• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Γιώργος Κοτζιούλας: Το πρώτο σκολιό μου

Επιμέλεια: Οικοδόμος //

Κάθε που ανοίγουν τα σχολεία ξεκινάει μια νέα χρονιά για τους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς, που καλούνται να τα βάλουν… εκτός από τα γράμματα και τους αριθμούς και μ’ ένα σωρό εμπόδια και προβλήματα, χαρακτηριστικά της κοινωνίας που αντιμετωπίζει την Παιδεία ως εμπόρευμα και δικαίωμα για λίγους και όχι ως λαϊκή ανάγκη και δημόσιο αγαθό. Και όλοι, ο καθένας από το δικό του μετερίζι, καλούνται ν’ αγωνιστούν για το καλύτερο στη μόρφωση και στη ζωή.

Το αφήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα, όπως ο ίδιος μας ενημερώνει στον πρόλογο, «δεν πρόκειται για έργο φαντασίας, αλλά για ένα είδος ημερολόγιο από μνήμης» στο οποίο καταγράφονται «πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, με τα ονόματά τους». Προπολεμικά, αλλά και για χρόνια αργότερα οι ―λιγότεροι, τότε― μαθητές και οι φτωχές οικογένειές τους συναντούσαν δυσκολίες και είχαν ν’ αντιμετωπίσουν καταστάσεις  που μοιάζουν αδιανόητες στις νεώτερες γενιές· ιδιαίτερα σε όσους πιστεύουν ότι εποχές σαν αυτή που περιγράφει γλαφυρά η πένα του Κοτζιούλα είναι πολύ μακρινές. Είναι άραγε;

***

Το πρώτο σκολιό μου

Ο πρώτος μου δάσκαλος είταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ’ τα πιο εύκολα, και μ’ έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πώς να γράφω. Καθώς ο ίδιος, παρ’ όλη τη λιγοστή μόρφωσή του, έγραφε προσεχτικά και κανονικά, μ’ έναν τύπο δικό του, ευανάγνωστο κι ελκυστικό, πήρα απ’ αυτόν τη συνήθεια του λεπτού και ωραίου γραψίματος, έτσι που με τον καιρό να γίνω σχεδόν καλλιγράφος και ν’ ακούσω γι’ αυτό όχι λίγους επαίνους στη ζωή μου. Μα για την καλλιγραφία του πολυσπουδαγμένου γιου ευθυνόταν ο λιγογράμματος πατέρας, με τις δυο ή τρεις τάξεις του δημοτικού.

Δε μάθαιναν πολλά γράμματα στον καιρό του∙ πολλοί μάλιστα, της ίδιας ηλικίας μ’ αυτόν, δεν ήξεραν ούτε να βάλουν την υπογραφή τους. Κι όταν τους πήραν αργότερα στο στρατιωτικό ή όποτε παρουσιάζονταν στο δικαστήριο, δήλωναν σαν το φυσικώτερο πράμα: αγράμματος. Το καταλάβαιναν και μόνοι τους πως αυτό δεν είταν σωστό, ίσως να ντρέπονταν κιόλας κατά βάθος, μα δε μπορούσαν πια να το διορθώσουν. Κι αν η αμορφωσιά τους έμοιαζε μ’ ένα είδος αναπηρία, είταν πολλοί γύρω τους που έπασχαν από το ίδιο σακατλίκι. Στο κάτω-κάτω παρηγοριόνταν μονάχοι τους λέγοντας: «Δε βαριέσαι! Σάματι θα γίνω γω παπάς ή γραμματικός;». Σ’ αυτές τις δύο κατηγορίες είταν απαραίτητα τα γράμματα· οι άλλοι μπορούσαν να κάμουν και χωρίς αυτά.

Το ’ριχναν όξω λοιπόν επαναλαβαίνοντας διασκεδαστικά το εύθυμο στιχάκι, που το ξέραν ακόμα κι οι γυναίκες και το ’λεγαν σαν παροιμία ή σαν ξόρκι:

Άλφα βήτα
κόψι πίτα,
φάι κι ισύ,
δο μ’ κι μένα!

Ως εκεί έφταναν οι πνευματικές γνώσεις των περισσότερων, αντρών και γυναικών. Σε μερικούς είχε μείνει, σα μακρινή ανάμνηση παλιάς διδαχτικής μεθόδου, από τότε που τα μάθαιναν απόξω κι ανακατωτά, και το εξής μνημοτεχνικό, ένα είδος κινέζικα:

Άλφα ― ω
βήτα ― ψι
γάμα ― χι…

Οι δάσκαλοι τότε είταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα ’ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας τα φτωχοχώρια, σ’ εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαια γεωλογική καθίζηση, για να τυραννιούνται από γεννητάτη φτώχια οι κάτοικοί του. Τα πρώτα γράμματα τα δίδασκαν οι παπάδες, σαν οικογενειακό τους προνόμιο, σα μυστικό του σιναφιού τους, στους γιους των που θα κληρονομούσαν το επάγγελμα, στοιχεία απ’ το Χτωήχι και το Ψαλτήρι που τα ’χαν μάθει με κόπο κι οι ίδιοι, υπηρετώντας κανέναν καλόγερο κοντινού μοναστηριού. Ο πρώτος κοινοτικός δάσκαλος που ξέπεσε στα μέρη μας (τα χωριά μας δεν είχαν ξαγοραστεί ακόμα απ’ τον Αφέντη) είταν κάποιος Τσαποδόντης, που αξίζει να πούμε γι’ αυτόν μερικά.

Ο Τσαποδόντης δε λέγονταν έτσι πραγματικά, μα χρωστούσε το παρατσούκλι στα δόντια του, μεγάλα τάχα σαν τσαπιά. Θα ήταν κακόθωρος, φαίνεται, νομίζω πως είχε και κάποια κουτσαμάρα, έτσι που προκαλούσε την αποστροφή και τον τρόμο στ’ ανυπόταχτα της εποχής εκείνης παιδιά.    Επειδή δεν είχαν διαθέσιμο χτίριο για σκολιό, τα μάζευε σ’ ένα παρακλήσι, απ’ αυτά που λειτουργιούνται μια φορά το χρόνο, στη μνήμη του αγίου τους, κι εκεί προσπαθούσε να «τους γιομίσει το κεφάλι» με κρανίσιες βέργες, με τσουκνίδες στα χέρια, με γονατίσματα απάνω σε χαλίκια, με κλεισίματα μες στην εκκλησιά και άλλα μεσαιωνικά μαρτύρια. Οι πιο πολλοί δεν άντεχαν και με πρώτη ευκαιρία το σκάγαν, για λίγο ή για πάντα. Πιο τυχεροί είταν όσοι έκαναν υπομονή στο δάρσιμο, στις κλωτσιές και στα βρισίδια του μανιακού δασκάλου τους, του διαστρεμμένου Τσαποδόντη, ώστε πρόφταιναν, πριν φύγουν, να έχουν μάθει να χαράζουν «δυο κλίτσες» στο χαρτί και να ξέρουν να κάνουν ένα λογαριασμό της προκοπής.

Η αλήθεια είναι πως τη φυσική φυγοπονία των ακαλλιέργητων μαθητών και την τάση τους γι’ ανταρσία μπροστά στον τύραννο παιδαγωγό, που η συναίσθηση της δυσμορφίας του τον έκανε ακόμα χειρότερο, αυτές όλες τις κακές προϋποθέσεις τις διευκόλυνε αρκετά κι η ανοχή των μανάδων με τις ανάγκες του σπιτιού. «Δεν το ’χω γω το παιδί μου να μου το σκανιάσει ο αντίχριστος», έλεγαν οι νοικοκυράδες με μίσος για το δάσκαλο. Δεν τα πονούσαν μονάχα, τα χρειάζονταν κιόλας. Τα είχαν βοηθούς στις δουλειές τους, στα γίδια, στα χωράφια, παντού. Οι άντρες έλειπαν, δούλευαν, και τα παιδιά ήταν χρήσιμα από έξι-εφτά χρονών. Τις καλοκαιρινές διακοπές αντικαθιστούσαν τους μεγάλους. Αλλά και τις καθημερινές δεν τ’ άφηναν έτσι τις διαθέσιμες ώρες. Όταν λοιπόν οι μεγάλοι έβλεπαν πως προτιμούσαν και τα ίδια να λείψουν από το βάσανο του σκολιού, τα ’κοβαν από κει μια ώρα αρχύτερα, για να γίνουν γιδάρηδες ή τεχνίτες ή σκαφτιάδες, σαν τους πατεράδες τους.

Ο πατέρας μου, αντίθετα προς όλους σχεδόν τους άλλους χωριανούς, είχε από φυσικού του μεράκι για γράμματα και δεν έχανε την ευκαιρία να κάνει συντροφιά πρόσωπα ανώτερά του, προπαντός γραμματισμένους.

Ένας απ’ αυτούς είταν κι ο δάσκαλος ο Καράμπαλης, που υπηρετούσε στο γειτονικό χωριό, αν και καταγόταν απ’ αλλού, πέρα απ’ το ποτάμι. Δεν ξέρω πώς είχε ριζώσει εκεί κι έμεινε ως τα τέλη σχεδόν της ζωής του, συνταυτισμένος με τα λαδάσκια, με τους σπληνιάρηδες, όπως παραγκωμιάζαν οι δικοί μας τους κατοίκους αυτού του χωριού, επειδή είχε βρουτσίλια, μέρη πολύ νοτερά, και τους έπιαναν συχνά θέρμες, κιτρίνιζαν απ’ την αδυναμία. Κρυφοί όπως είταν, γεμάτοι κρυψίνοια και αντιζηλία μεταξύ τους, είχαν ισόβιες διαφορές και ο δάσκαλος, κοντά στην κύρια υπηρεσία του, πρόσφερε κι άλλην, όχι λιγώτερο σπουδαία γι’ αυτούς: να συντάσσει μηνύσεις. Ήξερε και τις σκάρωνε μια χαρά, έτσι που να μη μπορείς να ξεφύγεις από τις πλεχτάνες της δικονομίας του. Επειδή τον είχαν όλοι ανάγκη, καταφεύγοντας σ’ αυτόν με κάθε μυστικότητα, προσποιούνταν πως δεν ήξεραν ποιος είταν ο συντάχτης της μήνυσης του αντιδίκού τους και δεν τον πείραζαν αυτόν, τον είχαν σαν ένα είδος ουδέτερο έδαφος, βγάζοντας τα μάτια μεταξύ τους και μην απολείποντας ποτέ από δικαστήρια. Νομίζω μάλιστα πως ο δάσκαλός τους, απασχολημένος να πλουτίζει τις γνώσεις του με τα πολύπλοκα της δικολαβίας, που έβρισκε κιόλας κάποια κρυφή ηδονή σ’ αυτά, δεν είχε καιρό, δεν τον τραβούσε να καταγίνεται με τη δασκαλική.

Απ’ τις πολλές φορές που ερχόταν ο Καράμπαλης ―Θεός σχωρέστον!―  μουσαφίρης στο σπίτι μας και κουβέντιαζαν με τον πατέρα μου δίπλα στη γωνιά, κάποτε ο τελευταίος έφερε την κουβέντα γύρου σ’ εμένα που στεκόμουν περίεργος και άκουγα με σεβασμό, πρωτότοκος της φαμίλιας, πεντέξι χρονών. Ο Καράμπαλης, κιτρινοπρόσωπος κι αυτός σαν τους ξενοχωριανούς του, με κοίταζε μ’ εκείνο το κρύο του βλέμμα πίσω απ’ τα γιαλιά και για να φανεί, καταλαβαίνω, υποχρεωτικός με κάλεσε κοντά του. Πλησίασα όλο δισταγμούς, μ’ εκείνο το μίγμα συστολής και καμώματος που έχουν τα παιδιά.

Ο Καράμπαλης έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μολύβι και χαρτί, πήρε απ’ τη «θουρίδα» μας ένα παλιό μεταφρασμένο Βαγγέλιο με πέτσινο ντύμα για ν’ ακουμπάει, και άρχισε τη μύησή μου στα θαυμαστά της παιδείας.

― Το βλέπεις αυτό που ζωγράφισα εδώ; Με τι μοιάζει; Δε σου πάει στο νου, ε; Να σ’ το πω εγώ. Είναι σαν αγκίστρι, σαν αυτό που ψαρεύουν στο ποτάμι, τα ξέρεις. (Δε τα ’ξερα καθόλου, γιατί ο Άραχθος μάς έρχονταν λίγο μακριά και δεν ψάρευε κανένας απ’ τους δικούς μου). Αυτό λοιπόν ―συνέχισε ο Καράμπαλης― είναι το ι, το γιώτα.

Δεν τολμούσα όμως να τον ρωτήσω∙ ποιο είταν απ’ τα δυο: το ι ή το γιώτα;

Έπειτα σχεδίασε ένα στρογγυλάδι.

― Αυτό πάλι με τι μοιάζει; (Πάλι δεν ήξερα, τα είχα σα χαμένα). Αυτό είναι σαν την κουλούρα που ζυμώνει η μάνα σου (και μου έδειξε πραγματικά το ψωμί που ζυμωνόταν εκείνη τη στιγμή στο σκαφίδι). Λέγεται ο, όμικρον. Τα δύο μαζί κάνουν ίο. Κατάλαβες;

Ξεροκατάπια απ’ την αμηχανία μου.

― Πρόσεξε τώρα, συμπλήρωσε αμείλιχτος ο ζόρικος μουσαφίρης μας. Θα σου φκιάσω μια κουλούρα κι ένα αγκίστρι μαζί. Αυτό είναι το άλφα. Έχουμε λοιπόν και λέμε: ίο, ία… Πες τα κι εσύ. Έλα μη ντρέπεσαι.

Το κεφάλι μου είχε γίνει σαν καζάνι, δε μπορούσα να σταθώ στα πόδια απ’ την ταραχή μου. Στ’ αφτιά μου σφυροκοπούσαν ακατανόητοι ήχοι: ίο-ία. Ανάθεμα τα γράμματα!

Φαίνεται πως ο Καράμπαλης με λυπήθηκε, ή βαρέθηκε ίσως, και μ’ άφησε κείνη τη φορά.

Όταν σε κάμποσο διάστημα ήρθε η εποχή να με στείλουν στο δάσκαλο, δεν ήθελα να πάω στην αρχή. Δάσκαλό μου θα είχα τον ίδιο τον Καράμπαλη, γιατί από έλλειψη δικού μας θα πήγαινα στο διπλανό χωριό, που το σκολιό του δεν είταν και τόσο μακριά απ’ το σπίτι μου. Με χίλια βάσανα με κατάφεραν να πάω, γιατί φοβόμουν το δάσκαλο, φοβόμουν τα σκυλιά στο δρόμο, φοβόμουν και το λόγγο που θα περνούσα. Κι αν δέχτηκα, είταν γιατί θα ’χα συντροφιά τη Λάμπρω της Ζωίτσας, πρώτη μου ξαδέρφη που θα ’μενε στο σπίτι μας, επειδή το δικό της βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση για να πηγαινοέρχεται. Κι είταν τότε η πρώτη κοπέλα που αποφάσιζε να πάει σε σκολιό και μάλιστα σε ξένο χωριό. Η παρακίνηση ίσως να προερχόταν απ’ τον πατέρα μου, γιατί ο δικός της έλειπε τότε στα ξένα.

Η Λάμπρω, μεγαλύτερή μου στα χρόνια, είταν και πιο προχωρημένη στα γράμματα. Εγώ, με όλη την προπαίδεια του πατέρα μου (που ταξιδεύονταν κι αυτός κατά διαλείμματα) θ’ ακολουθούσα τη μικρότερη τάξη: την πρώτη κατωτέρα.

Από τότε λοιπόν ξυπνάγαμε μπονόρα, παίρναμε το μεσημεριανό μαζί μας, τρώγοντας και κατιτί, για να μη «μας έρθει νέκρα» ως τότε, και ξεκινάγαμε μαζί με τη Λάμπρω περνώντας ρούγες και κουλούρια και δασότοπο, ώσπου να φτάσουμε πέρα στο σκολιό.

Το σκολιό δεν είταν άλλο από ένα χαγιάτι εκκλησιάς. Δε θυμάμαι πια αν είχαν καθόλου θρανία, μα εμείς οι μικροί καθόμασταν απόξω στα πεζούλια και χαζεύαμε. Κανένας δεν ασχολούνταν μ’ εμάς, ο δάσκαλος δε μας έδινε καμιά σημασία. Ούτε μας διάβαζε, ούτε μας έβγαζε μάθημα. Θαρρώ μάλιστα που ούτε μας είχε καθόλου στο λογαριασμό του, δηλαδή περασμένους στον κατάλογο, που δεν εκφωνούνταν ποτέ. Καμιά φορά περνούσε από κοντά μας κανένας μεγάλος (και σ’ εκείνη την ηλικία η διαφορά των ετών δείχνει τεράστια) για να μας πετάξει κάνα πείραγμα απ’ το ύψος του αναστήματός του:

― Τι κάνετ’ αυτού, μωρέ κουκουτσέλια;

Και είμασταν αλήθεια σαν αλάλητα κοτόπουλα, προορισμένοι να θαυμάζουμε τα παιγνίδια των μεγάλων, τα τρεξίματα και τα κυνηγητά τους, που αυτοί σαν αληθινοί κοκόροι με γενναίο λειρί έδιναν μάχες μεταξύ τους και παράβγαιναν ο ένας με τον άλλον σε θαρραλέους αγώνες. Εμείς ζαρώναμε στην άκρη μας και τους κοιτάζαμε μ’ ανοιχτό στόμα.

Κοιτάζαμε το Σταύρο του Λαμπράκη Χήρα, πρατάρη απάνω στο βουνό, που του φώναζαν οι συνομήλικοί του «τσαπ! τσαπ!», σα να ’ταν τσάπος, τράγος μαθές κι όχι μαθητής, πώς ανέβαινε τα σκαλοπάτια στην άκρη των ποδιών του και κρυφοτήραγε από τα σπασμένα τζάμια στον οντά, να ιδεί αν ξύπνησε ο δάσκαλος απ’ το μεσημεριανό ύπνο και του ’ριχνε πετραδάκια κρυμμένος, να τον ξαφνιάσει στον ύπνο του, ενώ κι ο ίδιος κι όλοι οι άλλοι αποκάτω, ηθικοί συνένοχοί του, είταν έτοιμοι να το βάλουν στα ποδάρια με αλαλαγμούς.

Έτσι περνούσαν οι μέρες μας, με χωρατά πιο πολύ, παρά με μαθήματα.

Θυμάμαι κάποτε που ήμασταν απόξω στη λάκκα, κοντά στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, εκεί που γινόταν ο χορός και το πανηγύρι κάθε Αηλιός, αφού ψελνόταν την πρώτη μέρα η λειτουργία απάνω στο βουνό. Είχε γίνει κάποια φασαρία κι ο δάσκαλος βγήκε να μαλώσει, να «μπατσαλιάσει» το πολύ, το Γληγόρη Κωσταγιώργο, παλληκαρόπουλο απ’ το μαχαλά μας, που είχε δείρει έναν άλλον. Μα καθώς έτρεξε ο Καράμπαλης να πιάσει τον ένοχο, κάπως έκανε, κει στο χλοϊσμένο γλιστερό χώμα και γλιστράει άξαφνα και πέφτει καταγής. Βάνουν τα γέλια τα παιδιά, ο δάσκαλος σκυλιάζει απ’ το κακό του:

― Πού θα μου πας, έλα δω! φοβερίζει το Γληγόρη, καθώς πολεμάει να σηκωθεί λασπωμένος.

Μα εκείνος δεν είναι κουτός να κάτσει να πιαστεί, για να τον κλείσει ο Καράμπαλης στη φυλακή του.

Με τις αλαφρές σεγκουνούλες του (γιατί ντυνόταν από τώρα σα βλαχάκι), με τις σβέλτες πατούσες του που δεν τις βάραινε από κάτω ποδεσιά, ρίχνοντας πίσω μια ύστερη ματιά και βλέποντας πώς είχε καταντήσει το δάσκαλο άθελά του, περήφανος εξ άλλου για να δεχτεί μετάνοια και τιμωρία, έβαλε όλη του τη φόρα, γίνηκε άνεμος, έβγαλε φτερά και στάθηκε μόνο πέρα στο κονάκι του, ίσως κιόλας ούτε κει, παρά ψηλά στην Τζούμα, να πιάσει από τα τώρα το κλαρί, να κάμει γιατάκι του το γράβο, εκεί που ηχούσαν πρόσχαρα τα κυπροκούδουνα απ’ τα γιδοπρόβατά του.

― Έχετε γεια, γράμματα, ψηφιά του διατάνου! Δε θα σκάσουμε μεις τη χολή μας, δε θα το πάρουμε κρυφό μαράζι.

Τσοπανάκος ήμουνα,
φλογερίτσα λάληγα…

(Κατά τη μεταγραφή διατηρήθηκε η ορθογραφία της έκδοσης.)

kotzioulas-apanta-2

 

 

Γ. Κοτζιούλα, Από μικρός στα γράμματα, ΑΠΑΝΤΑ, τόμος δεύτερος, εκδόσεις Δίφρος 2013 (2η έκδοση).