• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Ανάγοντας το βιολογικό, στο κοινωνικό

Γράφει η Σοφία Χ. Χουδαλάκη //

Στη σκηνή του εθνικού πολιτικού μας θεάτρου κυριαρχεί το επιχείρημα, ότι τα μέτρα που εφαρμόζονται στην κοινωνία δεν αποτελούν μέρος της πολιτικής ιδεολογίας της εξουσίας, αλλά προϊόν εξαναγκασμού, που υπαγορεύεται από τις ασφυκτικές  οικονομικές συνθήκες. Συγχρόνως, προβάλλεται μια αριστεροσύνη της κυβέρνησης, ως η ηθική ραχοκοκαλιά της ιδεολογίας της. Ένα είδος αριστεροσύνης, που θυμίζει «τη γλύκα που έχουν τα κόλλυβα στα σπαραξικάρδια μνημόσυνα», όπως έγραφε ο Τσιφόρος κάποτε. Έτσι, στήνεται ένα σκηνικό διελκυστίνδας μεταξύ Realpolitik και ιδεολογίας.

Ωστόσο, οι πολιτικές ιδεολογίες υπερβαίνουν τα προγράμματα των πολιτικών φορέων. Οι πολιτικές ιδεολογίες είναι ολοκληρωμένα αξιακά και οικονομικά συστήματα. Είναι η καρδιά της πολιτικής πράξης και έχουν τόσες πτυχές, όσες είναι και οι πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι πολιτικές ιδεολογίες είναι ο βαρύς πυρήνας της κοινωνικής διάστασης του ανθρώπου. Σε αυτές εκβάλει η προσωπικότητα, το ήθος, η κουλτούρα και κυρίως, εκβάλλει η αρχή του δικαίου. Αυτή η αρχή, εκτός από κυρίαρχο στοιχείο κάθε ιδεολογίας, αποτελεί ταυτόχρονα θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη. Η αίσθηση της πραγμάτωσής της έχει οπλίσει χέρια, έχει καθαγιάσει επεκτατικούς πολέμους μετατρέποντάς τους σε ιερές σταυροφορίες, έχει βασανίσει θεωρώντας ότι εξαγνίζει, έχει ξεκληρίσει επικαλούμενη ότι εκπολιτίζει. Αυτή η ανάγκη για δικαιοσύνη μοιάζει να κινεί την ιστορία του ανθρώπου, τουλάχιστον στο επίπεδο του ατομικού, του προσωπικού κινήτρου. Ειδικά, η πολιτική ιδεολογία της κυρίαρχης εξουσίας έχει αυξημένη ανάγκη κάλυψης της αίσθησης του δικαίου, καθώς η διάχυση αυτής της ικανοποίησης στην κοινωνία αποτελεί, ουσιαστικά, τη νομιμοποιητική της βάση. Η εξουσία που εκλαμβάνεται απριόρι ως δίκαιη είναι η εξουσία που δεν αμφισβητείται. Είναι η εξουσία που έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.

Στους καιρούς μας, ο κόσμος βιώνει τον πιο ανεπτυγμένο, τον πιο απροκάλυπτο νεοφιλελευθερισμό. Αυτή είναι σήμερα η κυρίαρχη ιδεολογία, που παλεύει να αποκτήσει νομιμοποιητική βάση. Πώς να μπορέσει, όμως, ο συντηρητικός, ο νεοφιλελεύθερος άνθρωπος να εξηγήσει σε μια ολόκληρη ανθρωπότητα – ήτοι σχεδόν 6 δις ψυχές –  ότι οι δυσκολίες τους, η ανέχειά τους, ο ξεριζωμός και ο θάνατός τους είναι δίκαια δεινά; Πώς να εξηγήσει, σε ολόκληρη οικουμένη, ότι ο ευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι γέννημα του κυρίαρχου αυτού συστήματος; Πώς να μεταστρέψει την πραγματικότητα κάνοντάς την να μοιάζει δίκαιη; Αυτή ήταν πάντα η μεγάλη πρόκληση της εξουσίας, αυτής της ισχνής μειοψηφίας, που έπρεπε δια της πειθούς, να κρατήσει αδρανή, εσωστρεφή και άβουλη τη μεγάλη πλειοψηφία, τις μεγάλες μάζες. Πώς να μπορέσει να ενσταλάξει στη συνείδηση των λαών του κόσμου, ότι το δίκαιο δε θίγεται όταν θίγονται οι κοινωνίες, αλλά όταν θίγονται οι εξουσίες;

Η λύση βρέθηκε και προβάλλεται συστηματικά από όλους τους εντολοδόχους. Εντός Ελλάδας το επιχείρημα αναπτύσσεται γύρω από τον κεντρικό άξονα μιας έμφυτης παθολογίας, μιας εγγενούς ελληνικής τεμπελιάς, μίας ντόπιας αντιδραστικής φύσης και γενικότερα μιας μοιραίας βιολογικής προδιάθεσης των Ελλήνων προς την παραβατικότητα. Πρόκειται για μια πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή της χονδροειδούς δήλωσης του «Μαζί τα φάγαμε». Είναι ένα επιχείρημα που αναδύεται από τον κόσμο του βιολογικού και επικάθεται, ως καθοριστικό κριτήριο, στον κόσμο του κοινωνικού. Κατά συνέπεια, δεν φταίει ο αγαστός καπιταλισμός, φταίμε εμείς. Φταίνε οι δικές μας φυσικές ανεπάρκειες και όχι το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Το σύστημα παρουσιάζεται σαν δίκαιο. Άδικη παρουσιάζεται η φύση που άλλους τους γεννά ικανούς να ζήσουν και άλλους όχι. Η Μάργκαρετ Θάτσερ, ως λαμπρός εντολοδόχος και εργολάβος των επιταγών του οικονομικού φιλελευθερισμού, τη δεκαετία του 1980, το είχε θέσει ως εξής:

«…θα έλεγα ας αφήσουμε τα παιδιά μας να ψηλώσουν και κάποια να ψηλώσουν ακόμα περισσότερο από τα άλλα, αν έχουν την έμφυτη ικανότητα για κάτι τέτοιο. Διότι οφείλουμε να χτίσουμε μια κοινωνία στην οποία κάθε πολίτης θα μπορεί να αναπτύσσει όλο το δυναμικό του…»

Η δήλωση αυτή συνιστά εκπληκτικό νοηματικό άλμα, από τους βιολογικούς κανόνες, στους κοινωνικούς όρους ζωής, παραμερίζοντας εντελώς τον παράγοντα της διαφορετικής κοινωνικής δυνατότητας, που έχει καθένας να αναπτύξει το δυναμικό του. Απαλά και άρρητα σημειώνεται η κρίσιμη προκείμενη που κάνει το λόγο της Θάτσερ να μοιάζει σχεδόν λογικός, όταν διατείνεται ότι η ικανότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν το ύψος. Μέσα από τις πιο απλές λέξεις αποσιωπάται τεχνηέντως  ο πιο καθοριστικός παράγοντας ανάπτυξης του ανθρώπου, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της ζωής του. Μετά απ’ αυτό, η φύση έχει θέσει τα όριά της στην κοινωνία. Με άλλα λόγια, θεωρείται δεδομένο, ότι οι διαφορετικές ικανότητες – όπως και το διαφορετικό ύψος του καθενός από εμάς – είναι γενετικά καθορισμένες. Έτσι, καθιστά φυσιολογική την υποδήλωση, ότι ο άνθρωπος δεν έχει καμία δύναμη να αλλάξει αυτή τη μοιραία ετυμηγορία… ποιος μπορεί να πάει κόντρα στη φύση; Με τέτοιες διαδοχικές διανοητικές διολισθήσεις, η πολιτική ιδεολογία καταλήγει να «κουμπώνει» απόλυτα με την πολιτική του εφικτού, αποκαλύπτοντας, ότι το παιχνίδι της διελκυστίνδας δεν υπήρξε ποτέ… καμία ντροπαλή ανθρωποκεντρική πολιτική θεωρία δεν κρύφτηκε πίσω από ξεδιάντροπες και απάνθρωπες πράξεις. Οι πράξεις υποστηρίζονται από θεωρίες και οι πολιτικές επιλογές θεμελιώνονται σε συγκεκριμένες πολιτικές ιδεολογίες.

Και για να μην αδικήσουμε τους πρώτους διδάξαντες, αξίζει να σημειωθεί, ότι ο φιλελευθερισμός δεν είναι η μοναδική πολιτική ιδεολογία που ανάγει το βιολογικό στη σφαίρα του κοινωνικού. Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από την εποχή που ο εθνικισμός ανέδειξε τα βιολογικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων – το χρώμα, τη φυλή, την αναπηρία – σε κοινωνικά χαρακτηριστικά. Με βάση αυτή την αναγωγή γέμισαν τα στρατόπεδα εργασίας και οι φούρνοι του Άουσβιτς. Τώρα δεν έχουμε φούρνους, έχουμε θάλασσες. Τώρα δεν έχουμε βιομηχανίες, που μέσω της εργασίας «απελευθερώνουν τους ανθρώπους». Τώρα έχουμε μετανάστες, που η ανέχεια τους λειτουργεί ως μοχλός πίεσης των εργασιακών δικαιωμάτων όλων των εργαζομένων, ντόπιων και αλλοδαπών.

Το ιδεολογικό υπόβαθρο μπορεί να είναι κοινό, αλλά σε επίπεδο πολιτικών επιλογών καταγράφεται μια πρόοδος προς το πιο «elegant»… οι ανθρώπινοι φούρνοι είχαν μια βαρβαρότητα, ενώ οι θάλασσες είναι πιο ρομαντικές… επιπλέον, σύμφωνα με τη Θατσερική οπτική του κόσμου, αυτοί που πνίγονται, μάλλον, πρέπει να είναι κοντοί…