• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

75 χρόνια πριν

Γράφει η Σοφία Χ. Χουδαλάκη //

Ο πιτσιρικάς, στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, άφησε απότομα το χέρι της μητέρας του και πήγε στο μεγάλο τραπέζι που υπήρχε στο κέντρο του χώρου. Έβγαλε γρήγορα από τις τσέπες του τα δύο αεροπλανάκια που έφερε μαζί του στο ταξίδι και άρχισε να παίζει. Στο ένα χέρι το κόκκινο στο άλλο το μαύρο, έκαναν απότομες στροφές και καταβυθίσεις, ενώ ο τρίχρονος «βομβάρδιζε» με όση φωνή διέθετε το ακριβό χαλί γύρω από το τραπέζι. Ήταν ευτυχισμένος. Τα κατάξανθα μαλλιά του κομμένα οριακά πάνω από τα ανοιχτά γαλάζια του μάτια. Το ολόλευκο δέρμα του στολισμένο από δύο ρόδινα μωρουδιακά μαγουλάκια… η ρεσεψιόν γεμάτη κόσμο και οι μισοί απ’ αυτούς να καμαρώνουν το παιδί και τους εικονικούς  του βομβαρδισμούς. Ευτυχώς, αυτοί είναι εικονικοί. Πριν από 75 χρόνια, ακριβώς την ίδια μέρα και περίπου την ίδια ώρα στις 21 Μαΐου 1941, ένα άλλο παιδί σκαρφάλωνε ξυπόλυτο και φορτωμένο με τη μικρή του αδερφή στους ώμους, το απότομο φαράγγι. Γύρω του πολλά άλλα παιδιά, μανάδες, λεχώνες, γιαγιάδες και γέροντες, γαντζώνονταν στα αιχμηρά βράχια για να γλιτώσουν από αληθινά πυρά.

«Ήτανε πρωί, παιδί μου, η μάνα είχε στήσει τη φωτιά. Ο πατέρας είχε φύγει από το χάραμα στα χωράφια. Εγώ ήμουν η μεγαλύτερη από τα πέντε και είχα ευθύνη να τα προσέχω. Ήμασταν έξω στην αυλή εκείνη την ώρα, όταν άρχισε να ακούγεται μια βοή. Δεν καταλάβαινες από πού ερχόταν, δεν φαινότανε τίποτα στην αρχή, αλλά οι γυμνές μας πατούσες ένιωθαν τα χώματα να τρέμουν και θαρρούσες πως η γη ολόκληρη βρυχούνταν. Τρόμαξα η βοή όλο δυνάμωνε η γη όλο έτρεμε. Η μάνα πετάχτηκε από την κουζίνα και φώναξε με όλο της το πνευμόνι: “Σοφία, άρπαξε τα μωρά. Πρέπει να τρέξουμε στο φαράγγι!” Φώναζε να τρέξουμε, μα το βλέμμα της είχε παγώσει στον ορίζοντα. Κατά το βορρά, κατά τη θάλασσα, εκεί που ξάνοιγε η αυλή μας ο ουρανός είχε μαυρίσει. Ένα μακρύ σκούρο σύννεφο, που ξεκινούσε από τα ανατολικά και έφτανε μέχρι το Καστέλι, μας πλησίαζε γρήγορα φέρνοντας μαζί του τον εκκωφαντικό θόρυβο των μηχανών. Πάγωσα στο πλάι της. Η θάλασσα τελείωνε, έφταναν στην παραλία και άρχισαν να ρίχνουν τις πρώτες βόμβες. Συνέχισαν παραμέσα βομβαρδίζοντας και καίγοντας. Πήρα στις πλάτες το μωρό και από το χέρι τον έναν μου αδερφό. Ήμουν 11 χρονών, δεν άντεχα να σηκώσω άλλο βάρος. Η μάνα άρπαξε τα κορίτσια και τρέξαμε προς τον πόρο του φαραγγιού. Πίσω αφήσαμε τη φωτιά να καίει, την πόρτα του σπιτιού να χάσκει ανοιχτή και τον πατέρα, που πρόλαβε να έρθει για  να πάρει το παλιό του δίκαννο και να φύγει τρέχοντας για τον κάμπο. Στα σπήλια σκαρφάλωσε όλο το χωριό. Από τις δύο μπάντες του φαραγγιού τα κάθετα βουνά ήταν γεμάτα ψυχές. Κρυφτήκαμε μέσα στο σκοτάδι, μέσα στις πιο βαθιές τρύπες, μέσα στις λάσπες και στους βάτους. Δεν μας πείραζε, παντού μπορούσαμε να σκαρφαλώσουμε, η αγωνία ήταν να προλάβουμε να κρυφτούμε όλοι».

Το φαράγγι είναι πολύ βαθύ και πολύ στενό, σαν να πήρε ο Θεός το πιο κοφτερό του μαχαίρι και να έσκισε το βουνό στη μέση. Ακόμα και σήμερα η διάβαση από εκεί είναι επικίνδυνη, ειδικά χειμώνα και άνοιξη που οι βροχές προκαλούν συνεχώς κατολισθήσεις. Κανένα από εκείνα τα παιδιά δεν μπορεί να εκτιμήσει πόσες μέρες έμειναν στις σπηλιές. Δεν υπήρχε μέρα και νύχτα, δεν υπήρχε φαγητό, δεν υπήρχε τίποτα παρά μόνο μια έγνοια, να αναπνέουν ήσυχα, να μην τους καταλαβαίνουν ούτε τα άγρια ζωντανά του βουνού. Οι λίγοι γέροντες που ήταν μαζί τους ανέλαβαν να κατεβαίνουν τις νύχτες στο χωριό για να φέρνουν λίγο γάλα και ό,τι βρώσιμο μπορούσαν για τα πιο μικρά παιδιά, κυρίως για να πάψουν να κλαίνε και να μην ακούγονται.

«Εκεί μέσα, παιδί μου, κάτσαμε δεν ξέρω πόσες μέρες, κανείς δε μετρούσε. Ήλιο δε βλέπαμε παρά μόνο ακούγαμε τα αεροπλάνα να μπαίνουν στο φαράγγι… Παναγιά μου αυτός ο μεταλλικός θόρυβος, αντιλαλούσαν τα βουνά! Πλησιάζανε στον πόρο και μετά στρίβανε με το πλάι και γαζώνανε τα όρη και από τις δύο μπάντες… και σείονταν ο κόσμος από τα πυροβόλα και τις μηχανές και χώνονταν μέσα στις σπηλιές ακόμα και τα ζώα για να σωθούν… Δεν ήρθαν να μας κατακτήσουν, ήρθαν να μας σκοτώσουν».

Κάποια στιγμή τα αεροπλάνα σταμάτησαν να μπαίνουν στο φαράγγι και τα πρώτα κεφάλια ξεκίνησαν να προβάλουν. Η σκόνη από τις μάχες στον κάμπο δεν είχε κάτσει ακόμα, όταν οι πρώτες μανάδες δεν άντεξαν άλλο μακριά από τους γιούς τους και βάλανε μπροστά το δρόμο να πάνε να τους βρουν. Ποιο γιο να βρεις και ποιον πατέρα και ποιο αμούστακο παιδί ήτανε το δικό της, της καθεμίας, ανάμεσα σε εκείνη τη θάλασσα των νεκρών νιάτων; Σάρκες και μέταλλα και αγροτικά εργαλεία και λίμνες τα αίματα στους λάκκους… όλα ανακατεμένα. Περίπου 1.400-1.500 αεροπλάνα με τα πληρώματά τους έλαβαν μέρος, ενώ 650 οπλιταγωγά με 20-30 άνδρες το καθένα έκανε την πρώτη μόνο μέρα το Αθήνα – Κρήτη περίπου 10 φορές. Περισσότεροι από 6.000 ναζί σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν. Η άλλη γιαγιά – εκείνη της μάνας μου –έφυγε από το ορεινό της χωριό για να ψάξει το μεγαλύτερο από τα παιδιά της. Μέρες έλειπε. Ολόκληρο τον κάμπο όργωσε γυρίζοντας ανάσκελα ένα-ένα τα πτώματα. Όταν γύρισε πίσω, ήταν ολόκληρη αίματα και χώματα… μα δεν είχε βρει ούτε για να θάψει. Εκεί άφησε τη μιλιά της. Την υπόλοιπη ζωή την πέρασε μοιρολογώντας, με μάτια που δε στέγνωσαν ποτέ, με χείλη που δεν μίλησαν ποτέ για χαρά. Ο πιο μικρός από τα παιδιά της μεγάλωσε, έζησε μέχρι τα βαθειά του γεράματα μέσα στο μαύρο πουκάμισο του πένθους ούτε στους γάμους, ούτε στα βαφτίσια, ούτε όταν έγινε παππούς και προπάππους δεν το έβγαλε.

«Παιδί μου, μετά από μέρες ήρθε ο πατέρας στο σπίτι. Ήταν σαν το φάντασμα, μόνο δυο μάτια υπήρχαν. Μετά έφυγε στο βουνό, στην αντίσταση. Δεν ξέραμε πού ήταν, δεν ξέραμε αν ζούσε… γίνανε και άλλα πολλά  μετά… Φυλακές, εξορίες, κυνηγητά… Άλλη ώρα θα σου τα πω… Κουράστηκα τώρα»

Ο μικρούλης συνεχίζει να παίζει τα αεροπλανάκια του και να βομβαρδίζει τους κακούς. Όταν μεγαλώσει, ίσως να ρωτήσει τι έγινε το 1941 στην Κρήτη. Που θα βρει απαντήσεις; Ποιος θα του εξηγήσει ότι αυτό που έγινε τότε έχει όνομα, έχει σύμβολα, έχει οπαδούς, έχει παρεούλες πολιτικών, πανεπιστημιακών καθηγητών, επιστημόνων, μορφωμένων και αμόρφωτων που φτιάχνουν μια νέα Ιστορία. Φτιάχνουν μια Ιστορία που θα του κρύψει το αίμα και το χρήμα που παίχτηκε τότε στις πλάτες και των δικών του παππούδων. Μια Ιστορία που χρειάζεται πάντα χειραγωγούμενα πλήθη και διαθέσιμες πλάτες σαν του πιτσιρικά…