν την κατάκρισή τους προς όσους κερδοσκόπησαν από τη δυστυχία των συνανθρώπων τους. Από την άλλη ο λόγος  τους γίνεται βαθιά ανθρώπινος, όταν μιλούν για την κοινωνική αλληλεγγύη ανάμεσα σε πρόσφυγες και ντόπιους που αντικειμενικά ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη.

Κλείνοντας,  θέλω να επισημάνω την συγκλονιστική επικαιρότητα των έργων που ανέφερα, γιατί η σημερινή πραγματικότητα δείχνει ότι στον 21ο αι. παρόμοιες καταστάσεις με αυτές που ακούσατε, δυστυχώς, επαναλαμβάνονται. Και οι αιτίες για τη σύγχρονη προσφυγιά δεν έχουν, βασικά, αλλάξει. Επίσης, δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι  η κερδοσκοπία από τη δυστυχία των σύγχρονων προσφύγων δεν γίνεται πλέον με άγαρμπο τρόπο, αλλά μέσω των ΜΚΟ που επωφελούνται νόμιμα πια από την προσφυγιά. Και, ενώ πολλοί ντόπιοι βλέπουν με καχυποψία ή εχθρικότητα τους ξένους, δεν βλέπουν αυτούς που επωφελούνται από τους πολέμους με αντίστοιχα συναισθήματα.

 

[1] Μέλπω Αξιώτη, Ο εικοστός αιώνας, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1982,
Μενέλαος Λουντέμης, Συννεφιάζει, εκδόσεις Δωρικός , Αθήνα 1975
Μενέλαος Λουντέμης,  Αγέλαστη άνοιξη, εκδόσεις Δωρικός , Αθήνα
Θέμος Κορνάρος, Το ξεκίνημα μιας νέας γενιάς , Από τα βαλτονέρια της Μεγάλης Ιδέας, Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις, 1963
Μαρία Ιορδανίδου, Σαν τα τρελά  πουλιά, εκδόσεις Εστία, Αθήνα   1978

[2] Αναστάσης Γκίκας, Ρήξη κι ενσωμάτωση, εκδόσεις Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2010. Σελ.264-279

[3] Ό.π., σελ.275

[4] Δημήτρης Γληνός, Ριζοσπάστης, 1 Ιανουαρίου 1936

[5] Αξιώτη, ό.π,. σελ. 17: .  […] στην πόλη ήταν φερμένοι οι πρόσφυγες. Είχε γιομίσει κόσμο. Και τί κόσμο. Γδυμνό και ξετραχηλισμένο. Βρόμικο και αναμάλλιαρο. Μπούκωσαν τα μουράγια, τα τρίστρατα κι οι δρόμοι. Άκουγες και φωνάζανε: «Έχασα την Ευρύκλεια!» κι άλλος διηγότανε πως επήρε το ρούχο και άφησε το παιδί. Κι όλοι βαστούσανε παιδιά, κι ένα μπόγο κουρέλια.

[6] Κορνάρος, ό.π., σελ. 145-

[7] Αξιώτη, ό.π., σελ. 67

[8] Ό.π., σελ. 17

[9] Λουντέμης, Αγέλαστη άνοιξη, ό.π., σελ. 17

[10] Ό.π., σελ. 20

[11] Κορνάρος, ό.π., σελ. 73-74

[12] Λουντέμης, Αγέλαστη άνοιξη, ό.π., σελ. 51

[13] Ιορδανίδου, ό.π., σελ. 97-98

[14] Κορνάρος, ό.π., σελ. 107

[15] Ό.π., σελ. 82

 

Ομιλία σε εκδήλωση της Πανελλήνιας Ενωσης Φιλολόγων