• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η κυρία σκύλα

Γράφει η Λιάνα Κανέλλη //

“Αν μου πεθάνει το σκυλί θα γίνω σκυλί. Τί σκυλί…!  Σκύλα άγρια και δαγκωνιάρα, γαμώ το κέρατό σας…”. Μετά από λίγο ξανά τα ίδια. Κάτι ανάμεσα σε κατάρα, ξόρκι κι απειλή. Το βλέμμα της ίσιο. Μόνη θολούρα κείνο το γαλακτερό περίγραμμα στο χρώμα, αυτή η δολερή υπογραφή της ηλικίας, κάπου εκεί λίγο πριν τα εβδομήντα.

Η σειρά στο σουπερμάρκετ μεγάλη κι αργή, σπεύδει βραδέως κι εν τάξει στο ένα και μόνο ανοιχτό ταμείο. “Ανοίξτε κι ένα δεύτερο ταμείο μωρέεεε”, γκαρίζει ο θρασύς δέκατος της ουράς πελάτης – κονσέρβα της καταναλωτικής μας δημοκρατίας. Η δικιά μου εκεί, μιά θέση μπροστά μου, σκύλα βρισιάρα, έχει αρχίσει να γρυλίζει και κατάρες, γυρνάει απότομα και με καρφώνει μια εμένα μιά το καρότσι μου. Αμολάει χαμόγελο πλατύ, ξεχειλωμένης οικειότητας. “Έχεις κι εσύ σκυλί, ε;” με το μάτι καρφωμένο στις σκυλοτροφές μου. Πιάνει μια κονσέρβα, την περιεργάζεται σαν κυκλαδίτικο ειδώλιο,  “ακριβή; σε φτάνει για πόσο; είναι μεγάλο το σκυλί σου;”. Με πλακώνει στις ερωτήσεις, μα για ράτσα μόκο. Ξανοίγομαι στο ψυθιριστό, σε ουρά κολλημένη, βράδυ άνοιξης, πάντα η περιέργεια αυγαταίνει… “Έχω δύο, ένα γέρικο πολύ κι ένα…”. Δεν τη νοιάζει τίποτ´ άλλο. Εγκρίνομαι.

Σε πέντε λεπτά, με παίρνει παραμάσχαλα σε έναν κατήφορο, μια παραφορά στο λόγο της, ανεβασμένη δυο τόνους η φωνή, μέσα στο μισοάδειο στρατόπεδο τακτοποιημένων σε ράφια αναγκών, η κυρία σκύλα, ακούγεται σα θυμωμένο τσέλο, που αναγκάστηκε να παίζει ο βιρτούοζος για να σώσει τη ζωή του.

“Το παιδί έφυγε. Πήρε των ομματιών του. Ξέμεινε από δουλειά, χαραμοφάης δεν είναι, χώρισε και σκοτώνεται για τη διατροφή του παιδιού. Η ξενιτιά είναι πικρή με ένα χωρισμό στην πλάτη. Δε σαραντάρισε κι είναι πιο άσπρος από μένα, είκοσι χρόνια χήρα. Κι ήρθανε και μου κόψανε τη σύνταξη απανωτά και τώρα θα την ξαναπάνε παρακάτω και τί θα κάνω με το σκυλί μου λες; Δεν τρώω για να φάει. Μαζί μου γερνάει ο γερο Φούκος μου, έτσι τον λένε. Παίρνω χύμα ρύζι και κατεψυγμένο κιμά, βράζω μια κατσαρόλα και τρώμε μαζί, το ίδιο φαΐ. Με κοιτάει στα μάτια και δεν αντέχω μωρέ. Με καταλαβαίνεις; Και τα φάρμακα θα κόψω, κι ας μην μπορώ ν´ ανασάνω, πανάκριβα αυτά τα εισπνεόμενα… Αλλά το σκυλί τί φταίει μωρέ, τί νογάει από μνημόνια και μέτρα και κρίση. Στη δικιά μου κρίση κρέμεται, ζώο πράμα. Βλέπεις αυτό με παίρνει γι´ άνθρωπο, όχι για ζώο, όπως εσείς οι πολιτικοί, πανάθεμά σας…”.

Ο μπροστινός χαμογελάει με εμβριθή, περιφρονητική κατανόηση. Λίγο παραπίσω, μια ανυπόμονη λυσσάρα, που ήδη βρίζει την ταμία “που είναι τα ζώα μου αργά”, έχει στήσει αυτί, κοιτάει και τα καλάθια μας, κι αρχίζει το λακριντί,  “εδώ πεινάνε οι έλληνες, τα παιδιά μας, τα σκυλιά μας μαράνανε;”. Και τα παίρνει στο κρανίο η κυρία σκύλα μου, τρίξανε τα ράφια, βγάλανε μπουρμουλήθρες τ´απορρυπαντικά και ίδρωσαν τα κατεψυγμένα κρουασάν.

“Τί είπες τώρα μωρή χρυσαυγούλα. Τί σύγκριση κάνεις δηλαδή, για να μας πεις και λεφτάδες που ταΐζουμε και σκυλιά. Θα μας κάνεις και κουμάντο στο στομάχι μας, και στην τσέπη μας και στη ζωή μας; Άντε από κει που ήρθες, ή καλύτερα από κει που σε στείλανε. Αχ κακομοίρα μου, τα παιδιά σου εσύ τα έχεις για σκυλιά κι όχι το σκυλί σου σαν παιδί. Τα μαθαίνεις να γαβγίζουν άμα πεινάνε; Γιατί εγώ το σκύλο μου δεν τον έχω να ψηφίζει σαν κι εσένα…”.

Η ουρά προχώρησε. Το ταμείο έδρασε καταλυτικά. Σα δικαστής τοπικού ειρηνοδικείου, που λαμβάνει μαρτυρίες δια των χρεωστικών καρτών των διαδίκων. Με περίμενε, η κυρία σκύλα, στην έξοδο του σουπερτσίρκου βασικών αγαθών. “Για να ξέρεις, εγώ σύντροφο δεν αφήνω να πεθάνει. Κι ο σκύλος μου σύντροφος είναι. Δεν είν´ αδέσποτο γιατί δε θέλω νά ‘μαι δέσποτας της πείνας του. ´Οποιος αφήνει τα ζώα να πεινάνε, άνθρωπος με την ουρά στα σκέλια είναι…”, και κακαρίζοντας, άλλαξε χέρι τις δύο σακκούλες της, ύψωσε το δεξί, κι έστειλε μια γυριστή σούπερ μούντζα στην πρόσοψη του μάρκετ.

Διπλή μερίδα στο σκυλί το βράδυ, έβαλα. Και βέβαια δεν κατάλαβε και δεν ευγνωμόνησε, για την αύξηση, κανέναν.