• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

5 του Μάρτη 1943, του Ν. Βρεττάκου

Η μεγάλη διαδήλωση δεν είχε τελειώσει ακόμη. Εκεί κοντά, κάπου προ τα ανάχτορα ρίχτηκε το σύνθημα στο λαό. Τα βήματά μας αφήσανε έναν παράξενο θόρυβο στους διαδρόμους του υπουργείου. Οι διαδηλωτές πλησιάζανε. Κι άξαφνα, εκεί που κανένας μας δεν το περίμενε νιώσαμε τα παράθυρα να κλείνουν με πάταγο. Να γίνεται στους διαδρόμους σκοτάδι. Κι ένας θόρυβος, ένας βαρύς, ασυνήθιστος θόρυβος, που έμοιαζε σαν να γκρεμιζόντουσαν κόσμοι και κόσμοι.

  • Πολιτική επιστράτευση ;

Χρειάστηκε να περάσουνε αρκετά δευτερόλεπτα, όσο να καταλάβω ότι το πράγμα αυτό, που φυσούσε, και βρόνταγε και συγκλόνιζε το τετράγωνο κτίριο από τα θεμέλιά του ήτανε ο λαός. Κι έβλεπε κανένας μεσ’ από τις γρίλιες να σηκώνονται στον αέρα χέρια και ξύλα και πέτρες ανακατεμένα με σκισμένα πουκάμισα και με μαλλιά γυναικών που πηδούσανε όλοι μαζί να σπάσουνε τα παράθυρα. Κι οι πρώτοι διαδηλωτές, ο ένας τους απάνω απ’ ον άλλο, κουβάρια κουβάρια, κυλήσανε μέσα. Οι καρέκλες και τα τηλέφωνα χορεύανε στον αέρα.

  • Το διάταγμα της Πολιτικής Επιστράτευσης! – Το διάταγμα της Πολιτικής Επιστράτευσης!

Τρέχουνε από κοντά οι υπάλληλοι. Τους αγκαλιάζουν. Πάρτε, πάρτε κι αυτά. Καταστάσεις. Διαταγές της Κομαντατούρας, φωτιά! Και καίγονται κατά σωρούς τα χαρτιά απόξω στο δρόμο. Σε λίγο τα παράθυρα κρέμουνται. Ο άνεμος στροβιλίζει τα μισοκαμένα χαρτιά πάνω απ’ τις στέγες.

  • Προσοχή: Από δω! Προσέχτε παιδιά: Μην πατάτε το αίμα!

Οι τελευταίοι διαδηλωτές, ξεκομένοι τρυπώνουνε κατά μπουλούκια στα γύρω τους σπίτια. Καμιόνια γερμανικά που σταματάνε απόξω. Υποκόπανοι που σπάζουν τις πόρτες.

  • Έξω! Ολοι έξω! Εμπρός!

Παρακολουθούμε προσεχτικά τρυπωμένοι κι εμείς μέσα σ’ ένα ισόγειο. Ανοίγουμε τα τζαμιλίκια της πόρτας και τρυπώνουμε όλοι στο βάθος αφήνοντας τον προθάλαμο να φαίνεται άδειος. Χτυπούνε, φωνάζουνε. Ξανατρέχουνε στο απέναντι σπίτι. Βλέπουμε τους υποκόπανους να πέφτουνε σε ένα τσούρμο κεφάλια. Τα βήματα αραιώνουν. Ξεμυτίζουμε στον προθάλαμο. Φύγανε. Περιμένουμε λίγο ακόμα. Ενας ένας, δυο δυο, τοίχο τοίχο. Σκύβω σο πεζοδρόμιο με προφύλαξη και παίρνω στα χέρια μου μια χάρτινη ματωμένη σημαία. Ένα άσπρο χαρτί γραμμένο με κάρβουνο. Το διπλώνω προσεχτικά. Μου φαίνεται πως είναι ζεστό. Το βάζω στην τσέπη μου. Μου φαίνεται πως χτυπάει μια μεγάλη καρδιά μες στην τσέπη μου