• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

ΑΡΕΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: «Επί ξυρού ακμής», Ιστορικά Νεοελληνικού Θεάτρου

Γράφει ο Θανάσης Ν. Καραγιάννης //

Είναι δυσάρεστο και ανεπίτρεπτο το γεγονός να γνωστοποιούνται στο αναγνωστικό κοινό βιβλία μέτριας αξίας και να μένουν στην αφάνεια –ή στα αζήτητα– βιβλία με σημαντικό επιστημονικό ή λογοτεχνικό περιεχόμενο, τα οποία συμβάλλουν αναμφισβήτητα στην προαγωγή και την εξέλιξη της λογοτεχνίας ή της επιστήμης, αντίστοιχα.

Έτσι, παρατηρούμε να πραγματοποιούνται ένα πλήθος από εκδηλώσεις, όπου παρουσιάζονται μέτρια –ποιοτικά– και ενίοτε ολιγοσέλιδα βιβλία, όπου η εμπορική και η δημοσιοσχετίστικη δεινότητα του συγγραφέα και το καλό μάρκετινγκ του εκδότη κατορθώνει να προσελκύεται στην εκάστοτε εκδήλωση ένα πλήθος ακροατών, οι οποίοι σπεύδουν να παρακολουθήσουν την παρουσίαση του βιβλίου.

Γνωρίζουμε, άλλωστε, όλοι μας πολυγράφους πνευματικούς ανθρώπους με αξιόλογα λογοτεχνικά ή επιστημονικά βιβλία, οι οποίοι στη ζωή τους ευτύχησαν να συμμετάσχουν στη διοργάνωση παρουσίασης μόνο ενός ή ελάχιστων βιβλίων τους, ίσως σε μία και μοναδική εκδήλωση και με ελάχιστους ακροατές.

Πάνε δυο χρόνια τώρα που ήρθε στα χέρια μου ο καλαίσθητος και ογκώδης αυτός τόμος της Επίκ. Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Πατρών, κ. Αρετής Βασιλείου, και για διάφορους λόγους δεν μπόρεσα να τον παρουσιάσω στους αναγνώστες, γράφοντας έστω δυο λόγια. Ήγγικε η ώρα, λοιπόν.

Ο ενλόγω τόμος ακολούθησε την –επίσης ογκώδη– έκδοση μιας πολύ ενδιαφέρουσας μελέτης της συγγραφέα, με τίτλο: Εκσυγχρονισμός ή Παράδοση. Το θέατρο πρόζας στην Αθήνα  του Μεσοπολέμου, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2005, σσ. 544.

Διαβάζοντας αρχικά, κάποιος, το κείμενο του οπισθόφυλλου του βιβλίου (το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα του προλόγου της), διαπιστώνει ότι είναι δυνατό να πληροφορηθεί επαρκώς την ουσία των περιεχομένων σ’ αυτό μελετών, αλλά και να κατανοήσει την αξία τους όσον αφορά την Ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου του 19ου και 20ού αι., σε επίπεδο δραματουργίας, κριτικής, μετάφρασης, σκηνικής απόδοσης των θεατρικών κειμένων, επιδράσεων του παγκόσμιου θεάτρου στο νεοελληνικό, σχέσεων και αλληλεπιδράσεων του θεάτρου με άλλες τέχνες (κινηματογράφο, χορό, λογοτεχνία).

Άρα, συνιστώ στους ενδιαφερόμενους αναγνώστες να διαβάσουν το ενλόγω κείμενο της συγγραφέα από το οπισθόφυλλο είτε τον πρόλογο από το ίδιο το βιβλίο, συγχρόνως να διαβάσουν τα περιεχόμενά του, να το φυλλομετρήσουν και να το αξιολογήσουν πιο θετικά με αυτοψία, είτε να διαβάσουν το ίδιο κείμενο στο διαδίκτυο.

Στο ενλόγω βιβλίο, λοιπόν, ανθολογούνται από τη δημιουργό τους, ερευνήτρια και μελετήτρια, πανεπιστημιακό κ. Αρετή Βασιλείου, δοκίμια και μελέτες, που έχουν δημοσιευθεί σε Πρακτικά θεατρολογικών συνεδρίων, σε επιστημονικούς συλλογικούς τόμους και σε επιστημονικά περιοδικά ή που πρόκειται για ανέκδοτα κείμενα, προϊόντα ανακοινώσεων συνεδρίων.

Ο αναγνώστης πληροφορείται για μια σειρά φιλολογικά και θεατρολογικά ζητήματα, πολύ ενδιαφέροντα. Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί ακόμη και για την τέρψη της γνώσης, που απολαμβάνει κάθε φιλομαθής αναγνώστης: εκπαιδευτικός, επιστήμονας ή πολίτης, ο οποίος ενδέχεται και να μην έχει καμία σχέση με το συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο.

Επίσης, γεννιούνται ένα πλήθος από ιδεολογικούς, αισθητικούς, ιστορικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς, που σχετίζονται με την εξέλιξη, τις ζυμώσεις, τις αλληλοεπιδράσεις και τις καλλιτεχνικές δημιουργίες θεατρανθρώπων, μελετητών, κριτικών, που δρούσαν και δημιουργούσαν στο νεοελληνικό θεατρικό γίγνεσθαι κατά το 19ο και 20ό αι.

Στο Κεφάλαιο 1 (σελ. 15-46) η συγγραφέας μελετά την αναβίωση θεατρικών παραστάσεων του κρητο-επτανησιακού θεάτρου κατά την περίοδο του Μεσοπόλεμου. Ποιοι ήταν οι λόγοι της αναβίωσης; Ποιοι ήταν οι συντελεστές των παραστάσεων, που συνέβαλαν στις σχετικές σκηνικές δραστηριότητες; Πώς αντέδρασε το θεατρικό κοινό της εποχής; Ποια θεατρικά έργα επιλέχθηκαν και επικράτησαν; Ποιοι ήταν οι στόχοι των σκηνοθετών; Πώς επέδρασε στα δρώμενα το ιδεολογικό ζήτημα της «ελληνικότητας»; Οι κριτικοί πώς ερμήνευσαν το φαινόμενο και πώς παρουσίασαν τις παραστάσεις στον τύπο; Ποιες ήταν οι επιδράσεις του ευρωπαϊκού θεατρικού γίγνεσθαι στο νεοελληνικό εγχείρημα; Πώς λειτούργησαν αισθητικά οι άλλοι συντελεστές και οι ηθοποιοί της κάθε παράστασης; Ο Δημοτικισμός, έπαιξε κάποιο ρόλο στις εξελίξεις; Ενδιαφέρον είναι και το «Παράρτημα-Παραστασιολόγιο» στο τέλος του κειμένου.

Στο Κεφάλαιο 2 (σελ. 47-71) διερευνάται και ερμηνεύεται αναλυτικά και εμβριθώς η επίδραση του ευρωπαϊκού (και αμερικανικού) κινηματογράφου στο νεοελληνικό θέατρο του Μεσοπόλεμου. Ήταν δυνατό, η νεοεμφανιζόμενη –σχετικά πρόσφατα– τέχνη του κινηματογράφου, να μη δεχθεί τις επιδράσεις του ήδη αναπτυγμένου –ανά τους αιώνες– θεάτρου, να μη δημιουργήσει σενάρια, με θέματα και υποθέσεις έργων του νεοελληνικού θεάτρου, όσον αφορά τουλάχιστο τον ελληνικό κινηματογράφο; Αλλά, και αντιστρόφως. Το ευρωπαϊκό και ελληνικό θέατρο, επίσης, δέχτηκε επιδράσεις από τον κινηματογράφο, κατά την περίοδο του Μεσοπόλεμου. Στη μελέτη αναλύονται έργα και τεχνικές, αναφέρονται δημιουργοί και των δύο τεχνών, μελετιούνται οι σχέσεις βουλεβάρτου και κινηματογράφου, οι δημοσιευμένες κριτικές –ο χαρακτήρας και το περιεχόμενό τους, όσον αφορά τη μη αναφορά τους στον εξπρεσιονιστικό χαρακτήρα κάποιων δραμάτων, αλλά την «παραγωγή» άλλων όρων για την εξήγηση του ενλόγω εξπρεσιονιστικού αισθητικού φαινομένου–, η εξελικτική πορεία και η κρίση αισθητικών ρευμάτων στο θέατρο (νατουραλισμός, ρεαλισμός, κοινωνισμός, αστισμός κ.ο.κ.) και της δομής τους, η στροφή προς τη λαϊκή και την εμπορευματοποιημένη τέχνη του κινηματογράφου και άλλες αναφορές κριτικών, όπως γ.π. του Σπ. Μελά κ.ά.

Στο Κεφάλαιο 3 (σελ. 73-97) αναλύεται διεξοδικά «η πορεία των λαϊκών αθηναϊκών θιάσων του Μεσοπολέμου: η σχέση τους με τους αστικούς θιάσους και την αστική ιδεολογία της εποχής», στο Κεφάλαιο 4 (σελ. 99-126) «η πρώτη γνωριμία της αθηναϊκής μουσικής σκηνής με τους αμερικανικούς χορούς», η οποία έγινε αρχικά στις ευρωπαϊκές οπερέτες και στη συνέχεια στις αθηναϊκές του Μεσοπολέμου, όπου οι παραδοσιακοί εγχώριοι και ξένοι χοροί αντικαθίστανται στη λυρική αθηναϊκή σκηνή και στα κέντρα διασκεδάσεως σταδιακά από τους μοντέρνους χορούς της αμερικανικής ηπείρου, στο Κεφάλαιο 5 (σελ. 127-157) γίνονται αναφορές «στα πολλαπλά είδωλα του Γεώργιου Καραϊσκάκη στην ελληνική δραματουργία», κατά το τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αι., στο Κεφάλαιο 6 (σελ. 159-181) επιχειρείται μια εμπεριστατωμένη μελέτη, με τίτλο: «Η Μήδεια του Ιωάννη Ζαμπέλιου και το ιταλικό πρότυπό της». Το έργο του Ζαμπέλιου είναι μετάφραση και στη συνέχεια παράφραση της πεντάπρακτης τραγωδίας Medea Cesare della Valle, duca di Ventignano (1766-1860), η οποία ήταν βασισμένη στην υπόθεση της Μήδειας του Ευριπίδη και γραμμένη στα 1814. Η συγγραφέας επιχειρεί μια συγκριτική προσέγγιση των δύο θεατρικών κειμένων με αναφορές στους χαρακτήρες των ηρώων, σε συναισθηματικό, αισθητικό και ιδεολογικό επίπεδο, σε σχέση με την εποχή που γράφτηκαν και τα αισθητικά ρεύματά της κ.ο.κ., στο Κεφάλαιο 7 (σελ. 183-228) παρουσιάζεται ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα «Ένα μικρό περιθώριο κωμικής αναρχίας: η επίδραση του θεάτρου σκιών στις κωμωδίες του Γιώργου Θεοτοκά», στο Κεφάλαιο 8 (σελ. 229-267) οι μεταφυσικές ανησυχίες του ίδιου συγγραφέα στο θέατρο, όπως αυτές ανιχνεύονται και μελετιούνται από την ίδια στο κείμενό της: «Το χρονικό της ανησυχίας: τα συμπτώματα της μεταφυσικής αγωνίας στο θέατρο του Γιώργου Θεοτοκά», (στο Κεφάλαιο 16, σελ. 503-532, ξανασχολείται με τον Γιώργο Θεοτοκά, αλλά και με τον Σατρ, οι οποίοι το ίδιο χρονικό διάστημα διασκευάζουν και ανεβάζουν τις Τρωάδες του Ευριπίδη, στο κείμενό της: «Ο τελευταίος πόλεμος: η τελευταία λέξη του Γιώργου Θεοτοκά στον διάλογό του με την αρχαία τραγωδία»). Στο Κεφάλαιο 9 (σελ. 269-291) η συγγραφέας ερευνά σε θεατρικά κείμενα της περιόδου 17ος – 20ός αι., αναφορές στη μαντεία, στο κείμενό της: «Ο Ποιητής και ο Προφήτης: ο θεσμός της μαντείας στη νεοελληνική δραματουργία». Στα δύο επόμενα κεφάλαια η συγγραφέας μελετά τις θεωρητικές του απόψεις για την υποκριτική τέχνη και τις σαιξπηρικές θεατρικές μεταφράσεις του Βασίλη Ρώτα: Κεφάλαιο 10 (σελ. 293-312): «Η πτώση του τέταρτου τοίχου: Ο Βασίλης Ρώτας και οι απόψεις του για την υποκριτική τέχνη» και Κεφάλαιο 11 (σελ. 313-374): «Βασίλης Ρώτας και Ουίλλιαμ Σαίξπηρ: Ο αγώνας μου μ’ έναν τιτάνα. Η ιδεολογικοποίηση και ο εκδημοκρατισμός του σαιξπηρικού θεάτρου».  Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα υπόλοιπα τέσσερα μελετητικά κείμενα της συγγραφέα, στα οποία αναλύονται και ερμηνεύονται θεατρικά κείμενα, ενταγμένα στο ιστορικό τους κλίμα και ιδωμένα με μια αξιολογική και συγκριτική πάντοτε διάθεση, όπως πάντοτε επιχειρεί η κ. Αρετή Βασιλείου, με εμβρίθεια και περισσή υπευθυνότητα ως ερευνήτρια: Κεφάλαιο 12 (σελ. 375-409): «Η φωνή της ψυχής είναι δυνατότερη από τον πειρασμό της τεχνικής: η υποδοχή του λορκικού θεάτρου μέσα από την ελληνική μαρξιστική κριτική των δύο πρώτων μετεμφυλιακών δεκαετιών και της Μεταπολίτευσης», Κεφάλαιο 13 (σελ. 411-444): «Η μορφή του Ιούδα στην ελληνική μεσοπολεμική δραματουργία», Κεφάλαιο 14 (σελ. 445-465): «Πτωχεία και πλούτος, λιτότης και πολυτέλεια: ιδεαλιστικοί ορισμοί της ευτυχίας σε δράματα του 19ου αιώνα» και Κεφάλαιο 15 (σελ. 467-502): «Η εισαγωγή και η καθιέρωση της δραματουργίας του Tennessee Williams από το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν.»

 

Οι υποσημειώσεις στο βιβλίο (ξεπερνούν τις 1.000) είναι πλούσιες, αναλυτικές, λίαν κατατοπιστικές, απαρτισμένες από ένα πλήθος πληροφοριών, καρπός ενδελεχούς έρευνας και μελέτης της συγγραφέα.

Οι πίνακες στο τέλος του βιβλίου (Βιβλιογραφία, σ. 533-614, Ευρετήριο ονομάτων, σ. 615-645 και Ευρετήριο θεατρικών έργων, σ. 647-657) είναι χρήσιμοι, τουλάχιστο σε φοιτητές και μελετητές.

Τέλος, να πούμε κι έναν έπαινο (τον αξίζουν) στον Διευθυντή της σειράς, Αναπληρωτή καθηγητή Θεατρολογίας-Φιλοσοφίας και Θεωρίας του Θεάτρου και του Δράματος στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Γιώργο Π. Πεφάνη, για την ορθή επιλογή του στη σειρά «Θεατρικοί Τόποι», που διευθύνει επί σειρά ετών με επιτυχία και στην επιμελήτρια της σειράς κ. Θάλεια Μπουσιοπούλου, για την υποδειγματική αισθητική του βιβλίου.

aretiΑΡΕΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
«Επί ξυρού ακμής»
Ιστορικά Νεοελληνικού Θεάτρου

Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2012, σσ. 657