• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

«Άσπρα Μαντήλια στην Plaza de Mayo» του Κώστα Λουλουδάκη (Δεύτερο μέρος)

Γράφει η Άννεκε Ιωαννάτου //

Συνεχίζοντας την παρουσίαση των ανείπωτων και όμως αληθινών γεγονότων όπως καταγράφονται στο βιβλίο ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετό χώρο στην περίπτωση της Χιλής που (και αυτή) κραυγάζει.

Η Χιλή

Η «παρένθεση» Σαλβαδόρ Αγιέντε (Νοέμβρης 1970- Σεπτέμβρης 1973) είχε προκαλέσει αρκετό πονοκέφαλο στους εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου. Έτσι ο πολύς Κίσιντζερ, τότε σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, είχε πει: Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να μείνουμε αδρανείς παρακολουθώντας μια χώρα να γίνεται μαρξιστική εξαιτίας της ανευθυνότητας του ίδιου του λαού της» (σελ. 80). Φανταστείτε «ανεύθυνος» ο λαός, γιατί ψηφίζοντας τον Αγιέντε εξέφρασε τη θέλησή του να δει μια άσπρη μέρα… Ο τότε πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Χιλή είχε διακηρύξει σε μια έκθεση προς την αμερικανική κυβέρνηση, ότι «πρέπει να κάνουμε ό, τι περνάει από το χέρι μας για να καταδικάσουμε τη Χιλή και τους Χιλιανούς στην έσχατη στέρηση και φτώχεια, και αυτή θα είναι μια πολιτική σχεδιασμένη να κρατήσει πολύ χρόνο, ώστε να επιτευχθεί εμφάνιση των σκληρών χαρακτηριστικών μιας κομμουνιστικής κοινωνίας στη Χιλή» (σελ. 80/81). Γνωστή τακτική. Προκαλείς τόσο προβλήματα σε μια κοινωνία με αριστερή κυβέρνηση, μποϊκοτάρεις κάθε ανάπτυξη και ευημερία για να πεις μετά: αυτό πάει να πει κομμουνισμός. Δεν χρειάζεται πολύ να χαρακτηρίζεσαι κομμουνιστής.  Ένας ηγέτης αντι-ιμπεριαλιστής, αντι-αποικιοκράτης, που πατάει έστω λίγο πόδι κατά της υποδούλωσης της χώρας του στο ξένο κεφάλαιο, ήδη προσδιορίζεται ως τρομοκράτης, κομμουνιστής στο άτιμο παιγνίδι της δαιμονοποίησής του. Η καμπάνια να φοβίζεις τον κόσμο με τον κομμουνιστικό κίνδυνο παίρνει καμιά φορά και φαιδρές διαστάσεις. Τα παραδείγματα που δίνονται στο βιβλίο είναι πολλά. Δεν τη γλίτωσαν ούτε ο Τσάρλι Τσάπλιν, ούτε ο Αϊνστάιν. Ο πρώτος χαρακτηρίστηκε «επικίνδυνος κομμουνιστής, ύποπτος για διαφθορά ηθών και τρέλα» (σελ. 30) και ο δεύτερος, σύμφωνα με τον πασίγνωστο  γερουσιαστή Τζόζεφ Μακάρθι είναι «ο κυριότερος σύντροφος του κομμουνισμού, συμμετέχει σε τριάντα τέσσερα κομμουνιστικά μέτωπα και είναι πρόεδρος τριών κομμουνιστικών κομμάτων»…(σελ. 30)

Και μόνο να σύρραπτε κανείς τα πολλά και διάφορα αποφθέγματα, αυτά θα έλεγαν από μόνα τους μια ολόκληρη ιστορία.

Ο αγκαθώδης δρόμος προς την ελευθερία

Οι χώρες για τις οποίες μιλάει το βιβλίο είναι πολλές, πολύ περισσότερες απ’ όσες αναφέραμε. Αναβλύζουν σχεδόν εν τη ρήμη του λόγου και η Κολομβία, ο Παναμάς, το Μεξικό, αλλά και η Κορέα, Βιετνάμ, Κίνα (με μια ενδιαφέρουσα, αλλά καθόλου κολακευτική ματιά στο Μάο Τσε Τουνγκ), Αγκόλα, Κονγκό, Μπουρκίνα Φάσο πιάνοντας τρεις ηπείρους ενός αποικιοκρατούμενου κόσμου.  Σε άλλες στέκεται περισσότερο ο συγγραφέας, σε άλλες ακροθιγώς. Η επιλογή δεν πρέπει να ήταν εύκολη από τον τρομερό όγκο της παγκόσμιας φρίκης του πιο εκτεταμένου εκμεταλλευτικού συστήματος που έχει υπάρξει μέχρι τώρα. Ούτε η επιλογή των αποφθεγμάτων δεν πρέπει να ήταν εύκολη, μια και είναι πολλά περισσότερα  αυτά που μαρτυρούν το φονικό χαρακτήρα των λεγόμενων ελεύθερων αγορών. Μια «βόλτα» στην κατασπαραγμένη Αφρική μας κάνει να θυμηθούμε ξανά τα γεγονότα στο πρώην βελγικό Κονγκό με τον το 1961 δολοφονημένο Πατρίς Λουμούμπα ( στίχοι από ποίημα του Γιάννη Ρίτσου εισάγουν το σχετικό κεφάλαιο) και την τιμητική διάκριση που απονεμήθηκε το 1963 από την Αμερική του Κένεντι στο φίλο των ιμπεριαλιστών Μομπούτου, διάδοχο του δολοφονημένου Λουμούμπα, με τα λόγια: «Καθαρίζοντας τη χώρα από τα κομμουνιστικά στοιχεία, απέδειξε ότι είναι φύλακας της ελευθερίας και φίλος των ελεύθερων κρατών του κόσμου» (σελ. 58), αλλά και τον μάρτυρα Νέλσον Μαντέλα που πήρε με εκλογές την κυβέρνηση, αλλά καθόλου την εξουσία. Δεν απλοποιεί τα πράγματα ο συγγραφέας επισημαίνοντας με ποιο τρόπο  διαπλέκεται και στην Αφρική το φυλετικό με το ταξικό. Δηλαδή, δεν είναι καθόλου όλοι οι μαύροι άγιοι. Αντίθετα, και εκείνους τους χωρίζουν οι ταξικές διαφορές. Τα παραδείγματα στο βιβλίο το επιβεβαιώνουν. Διαπιστώνεται (σελ. 74) ότι στη σύγχρονη Νότια Αφρική όπου καταργήθηκε το απαρτχάιτ, οι ταξικές διαφορές ζουν και βασιλεύουν με πλούσιους μαύρους να εκμεταλλεύονται και μαύρους και λευκούς φτωχούς με τον ίδιο τρόπο που το έκαναν επί γενιές οι λευκοί άποικοι. Μα μήπως δεν υπήρχαν πάντα και οι λευκοί φτωχοί και ο διαχωρισμός με βάση τη ράτσα δεν ήταν ποτέ ο βασικότερος, αλλά έμοιαζε να επικρατεί εκεί για ένα χρονικό διάστημα; Χρειάστηκε περισσότερη δυτικού τύπου «δημοκρατία» για να ξεκαθαριστεί η θολή εικόνα που κάλυπτε την ταξική ουσία. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι με εκλογές οι λαοί δεν κατακτούν την πραγματική εξουσία, ούτε στη Χιλή δεν έγινε, ούτε στη Νότια Αφρική, ούτε στη Βενεζουέλα και σε σειρά χωρών της Ασίας, Αφρικής, Νότιας Αμερικής  με στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα αντιιμπεριαλιστικό, αντιαποικιοκρατικό προσανατολισμό και συνήθως, γι αυτό, με από την ιμπεριαλιστική αντίδραση δολοφονημένους ηγέτες. Ούτε ο ένοπλος αγώνας δεν οδηγεί με σιγουριά στη νίκη. Καθώς φαίνεται, δεν φτάνει μια αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση από μόνη της για να τα βάλεις με μια πανίσχυρη και εμπειρότατη παγκόσμια καπιταλιστική τάξη. Η οικονομική εξουσία πρέπει να κατακτηθεί όλη και για να γίνει αυτό πρέπει να κατακτηθεί η πολιτική εξουσία, όλη η πολιτική εξουσία για να αλλάξεις αποτελεσματικά και ριζικά την οικονομία. Στο βιβλίο βρίσκουμε τα εξής λόγια του Τσε Γκεβάρα: «Αν μια χώρα δεν έχει τη δική της οικονομία, αν εισχωρεί το ξένο κεφάλαιο, τότε δεν μπορεί να είναι ελεύθερη από την κηδεμονία της χώρας από την οποία εξαρτάται…Οι πυλώνες της πολιτικής εθνικής κυριαρχίας, οι οποίοι τοποθετήθηκαν  την 1η Ιανουαρίου 1959, θα εδραιωθούν πλήρως μόνο όταν πετύχουμε απόλυτη οικονομική ανεξαρτησία» (σελ. 41).

Άσπρα μαντίλια, Mont Pelerin Society και Σιέρα Μαέστρα

Παρ’ όλο που στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας συμπεραίνει, ότι οι καπιταλιστές παντού στον κόσμο «δεν έχουν την παραμικρή συναίσθηση της κατάχρησης δύναμης στην οποία προβαίνουν, αδυνατούν να κατανοήσουν τα προβληματάκια που προκαλεί η ανισότητα. Και ακόμα χειρότερα γι αυτούς, δεν αντιλαμβάνονται ότι τα προβληματάκια αυτά πρέπει να επιλύονται πριν ξεσπάσει η επανάσταση. […}» (σελ. 176/177), όλο το βιβλίο μαρτυράει ακριβώς το αντίθετο: η εκμεταλλευτική φύση του καπιταλιστικού συστήματος δεν μπορεί παρά να προκαλέσει ανισότητα,  στην οποία στηρίζεται, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ωρολογιακή βόμβα κάτω από τα πόδια της. Οι καπιταλιστές παντού στον κόσμο έχουν πλήρη συναίσθηση της κατάχρησης δύναμης στην οποία προβαίνουν και καταλαβαίνουν πολύ καλά τα «προβληματάκια» της ανισότητας. Το ξέρουν πολύ καλά ποιές μπορεί να είναι οι συνέπειες, ότι η φτώχεια μπορεί να εκραγεί και ακριβώς γι αυτό έχουν αστυνομίες, στρατούς, μυστικές υπηρεσίες, τάγματα θανάτου, βασανιστήρια κλπ κλπ για τη δράση του οποίου μιλάει τόσο γλαφυρά το βιβλίο, για να πολεμήσουν ακριβώς αυτό που γεννούν και δεν μπορούν παρά να το γεννούν, αλλιώς δεν θα υπήρχαν σαν σύστημα: την αντίσταση δηλαδή ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση που μπορεί να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις και αν οργανωθεί καλά, μπορεί να ανατρέψει τον καπιταλισμό. Σύμβολο σιωπηλής, αλλά ηρωικής και επίμονης αντίστασης οι γυναίκες της Plaza de Mayo, σύμβολο ένοπλης αντίστασης και εναρκτήριο σάλπισμα της μαχητικής πορείας προς τη λευτεριά η Σιέρα Μαέστρα στην Κούβα.  Σύμβολο της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων η Mont Pelerin Society που ιδρύθηκε με χορηγία της τράπεζας Credit Suisse στην Ελβετία το 1947 δίνοντας το βασικό στίγμα της νεοφιλελεύθερης στροφής του καπιταλισμού  «[…] τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία της αγοράς, …ο ρόλος της κυβέρνησης θα πρέπει να περιοριστεί στη δημιουργία των προϋποθέσεων που χρειάζονται για να λειτουργήσει ο ελεύθερος ανταγωνισμός των αγορών και στην προστασία της ιδιωτικής επένδυσης και περιουσίας […] Όλες τις λειτουργίες του κράτους θα τις αναλάβουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες, με κίνητρο το κέρδος, θα παρέχουν βασικές υπηρεσίες στους πολίτες»  (σελ. 26) καθώς και την «καταπολέμηση της υπεροχής της μαρξιστικής και της κεϋνσιανής σκέψης που σαρώνουν τον κόσμο» (σελ. 27). Το 1947 έγινε αυτό. Μην ξεχνάμε το χάρτη του κόσμου μετά τον μεγάλο αντιφασιστικό αγώνα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που σε μια σειρά χωρών έκανε το καπιταλιστικό κατεστημένο να δει το Χάρο με τα μάτια του. Έπρεπε το ταχύτερο δυνατόν να ανακοπεί η φόρα της ανθρωπότητας σε προοδευτική κατεύθυνση. Φοβάται η καπιταλιστική τάξη πραγμάτων τις χήρες με τα άσπρα μαντίλια, τις Σιέρα Μαέστρα, τους Σπάρτακους, τις Οκτωβριανές Επαναστάσεις κλπ. Αυτό είναι το φάντασμα που κυνηγούν και που θα πλανάται όσο υπάρχει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Η καθαρότητα του συγκεχυμένου

Ο Κώστας Λουλουδάκης λέει στην Εισαγωγή, ότι το αφήγημά του «βουτά στη συγκεχυμένη μάζα των πληροφοριών»  και στο επιμύθιο προκαλεί τον αναγνώστη να σκεφτεί μόνος του κι αυτό κάνουμε λοιπόν, συμφωνώντας με το υλικό που έχει επιλέξει να βάλει μπροστά στον αναγνώστη- αν και δεν θεωρώ καθόλου συγκεχυμένες τις πληροφορίες αλλά σαφέστατες- και διαφωνώντας με τη θέση του ότι δεν μπορεί ο κόσμος να εξηγηθεί στη βάση οποιασδήποτε ιδεολογίας. Μπορεί και παραμπορεί.  Αλοίμονο αν ο καθένας θα εξέταζε τις πληροφορίες εντελώς με το δικό του προσωπικό τρόπο, τις δικές του ατομικές αισθήσεις, τη δική του μεθοδολογία, γιατί τότε η πολύτιμη «συγκεχυμένη μάζα των πληροφοριών» θα οδηγούσε μόνο σε συγκεχυμένα, διάσπαρτα, εντελώς ατομικά συμπεράσματα χωρίς το συνδετικό κρίκο της ιστορικής υλιστικής ανάλυσης η οποία μετατρέπει την προσωπική κρίση και αίσθηση σε γνώση κοινωνική και γι αυτό σε δύναμη δημιουργικά ανατρεπτική, κάτι που στο κάτω κάτω της γραφής το επιθυμεί και ο συγγραφέας, όταν στο Επιμύθιο μας λέει να σκεφτούμε μόνοι μας «προκειμένου η ιστορία να είναι δημιουργική».

Δεν έχω αναφερθεί ακόμα στο μικρό, σεμνό και συγκινητικό πρόλογο του Μίλτου Πασχαλίδη και στον επίλογο («Αντί επιλόγου» για την ακρίβεια) του οικονομολόγου-διδάκτορα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Δημήτρη Παϊταρίδη, ο οποίος επιχειρεί ένα σοβαρά επιχειρηματολογημένο παραλληλισμό βλέποντας με τα λόγια του «αξιοσημείωτες ομοιότητες» –τηρουμένων των αναλογιών πάντα – των φαινομένων στο λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο», όπως αναφέρονται στο βιβλίο, με την Ελλάδα συμπεραίνοντας ότι η εργατική τάξη «πρέπει να πειστεί τελικά πως αξίζει να ανέβει στην ψηλότερη κορυφή της Σιέρα Μαέστρα, που εδώ και δεκαετίες μας ρίχνει τη σκιά της» (σελ. 202), ενώ ο Κώστας Λουλουδάκης συμπεραίνει στο τέλος ότι «Το ιερό βουνό των νεοφιλελεύθερων καπιταλιστών Mont Pelerin έχει αντίπαλο: τη Σιέρα Μαέστρα» (σελ. 177).   Η Σιέρα Μαέστρα λοιπόν,  στέλνει μήνυμα-σύμβολο σε όλη την καταπιεσμένη ανθρωπότητα να ξεσηκωθεί.

Το πρώτο μέρος εδώ.