• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Σαν σήμερα 18 Νοεμβρίου 1957 πεθαίνει ο υλιστής καθηγητής φιλοσοφίας Χαράλαμπος Θεοδωρίδης

Σαν σήμερα 18 Νοεμβρίου 1957 πεθαίνει ο καθηγητής φιλοσοφίας Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, σταθερά στην πλευρά του ιστορικού υλισμού (γεννήθηκε στα 1883 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας).

theodoridis«Φοίτησε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ώριμος, ύστερα από την θητεία του σε Σχολεία Ελληνικών Κοινοτήτων της Μικρασίας. Η μετεκπαίδευσή του στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και της Λειψίας (1915-1919) τον έφερε κοντά στην μήτρα των σύγχρονων φιλοσοφικών κινημάτων.

Επιστρέφει στην Ελλάδα και συντάσσεται με τους πρωτεργάτες του Εκπαιδευτικού Ομίλου, εργάζεται για την ανανέωση της παιδείας και την απελευθέρωσή της από την μικρόνοια του Ελλαδιτισμού. (Η Μικρασιατική Καταστροφή τον βρίσκει Καθηγητή της Ιστορίας του Νεώτερου Πολιτισμού στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαιδεύσεως).

Από το 1926 ήταν Καθηγητής της Φιλοσοφίας στο νεοσύστατο (τότε) Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης» ( «Διαβάζω», Άνοιξη 1977 – αναδημοσίευση στο διαδίκτυο Κώστας Π. Παντελόγλου)

Για να γνωρίσουμε καλύτερα τον Χαράλαμπο Θεοδωρίδη επιλέξαμε να αναδημοσιεύσουμε ένα κείμενο του Ασημάκη Πανσέληνου από την Αυγή, λίγες μέρες μετά το θάνατο του Χ. Θεοδωρίδη.

* * *

Ενας δάσκαλος που αγαπούσε τα νιάτα

Όπως φυσούσε ο νοτιάς και πέφταν ανάρια οι στάλες της βροχής, στον περίβολο του Α’ Νεκροταφείου, πλησίασα μια στιγμή τον Κώστα Βάρναλη που περιδιάβαζε σκεφτικός μέσα στη μελαγχολική γραφικότητα του τοπίου. Είχαμε πάλι συγκεντρωθεί να κατευοδώσουμε για τον κόσμο της μνήμης, τον Χαράλαμπο Θεοδωρίδη.

– «Ενας ένας οι καλοί», μουρμούρισε ο ποιητής, καθώς του χτυπούσα φιλικά τον ώμο και παραδόθηκε πάλι στους συλλογισμούς του. Κι εγώ άρχισα να σκέφτομαι την ιστορία όλης αυτής της γενιάς του Χαράλαμπου Θεοδωρίδη, που για πολλά χρόνια θα μείνει ανεπανάληπτη. Γιατί και το είδος και η ποιότητα των αγωνιστών εξαρτιέται πάντα πολύ από το στάδιο που βρίσκεται ο αγώνας που κάνουν.

Δημιουργήματα του επιστημονικού σοσιαλισμού και του κοινωνικού αναβρασμού που τον ακολούθησε, στο τέλος του περασμένου και στις αρχές του τωρινού μας αιώνα, ο Χαράλαμπος Θεοδωρίδης και η γενιά του, ασχέτως ιδεολογικών αποχρώσεων, ήταν οι άνθρωποι που ξέραν πως έπρεπε να πολεμήσουν, να θυσιαστούν και να δώσουν, χωρίς την ελπίδα της απολαβής, Δεν είχαν να περιμένουν  άλλη ικανοποίηση οι ιδεολογικοί αυτοί ακροβολιστές του σοσιαλισμού, έξω από το βραδύ – σημειωτό κάποτε, βήμα, που έκανε ο αγώνας τους. Ξεκίνησαν με την ελπίδα της επικράτησης μακρινή – έξω απ΄ τα όρια της ζωής τους, άσχετα αν πολλοί α[‘ αυτούς είχαν την ευτυχία στα τελευταία τους χρόνια να δουν το ιδεώδες τους να επικρατεί έξω απ’ τα όρια της χώρας τους.

Η ουσία του πράγματος δεν αλλάζει. Στην γενιά του Χαράλαμπου Θεοδωρίδη, έμεινε η αγνότητα του αγωνιστή, που δεν ζητάει την επιδοκιμασία του παρά μέσα σ’ ένα αγώνα, που η νίκη του είναι βέβαιη, αλλά μακρινή. Βρίστηκε κι αυτός με τη σειρά του, σαμποταρίστηκαν τα βιβλία του, παύτηκε δύο φορές από το Πανεπιστήμιο και έζησε σε μια απομόνωση από τον καθεστωτικό πνευματικό κόσμο της χώρας. Αυτό είναι το καθοριστικό στοιχείο στην προσωπικότητα του νεκρού που μας άφησε.

Ο Χαράλαμπος Θεοδωρίδης μ’ όλη την ήρεμη και τη μειλίχια εμφάνισή του, ήταν στο βάθος ένας στοχαστής αδιάλλαχτος. Υλιστής χωρίς αμφιταλαντεύσεις, είδε στην ιστορία, μόνο τον αγώνα του φτωχού για απελευθέρωση και την προσπάθεια του δυνάστη να τον κρατήσει όσο μπορεί πιο σφιχτά στα δεσμά του κι αγνόησε όλα τα άλλα διακοσμητικά στοιχεία, με τα οποία την στολίζουν οι συχνές αντιφατικές πράξεις του ανθρώπου. Στην ιδεαλιστική φιλοσοφία, είδε μονάχα το ιδεολογικό προπέτασμα του δυνάστη και θυμούμαι τον τρόπο που έκοβε το συνομιλητή του, όταν στις μακριές συζητήσεις του κύκλου, που πάντοτε τον τριγύριζε, τολμούσε κανείς να εξάρει μια κάπως προοδευτική ιδέα ή άποψη για την ιδεαλιστική φιλοσοφία. Κι όλα αυτά μες στο πλαίσιο μιας απέραντης κατανόησης γα τον άνθρωπο, μιας πνευματικότητας που έδινε στα διανοήματα του διαύγεια και γοητεία και μια αγάπης προς την ελευθερία που την συνόδευε η οριστική καταδίκη του παλιού κόσμου. Τίποτα απ’ αυτόν δεν ανέχονταν. Κάποτε έγραψε κάποιο δοκίμιο για τις μοντέρνες τάσεις στην τέχνη και στη φιλοσοφία (υπαρξισμός, σουρεαλισμός κλπ) που επικρατούσαν στη δυτική Ευρώπη και κατέληγε με τη φράση: «Το ερώτημα σ’ όλους αυτούς τους κυρίους είναι τελικά, τι ψηφίζεις κουμπάρε;». Και αν σας απαντήσει πως ψηφίζει αριστερά, τονε ρώτησα; Τότε κι εγώ θα του πω πως σύντομα θα πάψει να ‘ναι υπαρξιστής.

Είναι χαρακτηριστικό του πρώτου ξεκινήματος των ιδεολογικών αγώνων, η αδιαλλαξία του Χαράλαμπου Θεοδωρίδη. Όταν οι αγώνες μπαίνουν στο στάδιο της επιτυχίας γίνεται ανάγκη ζωτική ο συμβιβασμός και η αβαρία. Στη σκέψη του ο Θεοδωρίδης έμεινε άκαμπτος μ’ όλη τη μειλιχιότητα, που τον χαρακτήριζε ως άνθρωπο. Γι’ αυτό και το έργο του, που συχνότατα ήταν ο στόχος των αντιδραστικών, δεχότανε κάποτε επιθέσεις και από κύκλους οικείους, που κουρασμένοι ζητούσαν να βρουν κάποιο μεσοπάτωμα.

Δεν κρίνω αυτή τη στιγμή το νεκρό δάσκαλό μας ως ιστορικό και ως φιλόσοφο μαρξιστή. Δεν είμαι ίσως αρμόδιος και δεν πιστεύω και πως δεν έκανε λάθη. Καμιά σκέψη προσωπική δεν είναι αλάθεφτη και μόνο η σκέψη μιας εποχής που ‘ναι συνισταμένη των προσωπικών σκέψεων μπορεί να βρει μερικές βασικές αλήθειες. Αυτή η υφή όμως της σκέψης του Θεοδωρίδη, είναι που τον έφερε πάντα τόσο κοντά προς τους νέους . Δεν έχω δει άνθρωπο με περισσότερη κατανόηση της νεότητας, δεν έχω δει άνθρωπο που να αισθάνεται τόσο συγγενικά με τα νιάτα όσο αυτός ξεκινούσε για να κάνει εμπόριο – αρκεί να ξεκινούσε με κάποιο ζήλο. Πίστευε ότι ο ενθουσιασμός της νεότητας είναι ο καλύτερος τρόπος να βρει κανείς το σωστότερο δρόμο. Εφθανε όμως και στο σημείο να δικαιολογεί και τις πιο απίθανες παλαβάδες. Σε τέτοιες περιπτώσεις έπαιρνε ένα χαμόγελο καλοκάγαθο, που έκρυβε μια ενδόμυχη νοσταλγία για τα νιάτα του πόφυγαν κι έβρισκε κάποια απίθανη, πολλές φορές σοφιστική, δικαιολογία ή ακόμα ένα παράδειγμα ή ένα γνωμικό από τις γνώσεις του για τον αρχαίο και το νεότερο κόσμο, που ήταν ατέλειωτες.

Συχνά εξηγούσε μερικούς εξωφρενισμούς ως εφαρμογή φιλοσοφικών θεωριών των αντιπάλων του στο πανεπιστήμιο ή των κριτικών του και τότε κυριαρχούσε στην παρέα του μια ατμόσφαιρα εξαίρετη. Σε όλα αυτά υπήρχε ένα χιούμορ, μια ανοχή και μια καλοσύνη. Υστερα, σαν δάσκαλος που ήτανε, άρχιζε να αναλύει το ζήτημα και να βάζει  τα πράγματα στη θέση τους, πάντα φυσικά με πνεύμα φιλονεϊκό. Το γεγονός ότι ήσουνα νέος ήταν αρκετό, θα ‘λεγε κανείς, για να δικαιωθείς. Το γεγονός ότι ήσουνα γέρος σε ετέβαλλε πάντα σε κατηγορούμενο. Γέρασε, έλεγε για κάποιον, που ήθελε να αντικρούσει μια γνώμη του, κι ν αυτό ήτανε αρκετό επιχείρημα. Συχνά έλεγε και ξανάλεγε μια γνώμη του Ανατόλ Φρανς. «Δεν υπάρχει γενεά ανθρώπων που να μην πρόβλεψε την καταστροφή του κόσμου εξαιτίας τις στραβές αντιλήψεις που είχανε οι νεότεροί της και μολαταύτα ο κόσμος εξακολουθεί να υπάρχει και να προοδεύει».

Όταν τον γνώρισα ήμουν ακόμη φοιτητής. Θυμάμαι πόσο θέλησε να με βοηθήσει και να μου δώσει κουράγιο για να πάρω το δίπλωμά μου. Ακόμα και γράμμα μου έγραψε από τη Θεσσαλονίκη να μην τις φοβάμαι τις εξετάσεις. Εγώ έλεγε, έχω δώσει 42 φορές εξετάσεις και ποιος ξέρει όσες θα δώσω ακόμα. Στα 1933 που κατέβηκε στην Αθήνα να εκδώσει την Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, πλησίασε πολύ την παρέα μου και κάθε τόσο ρωτούσε σ’ όλους μας κι έπαιρνε γνώμες πως θα ήταν καλύτερα να γράψει τούτη ή εκείνη τη φράση για να ‘ναι το κείμενο σε γνήσια δημοτική. Θυμούμαι ακόμα και τις συζητήσεις που έκανε με τον εκδότη του, να ‘ναι φτηνή η τιμή του βιβλίου για να μπορούν και να τ’ αγοράζουν οι φοιτητές. Είχε τη μανία να μεταδίδει αυτό που ήξερε και το θεωρούσε αυτό σκοπό της ζωής του.

Όταν τυπώθηκε η Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, θυμούμαι, μου χάρισε ένα αντίτυπό της και μούγραφε πως μου το αφιερώνει «με τις καλύτερες ελπίδες». Η αφιέρωση αυτή από την πρώτη στιγμή δημιούργησε μέσα μου ένα αίσθημα ευθύνης περίεργης. Κι αυό δείχνει πως ο Θεοδωρίδης μ’ όλες τις παραδοξολογίες του ήξερε σαν καλός δάσκαλος να καθοδηγεί τους μαθητές του. Πέρασαν από τότες 24 χρόνια και στο μεταξύ οι σχέσεις μου με το Θεοδωρίδη και στένεψαν κι έγιναν και πιο οικείες. Κι όμως, κάθε φορά που τον έβλεπα και λίγες μέρες ακόμα πριν πεθάνει που περπατούσαμε στην οδό Σταδίου και τον άκουγα να μιλάει με ενθουσιασμό για τις εργασίες που ετοιμάζει, είχα όπως πάντα το αίσθημα πως δεν ανταποκρίθηκα στις προσδοκίες του.

Αυγή 26/11/1957

 

Για την αντιγραφή Ηρακλής Κακαβάνης